Την πίκρια της ζωής»
"ἀλλὰ σὺ σῇσιν ἔχε φρεσί, μηδέ σε λ ή θ η
αἱρείτω εὖτ’ ἄν σε μελίφρων ὕπνος ἀνήῃ"
(«Αυτό στον νουν σου φύλαξε, να μη το λησμονήσεις
όταν ο ύπνος ο γλυκύς τα μέλη σου θ᾽ αφήσει».»)
Προέρχεται από το θ. "λαθ-" τού αρχ. "λανθάνω" «υπάρχω χωρίς να γίνομαι αντιληπτός, διαφεύγω την προσοχή».

Την ίδια σημασία είχε και το «λῆθος» (δωρικός τύπος: λᾶθος), «λήθη», όπως και το ΛΑΘΟΣ «αυτό που διαφεύγει την προσοχή», που δημιουργήθηκε υποχωρητικά από το "λανθάνω" κατά την ελληνιστική εποχή (δεν υπήρχε στην αρχαιότητα με αυτή τη σημασία).
Αυτός που "λανθάνει", δηλ. που «διαφεύγει την προσοχή» είναι ο ΛΑΘ-ΡΟΣ (που έγινε αργότερα " λαθ-ραίος"). Τα Χριστούγεννα ακούσαμε:
ἠκρίβωσε παρ' αὐτῶν τὸν χρόνον τοῦ φαινομένου ἀστέρος"
(Ματθ. 2,7).
Από το ίδιο θέμα "λαθ-" είναι και ο “*λᾱθ-μων” δηλαδή ο ΛΗΣΜΩΝ, -ονος (γνωστότερο το ήδη αρχ. σύνθετο "ἐπιλήσμων"), «αυτός που ξεχνά». Απο εκεί και το ρ. ΛΗΣΜΟΝΩ και η ΛΗΣΜΟΝΙΑ (που με άλλο παραγωγικό επίθημα, έδωσε το ποιητικότατο ΛΗΣΜΟΣΥΝΗ).
Και η ΑΛΗΘΕΙΑ, ως παράγωγο τού "ἀληθής" θα σήμαινε αρχικά την κατάσταση κατά την οποία τα πράγματα δεν έχουν ακόμα ξεχαστεί, είναι γνωστά, φανερά: άρα την «πραγματικότητα».
Η ετυμολογία αυτή, με υπέροχο τρόπο παραπέμπει φιλοσοφικά (χωρίς όμως να συνδέεται γλωσσικά) στη θεωρία του Πλάτωνα ότι η αληθής γνώση δεν είναι παρά η ανάμνηση ιδεών που κάποτε γνωρίσαμε (αλλά εμμέσως και στις ποικίλες κατά λαούς θεολογίες της πτώσης του ανθρώπου από μια αρχική παραδείσια κατάσταση αλήθειας σε μια κατάσταση φθοράς και απώλειας της αληθινής γνώσης).
Παρόμοιας σημασίας είναι και το ελληνιστικό ΑΛΗΣΤΟΣ «αξέχαστος, αλησμόνητος» (< ἀ- στερητ. + θ. λησ- / λᾱσ- τού αρχ. ρ. λανθάνω / λήθω «ξεχνώ, λησμονώ»). ("Ἅληστον" χαρακτηρίζει τη γνώση του Θεού ο Μάξιμος Ομολογητής για όποιον μια έστω φορά τον γνωρίσει).
(Κι όμως, ο Μαβίλης στο ποίημά «Λήθη» που παραθέτουμε αντιστρέφει την κατεύθυνση της λ ή θ ης: Οι νεκροί θέλουν, αλλά δεν μπορούν να θυμούνται. Οι ζωντανοί θέλουν, μα δεν μπορούν να λησμονήσουν).
Υπάρχει όμως το αντίδοτο (ή έστω η παρηγοριά) της λήθης ως άλλης όψη του θανάτου: η ΜΝΗΜΗ.
Γι’ αυτό οι νεκροί τοποθετούνται σε ΜΝΗΜΑΤΑ (στη δημώδη γραμματεία αποκαλούνται «μνημόρια» και «μνημούρια») και στη ΜΝΗΜΗ τους αποδίδονται τιμές και τελούνται ΜΝΗΜΟΣΥΝΑ (στα μεσαιωνικά χρόνια «μνημοσύνες»). Σε επίσημες τελετές γίνονται ΕΠΙΜΝΗΜΟΣΥΝΕΣ δεήσεις. Ο ιερέας ΜΝΗΜΟΝΕΥΕΙ τα ονόματα των νεκρών. Προς τιμήν των ηρώων στήνονται ΜΝΗΜΕΙΑ.
Και η γνωστή ευχή «αιωνία η μνήμη», κατά την παραδεδομένη αυθεντική της εκκλησιαστική ερμηνεία, δεν είναι μια ευχή για μνήμη, αλλά προαναγγελία της ανάστασης: ήδη αλλά όχι ακόμα. ❧
__________
Δεν είναι μόνο η μέρα των ερωτευμένων αλλά και η μέρα των ψυχών. 
Το αφιερώνουμε σε όσους «δεν βολεί να λησμονήσουν» τους ανθρώπους που έχασαν... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου