
Είδε ο Μέγας Αντώνιος τις παγίδες του διαβόλου ' εστρωμένες' στην γη και αναρωτήθηκε ποιος μπορεί να τις αποφύγει. Τότε θεία φωνή του αποκάλυψε: Ο ταπεινός!
Κάποτε που ο αββάς Αντώνιος προσευχόταν στο κελλί του, άκουσε μια φωνή να του λέει: «Αντώνιε, ακόμη δεν έφτασες στο μέτρο του τάδε τσαγγάρη που ζει στην Αλεξάνδρεια». Σηκώθηκε λοιπόν ο γέροντας το πρωί, πήρε το φοινικένιο ραβδί του και πήγε να τον βρει. Αφού μπήκε στο σπίτι του και τον χαιρέτησε, κάθισε μαζί του και του είπε: «Πες μου, αδελφέ, τις πράξεις σου».
Εκείνος του αποκρίθηκε: «Δεν βλέπω στον εαυτό μου, αββά, να έχω κάνει κανένα καλό, εκτός από το ότι, καθώς σηκώνομαι το πρωί, για να αρχίσω τη δουλειά μου, λέω μέσα μου ότι όλη αυτή η πόλη,
από τον μικρότερο ως τον μεγαλύτερο,
θα μπουν στη βασιλεία των ουρανών για τις αρετές τους,
και μόνο εγώ θα κληρονομήσω την κόλαση
για τις αμαρτίες μου.
Και πάλι το βράδυ, πριν κοιμηθώ, λέω τα ίδια λόγια».
Όταν τον άκουσε ο γέροντας, είπε: «Στ’ αλήθεια, σαν καλός χρυσοχόος, καθισμένος με άνεση στο σπίτι σου, κληρονόμησες τη βασιλεία. Ενώ εγώ, καθώς δεν έχω διάκριση, μένοντας όλα μου τα χρόνια στην έρημο, δεν σε έφτασα».( Ευεργετηνός).
Μακάρισε ο Μέγας Αντώνιος τον μοναχό, ο οποίος δισταζε να πει λόγο και έλεγε μόνο: δεν γνωρίζω. Για άλλους έλεγε ότι χάσανε τα λογικά τους γιατί είχαν πεποίθηση στον εαυτό τους και δεν εξηλθαν του κελλίου τους να ερωτήσουν τους αδελφούς τους.
Ανέβαινε η ψυχή του Μεγάλου Αντωνίου στον ουρανό και αυτή την ύστατη στιγμή θέλησε να τον ρίξει ο σατανάς στην υπερηφάνεια και να τον εκδικηθεί.
- Πάει, Αντωνιε, επιτέλους με νίκησες.
- Όχι ακόμα, απάντησε ο Αντώνιος και όταν μόνο κατατάχθηκε στον τόπο της απολαυσης του, θεωρησε ότι ολοκλήρωσε επιτέλους τον δρόμο της τελείωσης.
Τί πετυχε ο Αντώνιος με την ταπείνωση γράφει το Γεροντικό: Έλεγαν ότι ένας γέροντας παρακάλεσε τον Θεό να δει τους πατέρες στον ουρανό. Και τους είδε εκτός από τον αββά Αντώνιο. Λέει λοιπόν στον άγγελο που τους έδειχνε:
– Που είναι ο αββάς Αντώνιος;
Εκείνος δε του είπε:
– Στον τόπο που είναι ο θεός, εκεί είναι.
