Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2026

νοσταλγώ ~


▶ Μια από τις ωραιότερες -νοηματικά αλλά και ηχητικά– ελληνικές λέξεις. Ωστόσο, παρά τα αρχαιοελληνικά της συνθετικά, δεν πλάστηκε αρχικά στην ελληνική γλώσσα. Μαρτυρείται πρώτη φορά στα τέλη τού 17ου αιώνα σε ιατρική διατριβή γραμμένη στα Λατινικά ως "nostalgia" (πβ. γαλλ. nostalgie, γερμ. Nostalgie), λέξη σύνθετη από τις λέξεις 
 
 Μπορεί να είναι εικόνα κείμενο που λέει "νοσταλλώ"
 
◆ “νόστος” «επιστροφή (στην πατρίδα)», και
◆ “άλγος” «πόνος».
Ως ιατρικός όρος αναφερόταν σε μια ψυχική νόσο που εκείνη την εποχή τη θεωρούσαν τόσο επικίνδυνη, ώστε μπορούσε να επιφέρει ακόμη και τον θάνατο: τη βαριά μελαγχολία που είχαν άνθρωποι, οι οποίοι ζούσαν για λόγους ανάγκης μακριά από την πατρίδα τους (μισθοφόροι, υπηρέτες κ.ά.), εξαιτίας τής ανησυχίας τους μήπως δεν καταφέρουν να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
▶ Η λέξη αποσυνδέθηκε αργότερα από την ιατρική σημασία και συνδέθηκε γενικότερα με καταστάσεις και δραστηριότητες που προκαλούν έντονη επιθυμία επιστροφής στην πατρίδα (π.χ. τραγούδια που ανακαλούν μνήμες κ.ά.) και αποτέλεσε βασικό στοιχείο τού ρομαντισμού. Από εκεί προέκυψε η σημασία με την οποία γνωρίζουμε τη λ. σήμερα (π.χ. νοσταλγία για παλιές εποχές, για καταστάσεις τού παρελθόντος κ.λπ.).
▶ Στη σημασία αυτή υπάρχουν τουλάχιστον 3 σημασιολογικά χαρακτηριστικά:
~ Το παρελθόν
~ Η οδύνη
~ Η επιστροφή
Σταδιακά όμως σημασία της λέξης άρχισε να γενικεύεται ώστε να σημαίνει γενικά έντονη επιθυμία, και άρχισε να αποβάλλει διάφορα σημασιολογικά χαρακτηριστικά.
☛ Έπαψε να συνδέεται με το παρελθόν (έτσι λέμε πχ. «Έχω νοσταλγήσει το σπίτι μου στο χωριό» – εδώ είναι η διαφορά τόπου και όχι χρόνου, που γίνεται πηγή νοσταλγίας)
☛ Έπαψε να εμπεριέχει οδύνη (λέμε π.χ. έχω νοσταλγήσει ένα παγωτό)
ΠΟΤΕ όμως δεν έπαψε να περιέχει την έννοια της "επιστροφής" σε κάτι που έχουμε ήδη βιώσει. Είτε νοσταλγείς μια εποχή, είτε ένα πρόσωπο, είτε ένα φαγητό, ο λόγος της νοσταλγίας είναι ότι επιθυμείς να ξαναζήσεις τα θετικά βιώματα που συνδέονται με αυτό, και τα οποία έχεις ζήσει με κάποιο τρόπο κάποια στιγμή στο παρελθόν.
Επίσης, ποτέ δεν αναφέρεται σε καινούργιες εμπειρίες. Ακριβώς σε αυτό διαφέρει από άλλα ρήματα που δηλώνουν έντονη επιθυμία, όπως π.χ το «λαχταρώ». Κάποιος π.χ. μπορεί να «λαχταράει να γίνει γιατρός» αλλά δεν «νοσταλγεί να γίνει γιατρός»...
Μπορεί λοιπόν να συνδέεται με το παρελθόν ή με το μέλλον, αλλά πάντα με μια συγκεκριμένη προοπτική
❧ την ε π ι σ τ ρ ο φ ή.
Θα λέγαμε ότι κατά εντελώς παράδοξο τρόπο, η ετυμολογική αφετηρία της λέξης (ο «νόστος»), αν και είναι εντελώς αδιαφανής πλέον ετυμολογικά , ωστόσο ως σημασία έχει επιζήσει ακέραια μέσα στον νοηματικό και εκφραστικό πυρήνα της λέξης.
▶ Στο φως αυτών των παρατηρήσεων, διαπιστώνει κανείς πόση τρυφερότητα και ποιητικότητα μπορούν να αποκτήσουν εκφράσεις π.χ. μιας γιαγιάς που λέει στην κόρη ή στον γιο της «Έχω νοσταλγήσει τα παιδιά». Ή, ακόμα περισσότερο, τα λόγια δύο ερωτευμένων που λένε ο ένας στον άλλο «Σε έχω νοσταλγήσει». Το "νοσταλγώ" παρουσιάζει την επιθυμία για κάποιον ως ανάγκη επιστροφής του...
Δεν είναι αλήθεια ότι πρόκειται για μια από τις ωραιότερες και πιο εκφραστικές ελληνικές λέξεις;

Δεν υπάρχουν σχόλια: