(λαϊκ.) 1. η κνήμη ή το πόδι ολόκληρο· κυρ. στη ΦΡ. απλώνω / τεντώνω την αρίδα μου (ή τις αρίδες μου) απλώνω τα πόδια μου, ξαπλώνω αναπαυτικά·
2. χειροκίνητο τρυπάνι για ξυλουργικές κ.ά. εργασίες.

______________
τῆς γλώσσης δύναταί τις νά εἲπῃ
ὅτι ὄντως ἀπώλοντο». (Γ. Χατζηδάκις. ΜΝΕ)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου