῾Ο ῞Αγιος καταγόταν ἀπὸ τὸ Μερίχοβο τῆς Καρδίτσας, τὴν σημερινὴ ῾Αγία Τριάδα. Νεαρὸς πῆγε στὸ ῞Αγιον ῎Ορος καὶ μόνασε στὴν ῾Ι. Μ. Φιλοθέου. ̉Αφοῦ ἔζησε λίγο καιρὸ ἐκεῖ ὑποτάχθηκε στὸν ἀσκητή Δομέτιο ὅπου ἔμεινε τρία χρόνια ἀγωνιζόμενος γιὰ τὴν κάθαρση τοῦ ἑαυτοῦ του ἀξιώθηκε νὰ ἀκούσει θεία φωνὴ ποὺ τοῦ ἔλεγε: «Δαμιανέ, δὲν πρέπει νὰ ζητᾶς μόνο τὸ συμφέρον σου ἀλλὰ καὶ τῶν ἄλλων». Τότε ἄφησε τὸ ῞Αγιον ῎Ορος καὶ ἦλθε στὴν περιοχὴ τοῦ ̉Ολύμπου ὅπου περιόδευε τὰ χωριὰ καὶ κήρυττε στοὺς Χριστιανοὺς τὴ μετάνοια καὶ τὴν τήρηση τῶν ἐντολῶν. ῾Ο μισόκαλος διάβολος παρακίνησε ἀσεβεῖς, νὰ τὸν κατηγορήσουν στὶς ἀρχές. ῾Ο ἅγιος τότε ἔφυγε γιὰ τὰ μέρη τοῦ Κισσάβου, ὅπου ἵδρυσε μονή. Πηγαίνοντας γιὰ δουλειὲς τῆς μονῆς στὸ χωριό, Βουλγαρίνη, συνελήφθη ἀπό τοὺς Τούρκους, οἱ ὁποίοι τὸν ὁδήγησαν στὸν πασὰ τῆς Λάρισας μὲ τὴν κατηγορία ὅτι ἐμποδίζει τοὺς Χριστιανοὺς νὰ συμμετέχουν στὰ παζάρια τῆς Κυριακῆς. ῾Ο πασὰς διέταξε νὰ τὸν βασανίσουν. Γιὰ δεκαπέντε μέρες τὸν βασάνιζαν μὲ διάφορους τρόπους γιὰ νὰ τὸν κάνει νὰ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό. ῾Ο ῞Αγιος ὅμως ἔμενε σταθερὸς στὴν πίστι του. Τότε ὁ πασὰς διέταξε νὰ τὸν ἀπαγχονίσουν καὶ μετὰ νὰ κάψουν τὸ σῶμα του. ̉Αφοῦ τὸν κρέμασαν ἀργότερα κάποιος, ἔκοψε τὸ σκοινὶ καὶ ἔπεσε κάτω ὁ μάρτυρας μισοπεθαμένος. Τὸν σήκωσαν καὶ ζωντανὸ τὸν ἔριξαν στὴ φωτιά. ̉Αφοῦ κάηκε τὸ σῶμα του τὴ στάχτη του τὴν ἔριξαν στὸν Πηνειὸ ποταμό.
