
Η φουστανέλα έγινε «εθνικό ένδυμα» όχι επειδή την φορούσαν οι περισσότεροι, αλλά επειδή η νέα Ελλάδα την ανέδειξε ως επίσημη εικόνα της: στον στρατό, στο παλάτι και στις τελετές. Αργότερα στη φωτογραφία και τον κινηματογράφο.
Η βράκα ήταν το καθημερινό ρούχο των νησιών και των ναυτικών κοινωνιών, όμως η φουστανέλα συνδέθηκε με την Επανάσταση και πέρασε ως η εικόνα που ήθελε να δείξει το νεοσύστατο κράτος προς τα έξω. Ο Όθωνας και η Αμαλία έδωσαν βασιλική σφραγίδα στο τι θα λέγεται «εθνική ενδυμασία».
Γράφει ο συνεργάτης μας, ιστορικός ερευνητής Στέφανος Μίλεσης
Όταν γίνεται λόγος σήμερα περί της εθνικής μας φορεσιάς, αμέσως ο νους των περισσοτέρων τρέχει στην φουστανέλα. Όμως, αν δει κάποιος τις ενδυμασίες κατά την διάρκεια της Επανάστασης, θα διαπιστώσει πως οι περιοχές που βρακοφορούσαν ήταν περισσότερες στον αριθμό συγκριτικά με τις περιοχές όπου οι κάτοικοί τους φορούσαν τη φουστανέλα.
Οι βρακοφόροι Έλληνες
Στις περισσότερες νησιωτικές περιοχές του ελληνικού χώρου, η βράκα ήταν η κυρίαρχη ανδρική φορεσιά. Το ίδιο ίσχυε σε όλα τα νησιά του Αιγαίου, αλλά και στα Επτάνησα, ενώ στη μεγάλη έκταση της Εύβοιας οι κάτοικοι φορούσαν επίσης βράκες, με εξαίρεση τις ορεινές ζώνες.
Ιδιαίτερη θέση σε αυτή την εικόνα κατείχε η Κρήτη, που κράτησε τη βράκα πιο έντονα και πιο σταθερά από κάθε άλλη περιοχή. Και η χρήση της δεν περιοριζόταν μόνο στα νησιά: βρακοφόροι ήταν και οι Μανιάτες, όπως και πολλές περιοχές της νότιας Πελοποννήσου, αλλά και σχεδόν ολόκληρη η πελοποννησιακή ακτογραμμή, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Κόρινθο.
Βράκες συναντούμε ακόμη στην Αθήνα, αλλά και στις παράκτιες περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, ενώ η ίδια ενδυματολογική παράδοση εμφανίζεται σε ελληνικούς πληθυσμούς της Θράκης, της Κωνσταντινούπολης και της Ιωνίας, καθώς και σε κοινότητες πέρα από τα σημερινά σύνορα του ελληνικού κράτους, όπως στον Πόντο.
Η εικόνα είναι σαφής: οι βρακοφόροι Έλληνες αποτελούσαν αριθμητικά πολύ μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, ενώ οι φουστανελοφόροι εντοπίζονταν κυρίως σε ορεινές και ηπειρωτικές περιοχές της Πελοποννήσου και της Στερεάς Ελλάδας.

Βρακοφόροι σε σκηνή καθημερινής ζωής σε λιμάνι, μέσα από παλιά έγχρωμη εικονογράφηση
Φουστανέλα και Ευζωνικά Τάγματα
Όταν η Ελλάδα απέκτησε την ανεξαρτησία της, η φουστανέλα αναδείχθηκε σε σύμβολο του νέου κράτους, παρότι η βράκα ήταν πιο διαδεδομένη στον πληθυσμό. Δεν είναι τυχαίο ότι τα επίλεκτα σώματα του στρατού, τα ευζωνικά τάγματα, καθιέρωσαν τη φουστανέλα ως επίσημη στολή, αφήνοντας στο περιθώριο την καθημερινή φορεσιά μεγάλου μέρους των Ελλήνων που βρακοφορούσαν.
Κι όμως, η παρουσία των βρακοφόρων στον Αγώνα κάθε άλλο παρά μικρή ήταν. Τα εμπορικά πλοία μετατράπηκαν γρήγορα σε πολεμικά και το ναυτικό αποτέλεσε από τα πρώτα χρόνια το πιο αποτελεσματικό όπλο της Επανάστασης, σκορπίζοντας φόβο στον οθωμανικό στόλο. Και στη στεριά, βρακοφόροι πολέμησαν σε σημαντικές επιχειρήσεις, από Υδραίους πεζικάριους μέχρι Κρητικούς και Μανιάτες, όπως στις συγκρούσεις του 1827 για την απελευθέρωση του Κάστρου της Αθήνας, με έναν κατάλογο συμμετοχών που είναι πραγματικά μεγάλος και δεν περιορίζεται μόνο στα ναυτικά πεδία.

Βρακοφόρος πολεμιστής σε παραδοσιακή φορεσιά, με ραβδί και μαντήλι στο κεφάλι: μια μορφή που θυμίζει τον νησιωτικό και παράκτιο ελληνισμό του 19ου αιώνα.
Οι Βρακοφόροι ήρωες
Αν σταθούμε στους καπεταναίους του Αγώνα, οι οποίοι φορούσαν βράκα, θα δούμε ότι δεν υστερούν σε αριθμό σε σχέση με τους φουστανελοφόρους οπλαρχηγούς. Αρκεί να θυμηθούμε μερικά μόνο ονόματα, όπως ο Σαχτούρης, ο Τομπάζης, ο Μιαούλης, ο Παπανικολής, ο Κριεζής, ο Ματρώζος, οι Κουντουριώτηδες και πολλοί ακόμη.
Ακόμη κι αν δεχθεί κανείς ότι οι βρακοφόροι εμφανίζονται λιγότερο στο «προσκήνιο» της πολεμικής αφήγησης, η συμβολή τους στον Αγώνα ήταν τόσο καθοριστική, ώστε χωρίς αυτούς —και κυρίως χωρίς τη ναυτική τους δύναμη— η Επανάσταση δύσκολα θα μπορούσε να σταθεί και να προχωρήσει.

Βρακοφόρος σε παρέλαση, με ναυτική σημαία
Οι λόγοι επικράτησης της φουστανέλας
Παρότι η βράκα ήταν ευρύτερα διαδεδομένη, στα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας παραμερίστηκε αισθητά και η ένταξή της στη Βασιλική Φρουρά, που αργότερα έγινε Προεδρική, άργησε πολύ να έρθει.
Ήδη, μάλιστα, από τη δεκαετία του 1930 καταγράφονται ενστάσεις και διαμαρτυρίες για να αποκτήσουν θέση και βρακοφόρα τμήματα στα Ευζωνικά Τάγματα. Έτσι γεννιέται εύλογα το ερώτημα: πώς έγινε και τελικά η φουστανέλα επικράτησε ως «εθνικό ένδυμα», ενώ η βράκα είχε μεγαλύτερη εξάπλωση στον ελληνικό κόσμο;
Η απάντηση βρίσκεται κυρίως σε δύο παράγοντες. Ο πρώτος έχει να κάνει με την ίδια τη βασιλική εξουσία και ειδικά με τον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας. Ο Όθωνας, μαζί με τη βασίλισσα Αμαλία, ουσιαστικά καθιέρωσαν τι θα σημαίνει «εθνική ενδυμασία», επιλέγοντας οι ίδιοι ποια εικόνα θα εκπροσωπεί το νέο κράτος. Ο Όθωνας ταυτίστηκε σταθερά με τη φουστανέλα, απαθανατίστηκε με αυτήν σε πλήθος απεικονίσεων και δεν επέλεξε ποτέ τη βράκα.
Με την έγκριση του πατέρα του, Λουδοβίκου, διαμόρφωσε, μάλιστα, μια λαμπρή βασιλική εκδοχή της, με βάση τη φουστανέλα, και την παρουσίασε ως «εθνική» σε δημόσιες εμφανίσεις, όπως στην επίσκεψή του στο Μεσολόγγι, έναν χρόνο πριν από τον γάμο του. Η Αμαλία, ακολουθώντας το ίδιο πρότυπο, δημιούργησε τη δική της σύνθεση, τη γνωστή φορεσιά που έμεινε στην ιστορία ως «Αμαλία».

Η φουστανέλα στην καθημερινότητα μιας άλλης εποχής: ηλικιωμένος φουστανελοφόρος στο κέντρο της πόλης, την ώρα που του γυαλίζουν τα παπούτσια, ανάμεσα σε αυτοκίνητα και τον σύγχρονο δρόμο.
Κι όμως, η εικόνα έχει μια χαρακτηριστική αντίφαση: ο ίδιος ο Όθωνας, ενώ προέβαλε τη φουστανέλα ως σύμβολο, υπέγραψε διατάγματα που την περιόριζαν στον δημόσιο χώρο. Οι δημόσιοι υπάλληλοι υποχρεώνονταν να φορούν ευρωπαϊκά ρούχα, τα λεγόμενα «στενά», και όποιος δεν συμμορφωνόταν πλήρωνε πρόστιμο 50 δραχμές την ημέρα.
Με άλλα λόγια, ο εκσυγχρονισμός και η δυτικοποίηση που επεδίωκε το κράτος ξεκινούσαν ακόμη και από την εμφάνιση, από το τι θεωρούνταν «σωστό» και «πολιτισμένο» να φοριέται στον δημόσιο βίο.

Ο Όθωνας με φουστανέλα
Από τη βράκα στο παντελόνι: ο δυτικός εκσυγχρονισμός στα νησιά και τα παράλια
Αυτός ήταν και ο δεύτερος, ίσως ο πιο καθοριστικός λόγος: ο εκμοντερνισμός της ελληνικής κοινωνίας και η επιθυμία της να μοιάσει στη «πολιτισμένη» Δύση. Η αλλαγή δεν επιβλήθηκε μόνο από τα βασιλικά διατάγματα του Όθωνα, αλλά προχώρησε και με τη συναίνεση πολλών Ελλήνων, ιδιαίτερα των βρακοφόρων νησιωτών που είχαν καθημερινή επαφή με τον έξω κόσμο.
Οι νησιώτες, χάρη στα ταξίδια τους στα μεγάλα ευρωπαϊκά λιμάνια, έβλεπαν από κοντά τη δυτική ένδυση και κυρίως το παντελόνι, τα λεγόμενα «φράγκικα». Και καθώς ήθελαν να φέρουν τον “αέρα” της προόδου στα νησιά τους, έγιναν οι ίδιοι φορείς των νέων συνηθειών, ανάμεσά τους και της νέας εμφάνισης.
Σιγά σιγά, ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις τοπικές φορεσιές και στα φράγκικα ρούχα έγερνε προς τη μία κατεύθυνση: τα παντελόνια κέρδιζαν, ενώ η βράκα υποχωρούσε. Ακόμη και η αρχική ειρωνεία ή καχυποψία απέναντι στη «φράγκικη» φορεσιά, ιδιαίτερα στα παράλια, άρχισε με τον καιρό να ξεθωριάζει.
Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα της υδραίικης συνοικίας στον Πειραιά, γύρω στα 1835–1840. Εκεί, όποιος τολμούσε να κυκλοφορήσει με φράγκικα ρούχα, μπορούσε να βρεθεί σε πραγματικό κίνδυνο, καθώς παιδιά της γειτονιάς τον λιθοβολούσαν κρυμμένα πίσω από μάντρες και ταράτσες.
Αντίθετα, στη συνοικία των Χίων τα παντελόνια ήταν ήδη αποδεκτά, αφού πολλοί Χιώτες μεγαλέμποροι και εφοπλιστές είχαν συνηθίσει να βλέπουν την ευρωπαϊκή φορεσιά στην Αγγλία και στα μεγάλα εμπορικά κέντρα. Τελικά, ακόμη και οι αντιδρώντες Υδραίοι εγκατέλειψαν τη βράκα και φόρεσαν παντελόνι.
Το ίδιο μοτίβο επαναλήφθηκε στην Άνδρο, στη Σύρο και σε πολλά μέρη που αστικοποιούνταν, με τα νησιά και τα παράλια να βρίσκονται στην πρώτη γραμμή αυτής της αλλαγής.

Καφενείο του 19ου αιώνα. Βρακοφόροι και φουστανελοφόροι συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο, σε μια σκηνή όπου η παραδοσιακή φορεσιά συναντά το νέο αστικό ύφος.
Οι φουστανελοφόροι που επέμειναν ελληνικά
Στον αντίποδα των νησιών και των παραλίων, η ορεινή και ηπειρωτική Ελλάδα παρέμεινε δεμένη με την τοπική της φορεσιά, τη φουστανέλα. Έτσι, ενώ η βράκα υποχώρησε σχετικά γρήγορα μπροστά στο παντελόνι και τον δυτικό εκσυγχρονισμό, η φουστανέλα άντεξε περισσότερο απέναντι στη «φράγκικη» μόδα, και τελικά επιβλήθηκε συμβολικά ως το κατεξοχήν ελληνικό ένδυμα.
Καθώς έμενε σχεδόν μόνη της σε αυτόν τον άνισο ανταγωνισμό, η φουστανέλα ταυτίστηκε με την επιμονή στην παράδοση, με τα παλιά ήθη και με τη στάση εκείνων που δεν ήθελαν να παραδοθούν στη δυτική αλλαγή.
Εμβληματική μορφή αυτής της επιλογής υπήρξε ο Μακρυγιάννης, ο οποίος συνέχισε να εμφανίζεται με φουστανέλα, ακόμη και όταν επί Όθωνα υπήρχαν διατάγματα με πρόστιμα για όσους δεν φορούσαν ευρωπαϊκά ρούχα.
Δεν δίσταζε, μάλιστα, να παρουσιάζεται έτσι ακόμη και μπροστά στον ίδιο τον βασιλιά. Αργότερα, όταν διορίστηκε αρχηγός της Χωροφυλακής, βρέθηκε αντιμέτωπος με ένα περιβάλλον, στο οποίο η φουστανέλα θεωρούνταν ανεπιθύμητη.
Προτίμησε να παραιτηθεί, αρνούμενος όχι μόνο να αλλάξει την ενδυμασία του αλλά και να υποταχθεί στις οδηγίες του Γάλλου οργανωτή Γκαγιάρ, γράφοντας χαρακτηριστικά πως «ούτε στην οδηγία του Γραλλιάρη μπαίνω, ούτε την ενδυμασία μου αλλάζω».
Και δεν ήταν ο μόνος. Πολλοί οπλαρχηγοί επέμειναν στη φουστανέλα και αρνήθηκαν να φορέσουν τα «φράγκικα», με αποτέλεσμα αρκετοί να μείνουν εκτός στρατεύματος. Ο Αυστριακός Πρόκεν κατέγραψε εύστοχα ότι οι προσπάθειες για ευρωπαϊκό ιματισμό και εξοπλισμό απομάκρυναν από τη στρατιωτική υπηρεσία «τους χρησιμοτάτους άνδρας» και τους μετέβαλαν σε δυσαρεστημένους:
“Αι προς ευρωπαϊκός ιματισμόν και εξοπλισμόν απόπειραι, απεμάκρυναν εκ της στρατιωτικής υπηρεσίας, τους χρησιμοτάτους άνδρας και μετέβαλλον αυτούς εις δυσαρεστημένους”.

Βρακοφόρος άνδρας σε παραδοσιακή νησιωτική φορεσιά, καθισμένος σε πέτρινο τοίχο
Οι φουστανελοφόροι ως αντικείμενο φωτογράφησης
Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι φουστανελοφόροι αρχίζουν να ξεχωρίζουν σαν μια εικόνα που «φεύγει» από την καθημερινότητα. Κινούνται πια σχεδόν μόνοι, μέσα σε πόλεις και δρόμους όπου κυριαρχεί το παντελόνι, και γι’ αυτό ακριβώς γίνονται αγαπημένο θέμα της φωτογραφίας: μοιάζουν με ζωντανό υπόλειμμα μιας άλλης εποχής.
Η εικόνα τους αποκτά ακόμη μεγαλύτερη δύναμη, όταν τοποθετείται μπροστά σε έργα εκσυγχρονισμού, όπως στη γέφυρα της Διώρυγας της Κορίνθου ή δίπλα σε ατμόπλοια, εκεί όπου το «παλιό» και το «νέο» συνυπάρχουν στο ίδιο κάδρο.

Φουστανελοφόρος μπροστά στη Διώρυγα της Κορίνθου: το «παλιό» της παράδοσης στο ίδιο κάδρο με το μεγάλο έργο του εκσυγχρονισμού.
Καθώς η φουστανέλα γινόταν μια ανάμνηση και αγαπημένο θέμα της φωτογραφίας, ήρθε και ο κινηματογράφος, ο οποίος την ανέδειξε ακόμη περισσότερο ως εικόνα «ελληνικότητας».
Από τα πρώτα χρόνια του ελληνικού σινεμά, η φουστανέλα δεν ήταν απλώς ένα κοστούμι εποχής, αλλά ένας γρήγορος κώδικας, για να δηλωθεί η παράδοση, το χωριό, η τιμή, ο έρωτας και η «παλιά Ελλάδα» που συγκινεί.
Δεν είναι τυχαίο ότι διαμορφώθηκε σχεδόν μια ολόκληρη κατηγορία έργων γύρω από αυτό το μοτίβο, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα τη Γκόλφω και τα συναφή δραματικά ή ποιμενικά θέματα, όπου η φουστανέλα λειτουργούσε σαν σκηνικό της ίδιας της εθνικής αφήγησης.
Μια άλλη γνωστή ταινία με φουστανέλες ήταν η “Αστέρω”. Η πρώτη ταινία γυρίστηκε βουβή το 1929, από την περίφημη Dag Film των αδελφών Γαζιάδη. Ακολούθησε το 1959 η Φίνος Φιλμ και η ταινία ήρθε πρώτη εισπρακτικά, ενώ συμμετείχε στο 9o Φεστιβάλ Βερολίνου του 1959.
Η Αλίκη Βουγιουκλάκη κάνει την παρθενική της εμφάνιση σε ταινία της Φίνος και τότε της δόθηκε ο τίτλος “Εθνική Σταρ” από τη σημαντική δημοσιογράφο της εποχής, Ελένη Βλάχου. Πρόκειται, επίσης, για την πρώτη εμφάνιση του κινηματογραφικού ζευγαριού Αλίκης Βουγιουκλάκη Δημήτρη Παπαμιχαήλ.

Η πρώτη εμφάνιση του κινηματογραφικού ζευγαριού Αλίκης Βουγιουκλάκη Δημήτρη Παπαμιχαήλ ήταν με φουστανέλες στην Αστέρω το 1959. Αρχείο Finos Film
Αν θέλουμε να συνοψίσουμε, η βράκα υποχώρησε και σταδιακά χάθηκε στο όνομα του δυτικού εκσυγχρονισμού, άλλοτε με διοικητικές πιέσεις και απαγορεύσεις, άλλοτε με την ίδια την επιλογή των κατοίκων, ιδιαίτερα στις ναυτικές και αστικοποιούμενες περιοχές.
Αντίθετα, η φουστανέλα κράτησε περισσότερο, άντεξε και τελικά μετατράπηκε σε σύμβολο παράδοσης και «επιμονής», σε ένα σημάδι ταυτότητας που το κράτος ανέδειξε ως εθνικό, παρότι στην πραγματικότητα δεν αντιπροσώπευε το σύνολο του ελληνικού κόσμου.
πηγήΑρχική φωτογραφία: Φουστανέλες στην κινηματογραφική “Αστέρω”. Τα γυρίσματα της ταινίας πραγματοποιήθηκαν στην Ζαχλωρού και στο σπήλαιο των Ιωαννίνων. Αρχείο Finos Film

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου