Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2026

Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου

 Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.

Ἐχτὲς μ’ εἶχαν οἱ πίκρες μου λυγίσει καὶ μονάχος
σὲ δάσος καθόμουν σκιερὸ σκίζοντας τὴν καρδιά μου.
Γλυκὸ γιὰ μένα γιατρικό στὶς λύπες μου εἶναι πάντα
μὲ τὴν ψυχὴ στὴ σιγαλιὰ νὰ κρυφοκουβεντιάζω.
Μαζὶ μὲ μουσικὰ πουλιὰ ψιθύριζαν οἱ αὖρες
κι ἀπὸ τὰ ξώκλαδα ψηλὰ νάρκη γλυκιά σταλάζαν
στὴ μαύρη μου βαρυθυμιά. Κι ἀπάνω ἀπὸ τὰ δέντρα
φίλοι τοῦ ἡλιοῦ, γλυκόφωνοι, στηθοτραγουδιστάδες
ὅλο τὸ δάσος γέμιζαν λαλώντας τὰ τζιτζίκια.
Κοντά μου κρύσταλλο νερὸ τὰ πόδια μου φιλοῦσε
ἀνάμεσα στὸ δροσερὸ δάσος γλυκά κυλώντας…
Μὰ ἐγὼ ἀπ’ τὸν πόνο μου γερὰ κρατιόμουν, πού μ’ ἐκράτει
Σταλιὰ δὲ μ’ ἕνοιαζε γι’ αὐτά, γιατὶ ἡ καρδιὰ δὲ θέλει
σὰ σκεπαστεῖ ἀπ’ τὶς λύπες της νὰ μπλέκει σὲ παιγνίδια·
καὶ μέσα στὰ γυρίσματα τοῦ νοῦ ποὺ κυκλοφέρνει
τέτοιαν ἁμάχη ἀντίμαχες εἶχαν στημένη σκέψεις:
«Ποιὸς ἤμουνα, τί θὰ γινῶ, ποιὸς εἶμαι, δὲ γνωρίζω
καθάρια κι οὔτε πιὸ πολὺ ξέρει ὁ σοφότερός μου·
………..
Σταμάτα, κι ἔλα ἀπ᾿ τὸ Θεὸ πιὸ κάτω. Ὑπάκουσέ με.
Μάταια δὲ μ’ ἔπλασε ὁ Θεός. Μὰ τὸ τραγούδι τώρα
ξεϋφαίνω, ὅπως τὸ θέλησεν ἡ λίγη στόχασή μου.
Σκοτάδι τώρα κι ὕστερα λόγος, θὰ καταλάβεις
τὰ πάντα: ἢ ἀντίκρυ στὸ Θεὸ ἢ στῆς φωτιᾶς τὶς φλόγες.
῎Ἔτσι σὰν μοῦ ‘πε ὁ λογισμός, μαλάκωσε κι ὁ πόνος
κι ἀργὰ ἀπ’ τὸ δάσος τὸ ἰσκιαρὸ κίνησα γιὰ τὸ σπίτι.
Κι ἐνῶ γέλιο παράταιρο μ’ ἔπιανε, κάθε τόσο
μοῦ ‘σκιζε ἡ θλίψη τὴν καρδιὰ στοῦ νοῦ μου τὴν ἀμάχη.
Αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου, – Τόμος Θ’, Έπη Ηθικά, μετάφραση Σάκαλης Ιγνάτιος, εκδόσεις ΕΠΕ (Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας).