
«Ή δουλειά τού παπά είναι νά διαβάζει ονόματα, χιλιάδες ονόματα, ειδικά τών κεκοιμημένων.
Οί ζωντανοί όλο καί κάποιον θά βρούν νά τού πούν τόν πόνο τους, όλο καί κάποιος θά τούς στηρίξει έστω λίγο. Στήν άλλη ζωή όλοι είναι έν μετανοία, αλλά δέν μπορούν οί ίδιοι νά κάνουν τίποτα.
Δουλειά του παπά, είναι νά μνημονεύει ονόματα κεκοιμημένων στήν Προσκομιδή».
«Μία φορά», έλεγε ό παπά-Εφραίμ, κοιμήθηκε ένα καλογέρι μου. Είδα κατόπιν ότι τό καλογέρι δέν είχε πάει σέ καλό μέρος… Έκανα λοιπόν μεγάλη προσευχή γιά τήν ψυχή τού καλογεριού μου.
Τό βράδυ εμφανίζεται ό Χριστός καί μού λέει:
«Σταμάτα νά προσεύχεσαι γιά τό καλογέρι σου, γιατί αυτός έχει τελειώσει».
Ό παπα-Εφραίμ, τίποτα. Συνέχιζε ακάθεκτος τίς προσευχές καί τά κομποσχοίνια καί τή μνημόνευση τού καλογεριού του στήν Προσκομιδή.
Τού εμφανίζεται ξανά ό Χριστός μας καί τού λέει:
«Σέ παρακαλώ, σταμάτα νά τόν μνημονεύεις. Αυτός δέν θά αλλάξει μέρος».
Ό παπα-Εφραίμ συνέχιζε τήν προσευχή γιά τό καλογέρι, τού οποίου ή ψυχή δέν είχε πάει στόν Παράδεισο. Έρχεται ό Χριστός μας γιά τρίτη φορά στόν παπα-Εφραίμ καί τού λέει:
«Σ΄αγαπώ, γιατί μού μοιάζεις! Τό καλογέρι σου δέν αξίζει ό,τι ζητάς, αλλά θά γίνει, επειδή μού μοιάζεις!».
