Περί του αββά Αγάθωνος
ε’. Έλεγαν για τον Αββά Αγάθωνα, ότι πήγαν μερικοί σ’ αυτόν, έχοντας ακουστά ότι ήταν στολισμένος με μεγάλη διάκριση. Και θέλοντας να τον δοκιμάσουν αν οργίζεται, του λέγουν : « Συ είσαι ο Αγάθων ; Ακούσαμε για σένα ότι είσαι ακόλαστος και περήφανος ». Και εκείνος τους λέγει : « Ναι, έτσι είναι ». Και του λέγουν : « Συ είσαι ο Αγάθων ο φλύαρος και φιλοκατήγορος ;». Και τους αποκρίνεται : « Εγώ είμαι». Του λέγουν πάλι : «Συ είσαι ο Αγάθων ο αιρετικός ; ». Και αποκρίθηκε : « Δεν είμαι αιρετικός ». Τον παρακάλεσαν λοιπόν, λέγοντας :« Πες μας, γιατί τόσα σου είπαμε και τα παραδέχθηκες και το τελευταίο δεν το άντεξες ; ». Τους λέγει : « Τα πρώτα τα παίρνω επάνω μου. Γιατί χρέος είναι για την ψυχή μου. Άλλα το αιρετικός είναι χωρισμός από τον Θεό και δεν θέλω να χωρισθώ από τον Θεό». Και εκείνοι, ακούοντάς τον, θαύμασαν τη διάκρισή του και έφυγαν οικοδομημένοι.
δ΄. Ρώτησε ο αββάς Αγάθων τον αββά Αλώνιο, λέγοντας: Πώς μπορώ να κρατώ τη γλώσσα μου για να μη λέγει ψέματα;
Και είπε εις αυτόν ο αββάς Αλώνιος: Εάν δεν πεις ψέματα πολλές αμαρτίες πρόκειται να κάνεις.
Κι εκείνος του είπε: Πώς;
Και είπεν εις αυτόν ο γέροντας: Να, δύο
άνθρωποι ενώπιόν σου έπραξαν φόνο. Και ο ένας έφυγε στο κελλί σου. Και
να, ο άρχοντας τον καταζητεί και σε ρωτά λέγοντας: Ενώπιόν σου φόνος
έγινε.
Εάν δεν πεις ψέματα, θα παραδώσεις τον άνθρωπο εις θάνατον. Καλύτερα άφησέ τον αυτόν ενώπιον του Θεού χωρίς δεσμά. Διότι Εκείνος γνωρίζει τα πάντα.
ΕΛΕΓΕ ὁ ἀββᾶς Ἰωσήφ: Εἴμαστε μὲ τὸν ἀββᾶ Ποιμένα ὅταν ἀποκάλεσε τὸν Ἀγάθωνα ἀββᾶ. Καὶ τοῦ λέμε
— Εἶναι νεαρός• γιατί τὸν ὀνομάζεις ἀββᾶ;
Καὶ ὁ ἀββᾶς Ποιμὴν εἶπε:
— Τὸ στόμα του τὸν ἔκανε νὰ ὀνομάζεται ἀββᾶς.
ζ’. Είπαν πάλι γι’ αυτόν ότι πολλές φορές πήγε από τόπο σε τόπο, έχοντας το σκαλιστήρι του μόνο, στο ζεμπίλι.
ια΄. Ο ίδιος βάδιζε με τους μαθητές του. Και ένας απ’ αυτούς βρίσκει στον δρόμο ένα χλωρό αρακά και λέγει στον γέροντα : « Πάτερ, μου δίνεις την άδεια να το κρατήσω αυτό ; ». Τον κοίταξε λοιπόν ο γέρων απορώντας και του λέγει : « Συ το έβαλες αυτό εκεί ; ». Απαντά ο αδελφός : «όχι ». Τότε του λέγει ο γέρων : « Πώς λοιπόν θέλεις να πάρης κάτι οπού δεν το έβαλες εκεί ο ίδιος ; »
ιδ’. Ο ίδιος Αγάθων, σαν έγινε συμβούλιο στη Σκήτη για κάποιο θέμα και διατυπώθηκε η απόφαση, πήγε υστέρα και τους λέγει : « Δεν διατυπώσατε καλά το ζήτημα ». Και εκείνοι του είπαν : « Συ ποιός είσαι και μιλάς ; ». Και τους αποκρίνεται : « Υιός ανθρώπου. Γιατί είναι γραμμένο : ” Ει αληθώς άρα δικαιοσύνην λαλείτε, ευθείας κρίνατε υιοί των ανθρώπων” .
ιε’. ’Έλεγαν για τον Αββά Αγάθωνα, ότι πέρασε τρία χρόνια έχοντας ένα βότσαλο μέσα στο στόμα του ώσπου κατώρθωσε να σιωπά.
ιστ’. ’Έλεγαν γι’ αυτόν και για τον Αββά Αμμούν, ότι, σαν πουλούσαν κάποιο αντικείμενο, μια φορά έλεγαν την τιμή του και ό,τι τους έδιναν το έπαιρναν σιωπώντας, με ήσυχη την ψυχή. Και πάλι, σαν καμμιά φορά ήθελαν να αγοράσουν κάτι, ό,τι τους ζητούσαν το έδιναν με σιωπή και έπαιρναν το αντικείμενο, χωρίς να προφέρουν λέξη.
ιη’. Ο ίδιος, όταν έβλεπε κάτι και ήθελε ο λογισμός του να το κρίνη, έλεγε μέσα του : «Αγάθων, συ μη το κάνεις αυτό ». Και έτσι ο λογισμός του ησύχαζε.
λ’. Εισήλθε κάποτε ο , Αββάς Αγάθων στην πόλη, για να πουλήση μικρά αντικείμενα. Και βρίσκει, στην άκρη του δρόμου, έναν άνθρωπο λωβιασμένο. Του λέγει ο λωβιασμένος : «Πού πηγαίνεις ; » Του αποκρίνεται ο Αββάς Αγάθων : « Στην πόλη, για να πουλήσω αυτά » Του λέγει : « Κάμε μου τη χάρη, σηκωσέ με και πηγαινέ με εκεί ». Τον σήκωσε λοιπόν και τον πήγε στην πόλη. Του λέγει ο άρρωστος : « Όπου πουλάς τα αντικείμενα, εκεί βάλε με». Και έκαμε όπως του είπε. Και όταν πούλησε ένα αντικείμενο, του έλεγε ο λωβιασμένος : « Πόσο το πούλησες ; ». Και του απαντούσε : « Τόσο ». Και του ξανάλεγε : « Άγορασέ μου μια μικρή πίττα ». Και την αγόραζε. Και πάλι πουλούσε άλλο αντικείμενο. Και του έλεγε ο άρρωστος : « Και αυτό, πόσο ; ». Και του απαντούσε : « Τόσο ». Και του ξανάλεγε : « Αγόρασέ μου αυτό εδώ ». Και το αγόραζε. Αφού λοιπόν πούλησε όλα τα αντικείμενα και σκόπευε να φύγη, του λέγει ο λωβιασμένος : « Φεύγεις ; ». Του απαντά : « Ναι ». Και λέγει : « Κάμε μου πάλι τη χάρη και πηγαινέ με εκεί όπου με βρήκες ». Τον σήκωσε λοιπόν και τον πήγε στον τόπο του. Και του λέγει : « Ευλογημένος είσαι, Αγάθων, από τον Κύριο στον ουρανό και στη γη ». Και σηκώνει τα μάτια του ο γέρων και δεν βλέπει πια κανέναν. Γιατί ήταν Άγγελος Κυρίου, όπου ήλθε να τον δοκιμάση.
iconandlight
