Α.

εἰδότες ὅτι ἡ θλῖψις ὑπομονὴν κατεργάζεται,
ἡ δὲ ὑπομονὴ δοκιμήν,
ἡ δὲ δοκιμὴ ἐλπίδα." (Ρωμ. 5,3-4)
Η λέξη "δοκιμή" εδώ συνδυάζει δύο διαφορετικές όψεις:
τη δοκιμασία (ταλαιπωρία, εξέταση, δυσκολία)
Με μια εξαιρετική ακριβή διατύπωση ο Π. Τρεμπέλας (από τους «δοκιμότερους» ερμηνευτές της Καινής Διαθήκης) αποδίδει τη λέξη ως «δοκιμασμένη αρετή»
γιατί η θλίψη γεννά την υπομονή,
η υπομονή οδηγεί στη δοκιμασμένη αρετή
και η δοκιμασμένη αρετή γεννά ελπίδα".
Είναι ενδιαφέρον ότι στην Καθολική επιστολή Ιακώβου (η οποία θεωρείται από τους μελετητές ότι αναπτύσσει ή απαντάει σε θέματα που έχει θέσει ο Παύλος) υπάρχει η αντίστροφη φορά:
κατεργάζεται ὑπομονήν." (Ιακ. 1,3)
Εδώ, το "δοκίμιον" είναι η δοκιμασία που αποδεικνύει τη γνησιότητα της πίστης.
________________________________________
Β.
● Δόκιμος (αρχ. < δοκῶ, "νομίζω, θεωρώ σωστό"): Το επίθ. "δόκιμος" είχε εξ αρχής τη σημ. «αξιόπιστος, αποδεκτός κατόπιν δοκιμής». Επίσης «διακεκριμένος, ξεχωριστός» (πβ. Ηροδ. Ἱστ. 1.158: ἀνὴρ τῶν ἀστῶν ἐὼν δόκιμος). Άρα συνδυάζει τις σημασίες «εξέταση» και «ποιότητα».
Κατά τον Μεσαίωνα δήλωσε επίσης τον «μαθητευόμενο μοναχό». Ο στρατιωτικός όρος δόκιμος αξιωματικός αποτελεί απόδ. ξένου όρου (πβ. γερμ. Offiziersanwärter).
● Δοκιμή (αρχ. < δόκιμος): Αρχικά σήμαινε "δοκιμασία, έλεγχος", ενώ αργότερα εξελίχθηκε και στη σημασία της "προσπάθειας, απόπειρας". Η έννοια της απόπειρας επέτρεψε τη δημιουργία του όρου "δοκίμιο" ως μικρής πραγματείας (απόδοση του γαλλικού essai), το οποίο ο Σεφέρης, ανασκάπτοντας ποιητικά την προέλευση της λέξης, μετονόμασε ξανά σε "δοκιμή" (Οι "Δοκιμές του Σεφέρη").
Αλλά, όπως στο χωρίο του Παύλου, ενίοτε σήμαινε και την κατάσταση του "δόκιμου", αυτού που έχει δοκιμαστεί.
● Δοκιμάζω (αρχ. δοκιμάζω): Από τον 5ο αι. π.Χ., σήμαινε "εξετάζω, ελέγχω, δοκιμάζω την αξία κάποιου ή κάτι". Αυτό όμως συνεπάγεται ενδελεχή έλεγχο. Γι’ αυτό μεταφορικά πήρε τη σημασία «υποβάλλω σε βάσανο, ταλαιπωρία». Χαρακτηριστικό είναι το χωρίο από Σοφία Σολομώντος (3,6):
( τους δικαίους)» (Τους εδοκίμασεν, όπως ο χρυσοχόος
δοκιμάζει και καθαρίζει τον χρυσόν δια του πυρός).
● Δοκιμασία: Ακολουθώντας την εξέλιξη του ρ. "δοκιμάζω" η δοκιμασία, ενώ αρχικά ήταν η "διαδικασία ελέγχου, εξέτασης", μεταφορικά πήρε και τη σημ. "μεγάλη ταλαιπωρία, βασανιστική εμπειρία" (την οποία σε μεγάλο βαθμό έχει σήμερα).
______________________
Γ.
● Η θλίψη καλλιεργεί υπομονή.
● Η υπομονή δεν είναι παθητική αναμονή, είναι ενεργητική πορεία που οδηγεί στη αρετή.
● Η επιβεβαιωμένη αρετή -η απόδειξη ότι κάποιος είναι γνήσιος, ισχυρός, ανθεκτικός- οδηγεί στην ελπίδα ότι τελικά θα τα καταφέρει.
🙠 ❝ Η προέλευση και ιστορία των ελληνικών λέξεων ❞

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου