Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2026

🌾 Η αρπαγή της γυναίκας του Διγενή (ακριτικό) ~

 

Στον κόσμο των ακριτικών τραγουδιών, ο Διγενής Ακρίτας δεν είναι μόνο ο υπεράνθρωπος πολεμιστής των συνόρων, αλλά και ένας άνθρωπος της γης, δεμένος με τη φύση και τις οικογενειακές αξίες. Αναρτούμε ένα σχετικό τραγούδι (σε παραλλαγή από τη Χίο) 
Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.
📖🌾 ΚΑΤΩ στα ρούσια χώματα και σε βαθύ λιβάδι
εκεί σπέρνει ο Διγενής με τ' ώριον του ζευγάρι.
Φακήν και ρόβιν έσπερνε, ταήν του ζευγαριού του.
Πουλάκιν πήγεν κι ήκατσεν στην όσκερην τ' αλέτρου.
- «Εσύ σπέρνεις, βρε Διγενή, μα την καλή σου κλέψαν».
- «Αν την εκλέψανε εχτές, να πα' να την γυρεύω,
αν την έκλεψαν σήμερα να κάμω την σποριά μου».
- «Εγώ σου λέω, Διγενή, πως την καλή σου κλέψαν».
Και το ζευγάριν 'νέφηκε, στον στάβλον του πηγαίνει,
Παίρνει τ' αργυροκλείδια του, τον στάβλον ξεκλειδώνει.
Τους στάβλους εξεκλείδωσε, τους μαύρους ενερώτα.
Όσοι μαύροι τον είδανε αίμαν εκατουρούσαν,
όσοι τον εκαλόδανε έπεσαν κι εψοφούσαν.
Ένας μαύρος, παλιόμαυρος, χίλιω χρονώ κοντιάρης
εστάθην και 'ποκρίθην του σαν κάλλιο παλικάρι.
- «Αν είν' για την κυρά καλή, εγώ να σου την φέρω,
γιατί με κρυφοτάιζε αφ' τ' ακριβό κριθάρι,
γιατί με κρυφοπότιζε μες σ' αργυρή λεγένη.
Δέσε μου τη μεσίτσα μου με λαχουρί ζωνάρι·
σφίξε μου το κεφάλι μου με συρματένια τρίχα
κι αμέσως την κυρά καλή εγώ θα σου την εύρω»
Βιτσιά δίνει του μαύρου του και στα βλοΐδια φτάνει.
Ο μαύρος σιλιμούντρησε, κι η κόρη γνώρισέν το.
-«Πάψε, παπά, τα γράμματα και, διάκο, τα βαγγέλια
κι ο μαύρος μου σιλιμουντρά κι ο Διγενής είν' κι ήρτε»
Κι ο μαύρος εγονάτισε κι επάνω του την πήρε.
Κι όσο να πουν, για δείτε το! παίρνει σαράντα μίλια
κι όσο να πούνε, πιάτε το! μήτ' ήτο μήτ' εφάνη.
______________
▸ ρούσιος: κόκκινος
▸ ρόβι(ν): δημητριακό για ζωοτροφή.
▸ ταή: ζωοτροφή
▸ όσκερη: η χειρολαβή του αλετριού.
▸ νέφηκε: άφησε.
▸ κοντιάρης: πληγιασμένος.
▸ λεγένη: δοχείο
▸ λαχουρί: ζωνάρι
▸ βλοΐδια: (ευλογίδια)·τα στεφανώματα, ο γάμος

Δεν υπάρχουν σχόλια: