Κυριακή 28 Νοεμβρίου 2021

ΤΟ ΑΚΤΙΣΤΟ ΦΩΣ .

Μπορεί να είναι εικόνα 1 άτομο, παιδί, στέκεται και εξωτερικοί χώροι
Δώδεκα χρόνια πριν γνώρισα μια Αγία Ψυχή.
Την ονόμασα Φωτεινή. Δεν είναι το πραγματικό της όνομα .
Η Κυρία Φωτεινή ήρθε και μου είπε: «Πάτερ μου, μου συμβαίνει κάτι πολύ σοβαρό και ήρθα να ρωτήσω εσάς, γιατί φοβούμαι ότι δεν μπορώ να πω στον καθένα αυτά που μου συμβαίνουν». 
Λέω: «Ευχαρίστως, κυρία Φωτεινή μου. Περάστε ».
Ήταν γύρω στα εξήντα . 
Μια μικρόσωμη γυναίκα αλλά με πολύ φωτεινό Πρόσωπο.
Καθίσαμε λοιπόν και άρχισε να μου διηγείται ότι γεννήθηκε κάπου στη Στερεά Ελλάδα και στα εφτά της χρόνια ορφάνεψε. Έπεσε δυστυχώς σε άπληστους θείους οι οποίοι διαμέλισαν εν μια νυκτί την περιουσία της και την σφετεριστήκανε και την κακομεταχειριζόντουσαν.
Μικρή και ευαίσθητη, έκανε παρέα με τη γειτόνισά της, την κυρά-παπαδιά η οποία ήταν και αυτή χήρα και είχε τρία κορίτσια. Ευτυχώς, η μεγάλη της είχε προλάβει να πάει στην Ακαδημία να γίνει δασκάλα και έτσι βγάζαν τα προς το ζειν. Αλλά επειδή ήταν νοικοκυρές, είχε μάθει η παπαδιά και τα άλλα κορίτσια και μάθαινε και την Φωτεινή, να κεντάνε προίκες για τις πλούσιες κοπέλες, – τότε δεν υπήρχαν οι μηχανές και δεν υπήρχαν τα έτοιμα ενδύματα. Έτσι λοιπόν κεντούσαν τα μονογράμματα στα σεντόνια, στις μαξιλαροθήκες, στις πετσέτες και κάναν άλλα κεντήματα. Και βγάζαν τα προς το ζειν.
Το κοριτσάκι από τα εφτά της χρόνια, άκουγε την ευλαβή γυναίκα να προσεύχεται. Ανάμεσα στους Ψαλμούς που έλεγε, έλεγε και το : «Φχαριστώ Συ. Φχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τῷ Κυρίω.»
Την άκουγε να το λέει συνέχεια και την ρώτησε: « Γιατί συνέχεια λετε ευχαριστώ; Ευχαριστώ Συ Κύριε;»
-«Τι να πω άλλο παιδί μου; Μας έδωσε τόσα αγαθά ο Θεός και μας έχει καλά και με την Χάρη του Θεού Τον γνωρίζουμε. Μόνο ευχαριστώ μπορώ να Του πω. Τίποτε άλλο δεν μπορώ να ζητήσω».
 
Το κοριτσάκι μεγάλωνε και ενστερνίστηκε αυτή την Ευχή. 
Σαν να μην ήξερε άλλη Ευχή και σαν να μην ήξερε άλλη Προσευχή, ό,τι της συνέβαινε έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε». 
 
Έμεινε μέχρι τα δεκαεφτά της χρόνια να κοιμάται στους θείους της στο σπίτι και το πρωί, πρωί-πρωί να φεύγει και να πηγαίνει στης κυρα-παππαδιάς και να της δίνει και εκείνη ένα χαρτζιλίκι, έτσι ώστε να μην χρεώνει τους θείους της για τα δικά της έξοδα.
Στα δεκαεφτά της χρόνια πήγε μια εκδρομή στην Βόρεια Ελλάδα σε ένα γυναικείο Μοναστήρι και πόθησε να γίνει μοναχή. Της άρεσε τόσο πολύ αυτή η ζωή ...Όμως έπρεπε να έχει γονείς να την αφήσουν, γιατί ήταν ανήλικη.
Γυρίζοντας σπίτι βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα δυσάρεστο γεγονός. Οι θείοι της για να την ξεφορτωθούν της είχαν βρει ένα γαμπρό. Έτσι λοιπόν σε ένα χρόνο την παντρέψανε. Ο υποψήφιος σύζυγος είχε καφενείο και δυστυχώς εἰχε μάθει να πίνει και να καταναλώνει και άλλες ουσίες .
Απέκτησε τρία παιδιά η κυρία Φωτεινή που προσπαθούσε να τα αναθρέψει με νουθεσία Κυρίου.
Όμως, 
όποτε γύριζε ο άντρας της από το καφενείο μεθυσμένος και  το παιδί το ένα ήταν άρρωστο ή γκρίνιαζε, προσπαθούσε να τα δείρει και αυτή έβαζε τον εαυτό της μπροστά και έτρωγε το ξύλο, εκτός από τις βρισιές που δεχόταν. Ήταν όμως πάντοτε με την Ευχή στο στόμα «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστήσομεν τῷ Κυρίω». 
Ποτέ δεν παραπονέθηκε.
Στα τέσσερα πέντε χρόνια του γάμου της, επειδή δεν πήγαινε καλά η επιχείρηση του άντρα της, τα ξαδέλφια του του είπανε: «’Ελα σε μας, στην Πρωτεύουσα του νομού να βρούμε ένα καφενείο να βάλουμε το βίος μας με το βιος σου και να κάνουμε ένα μεγάλο καφενείο». Όντως έτσι έγινε.
Βρήκαν και ένα σπιτάκι στην άκρη του χωριού, που είχε ένα πηγάδι και μια μικρή στάνη και μπορούσαν να επιβιώσουνε και οι δυο φτωχικά και όντως κάναν το καφενείο μεγαλύτερο αλλά σιγά σιγά ο καφενές έγινε καφετέρια, η καφετέρια έγινε καφέ-μπαρ και σιγά σιγά έγινε νυκτερινό κέντρο με γυναίκες και με διάφορα τυχερά παιγνίδια. 
Γυρνούσε αργά ο Ανέστης, και την έλεγε «μούχλα», την έλεγε «πανούκλα», «χολέρα». 
Την έβριζε, την ταπείνωνε. 
Εκείνη πάντοτε με το πρόσωπο στραμμένο σε Αυτόν που εκούσια Σταυρώθηκε έλεγε: «Ευχαριστώ Συ Κύριε. Ευχαριστώ Συ Κύριε»
 
Δεκαοχτώ χρόνια πέρασε αυτό το μαρτύριο. 
Δεν την αφήναν να πάει στην Εκκλησία . 
Μου έλεγε με δάκρυα: «Παίρναν, παππά μου, τα παπούτσια μου και τα ρίχναν στο πηγάδι ή τα ρίχναν στη κοπριά για να μην μπορώ να πάω. Πώς θα πάω; Ξυπόλητη; Και τα έβγαζα, τα έπλενα και μετά τα φορούσα».
 Και λέω: «Τον χειμώνα, Βρεμένα τα φορούσατε;» 
«Όχι» λέει, «τα άλειφα και με λίγο λάδι να μην με λέει η γειτονιά ανοικοκύρευτη. 
Και πήγαινα στην Εκκλησία και δεν με ένοιαζε.»
 
Έτσι λοιπόν μετά από δεκαοχτώ χρόνια δύσκολης ζωής, μια μέρα ήταν Καθαρή Δευτέρα, είχε έρθει ο κυρ-Ανέστης από βραδίς στο σπίτι, κατά τις τέσσερις το πρωί τα χαράματα και κοιμόταν, εκείνη ετοίμασε το πρωί τα καλαθάκια για τα παιδιά της, τα μπουγαλάκια τους με τα νηστίσιμά τους για να πάνε να γιορτάσουν τα κούλουμα έξω στην ύπαιθρο, σηκώνεται ο κυρ-Ανέστης και λέει: «Φάνη σήκω. Ετοίμασε την ψησταριά, γιατί θα βάλουμε να ψήσουμε κρέας και να χορτάσουμε. Σήμερα κάλεσα τα παιδιά που είναι κλειστή η ταβέρνα να πιούμε και να φάμε όλοι μαζί.»
 
Τόλμησε τότε η κυρία Φωτεινή να πει: «Βρε Ανέστη μου, σήμερα είναι Καθαρά Δευτέρα. Οι Χριστιανοί όλοι νηστεύουν και τιμάνε την αρχή της Σαρακοστής, που στην Μεγάλη Βδομάδα ο Χριστός μας σταυρώθηκε για την Σωτηρία μας. Τι θα κάνουμε; Σαν τους Εβραίους να φάμε Καθαρά Δευτέρα κρέας;»
 
-«Ρε πανούκλα, εσύ θα με πεις,, Εβραίο…» 
.Άρχισε να την φωνάζει και να την βρίζει, πέταγε τα πράγματα από το σαλόνι του στο σπίτι του, έσπαγε τα πράγματα και όπως πηγαίνει να την χτυπήσει…τον επισκέπτεται ο Κύριος εν βραχίονι υψηλό και πέφτει κατάχλωμος κάτω.
Άρχισε να τρέμει, μαζευτήκαν τα παιδιά, άρχισε ο γιός να φωνάζει στην μάνα του «Εσύ φταις . Τον σκότωσες τον πατέρα μας. Τι του έκανες;»…Ήταν κατάσταση τραγική. Ήταν και τεράστιος ο κυρ-Ανέστης. Ήρθαν οι γείτονες. Τον βάλαν στο κρεβάτι και όταν ήρθε ο γιατρός το μόνο που διαπίστωσε ήταν ότι, δυστυχώς, είχε υποστεί ημιπληγία, είχε αγγιχτεί το κέντρο της ομιλίας του, είχε στραβώσει το στόμα του και το δεξί του χέρι και το δεξί του πόδι είχαν παραλύσει.
Οκτώμισι χρόνια τον διακονούσε με υπομονή, χωρίς να λέει τίποτε παρά μόνο: «Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». 
Τα παιδιά της την βασάνιζαν, την κοροιδεύανε, της κάναν τα ίδια, εκείνη υπέμενε λέγοντας πάντοτε: «Ευχαριστήσομεν τω Κυρίω». 
 Μούγκριζε καμιά φορά ο κυρ-Ανέστης. 
Λέω: «Πώς τα καταφέρνατε της είπα » «Τι να ‘κανα;» λέει «πάτερ μου.» Στην αρχή δεν καταλάβαινα. Κι όταν πήγα μια φορά κοντά του, τότε με το αριστερό του χέρι, που ήταν το μόνο γερό, μου έπιασε την κοτσίδα και με κοπάναγε.
Και δεν με άφησε πάρα μόνο μετά από μισή ώρα, όταν κουράστηκε το χέρι του. Τότε μόνο ησύχασε.» «Και το κάνατε αυτό συχνά; «Δόξα τω Θεώ. Όχι πολύ συχνά. Κανα δυο φορές την εβδομάδα. Λίγο να ξεκουράζεται. Γιατί ο καημένος έχει άγχος». Και δεν τον κατέκρινε. Δόξα τω Θεώ, έλεγε. Και της τραβούσε τα μαλλιά μόνο δυο φορές την εβδομάδα. Τέλος πάντων.
 
Μια Παραμονή των Θεοφανείων μετά τα οκτώμισι χρόνια, ήταν οι Μεγάλες Ώρες. Πήρε τον Αγιασμό πήγε σπίτι της γρήγορα γρήγορα να ευπρεπίσει το σπίτι της, να ετοιμάσει το καντήλι της, να θυμιάσει γιατί θα περνούσε ο παπα-Βασίλης να αγιάσει το σπίτι. Τότε έρχεται στο σπίτι ο Φάνης. Ο γιος. Και αρχίζει και φωνάζει: «Τι βρωμοκοπάει εδώ σαν τα νεκροταφεία; Και εσείς και τα νεκροταφεία σας. Άντε πάλι, μούχλα, εσύ. 
Πάλι θύμιασες; Και με τα θυμιατά σου τι βρήκαμε; Να, πίσω πάμε. Και τι ωφεληθήκαμε εμείς με τα θυμιατά σου;» και με τα νεύρα του, πετάει το καντήλι, πετάει τις εικόνες, ρίχνει τα κεριά και βγαίνει η κακομοίρα έξω για να δει τι γίνεται στο σαλόνι από την κουζίνα, γιατί είχε ανοίξει φύλλο και ετοίμαζε πίτες, γιατί θα ‘ρχόντουσαν την άλλη μέρα να την ευχηθούν και εκείνη και τον γιό της και να μην την δουν ανοικοκύρευτη και εκεί στα νεύρα του παίρνει τον πλάστη από τα χέρια της και της τον κοπανάει στο κεφάλι.
Από τον πόνο λιποθύμισε και έπεσε κάτω. Και ήρθαν οι γειτόνισσες να την συνεφέρουν, της βάλαν και μια σακούλα με πάγο στο κεφάλι και όταν συνήλθε σε καμιά ώρα και είδε τον εαυτό της στον καθρέφτη, τρόμαξε. Είχε ένα καρούμπαλο τόσο μεγάλο σαν αβγό στο μέτωπό της. Και είχε αρχίσει να μελανιάζει όλη η δεξιά πλευρά. «Πάτερ μου, στεναχωρήθηκα. 
Πώς θα πάω στην Εκκλησία με το καρούμπαλο; 
Πώς θα πάω μελανιασμένη; 
Τι θα λέει η γειτονιά για τα παιδιά; 
Καλά ο άντρας σου. Αλλά τα παιδιά;
 Θα με κουτσομπολεύουν και θα στεναχωριούνται. Έβαλα τότε όλη τη νύχτα κομπρέσα, παπά μου και είπα το πρωί να πω στην κόρη μου να μου δώσει λίγο από έκείνες τις πούδρες που βάζουνε να καλύψω το μελάνιασμα. Αλλά με το καρούμπαλο, τι θα έκανα; Σκέφτηκα, λέει, να βάλω ένα φακιόλι, ένα μαντήλι και να κάνω έτσι όπως κάνουν οι ευσεβείς και να πάω στη άκρη. 
 
Σηκώθηκε , τακτοποίησε το σπίτι της, άλλαξε τον κυρ-Ανέστη, τον ξύρισε, τον έπλυνε, τον ετοίμασε, άναψε το Καντήλι της, θύμιασε και έφυγε τροχάδι για την Εκκλησία. «Μα σαν μπήκα, μες στην Εκκλησία, είδα ένα Ουράνιο Φως. Ένα φως που έφεγγε και τα πολυέλαια ήταν σβηστά»
 Λέω: «Και τι χρώμα είχε αυτό το Φως, »; «Λευκογάλαζο, . Άστραφτε το Φως». «Κι εγώ, παρόλο που έκανε κρύο έξω τσουχτερό αισθανόμουνα μια θερμότητα. Μια θερμότητα και μια δροσιά. Και η καρδιά μου άνοιγε. Και έλεγα. «Ευχαριστώ συ, Κύριε».
Πήγα λοιπόν στη ακριανή πόρτα που είναι στα αριστερά, κει που κάθονται οι γυναίκες για να μπορώ να ατενίσω τον Παντοκράτορα, να χαίρομαι, να παρηγοριέμαι. Και όσο προχωρούσε η Λειτουργία τόσο αυτό το Φως αύξαινε. Και όχι μόνο αύξαινε, παπά μου, αλλά έπεφτε και μια χρυσόσκονη και άστραφτε όλο αυτό το Φως, σαν να είχε χιλιάδες μυριάδες αστέρια. Και σαν κοιτάω τον Παντοκράτορα, τι να δω παπά μου;
Είχε…Έβγαινε Αυτό το Φως από το Φωτοστέφανο του Χριστού μας, από το Πρόσωπό Του, τα χεράκια Του, το Άγιο Ευαγγέλιο…και κάλυπτε τον κόσμο. Και όσοι ήταν στην Εκκλησία, άλλους τους έλουζε το Φως και έμπαινε μέσα τους το Φως και γινόντουσαν όλοι μια λαμπάδα. Φωτεινή. Γαλαζόασπρη. Στους άλλους δεν έμπαινε μέσα τους το Φως, όμως τους θώπευε.»
 
Και την ρώτησα: «Ήρθε και σε σένα το Φως; 
Ήρθε στη γωνιά σου, στην γωνίτσα σου το Φως; 
«Ήρθε.» «Πώς το αισθάνθηκες;»
«Σαν ένα χέρι που με χαίδεύει. Με άγγιζε από το μέτωπο, με στους ώμους, στα μπράτσα και στις παλάμες. Και μετά με πήγαινε αριστερά. Και το ίδιο πράγμα. Και άνοιξε η καρδιά μου και άρχισαν να τρέχουν δάκρυά .
Το Χέρι Αυτό του φωτός, μου επούλωσε τις πληγές, μού έκλεισε τις πληγές όλες. Τριανταπέντε χρόνια πληγές που είχα. Τα βρισίδια, τους ξυλοδαρμούς, τους βιασμούς, το ξύλο, την ταπείνωση…όλα μου τα επούλωσε ο Χριστός. Τίποτε δεν αισθανόμουνα. Αισθανόμουνα μια απέραντη ευφορία.
 
Και κάτι άλλο.. Με κλειστά τα μάτια, έβλεπα τα γινούμενα στη Λειτουργία. Έβλεπα τα πάντα. Έβλεπα την Μεγάλη Είσοδο, είδα τους Πατέρες, είδα τη Λειτουργία όλη. Την έζησα στον Παραδεισο…Ξαφνικά όμως είδα τις γυναίκες να αρχίσουν να κινούνται και κατάλαβα οτι πάμε για να κοινωνήσουμε.
 
Ήρθε η ώρα της Θείας Κοινωνίας. Ετοιμάστηκα. 
Και όπως κοίταζα να δω το τσεμπέρι μου, τι να δω; 
Το Χέρι μού είχε κάνει καλά και το καρούμπαλο! 
Δεν είχα ούτε καρούμπαλο! Είχε φύγει το καρούμπαλο. Και με μεγάλη χαρά οτι δεν θα εκτεθώ στην γειτονιά, στάθηκα στη σειρά. Αλλά είπα να δω, κι έτσι δεξιά να δω, ποιος Κοινωνάει; 
Ο παπά-Βασίλης που ήρθε και μας άγιασε ή ο παπα-Γιάννης; και ξαφνικά, παπά μου…
Ούτε ο παπα-Βασίλης ήτανε. Ούτε ο παπα-Γιάννης.
 
Ένας Δεσπότης…
 Μα τι Δεσπότης…
Τι χρυσά Άμφια φορούσε! 
Τι διαμάντια είχαν πάνω τα ρούχα Του! 
Άστραφτε ολόκληρος! 
Και φορούσε μια Κορώνα…Όχι σαν Αυτές των Δεσποτάδων. Μια Βασιλική Κορώνα. Που άστραφταν χιλιάδες διαμάντια. Και πάνω στην Κορώνα Του είχε Αγγέλους. Μα και δίπλα Του είχε δύο Παραστάτες Αγγέλους .
 
Με έπιασε τρόμος.
 Τα Χέρια Του, το Πρόσωπό Του, έφεγγαν σαν τον Ήλιο.
 Και κρατούσε μια χρυσή λαβίδα. 
Αλλά δεν είχε μέσα το Σώμα και το Αίμα του Χριστού, είχε ένα κάρβουνο αναμμένο. 
Και η δόλια, λέω, η κακομοίρα, τι θα κάνω; Πώς θα Κοινωνήσω το κάρβουνο; Φαίνεται τέτοια Τυπικά έχουν σήμερα. Άλλος Δεσπότης ήρθε και άλλες συνήθειες έχουν. Και τι να κάνω εγώ; Και πώς θα καώ; Και θα βάλω τις Φωνές στον κόσμο;»
 
«Και τι κάνατε; Δεν Κοινωνήσατε;» 
«Όχι.Προφασίστηκα ευγένεια. Και πήγα στην άκρη και έλεγα: «Περάστε. Περάστε και εσείς.» Ε. Περάσανε καμια εικοσιπενταριά που ήταν στην ουρά…
Μετά δεν είχε άλλο “περάστε”. Έπρεπε να μπω εγώ στη σειρά. Τότε πλησίασα και κοιτάζοντας χαμηλά μην μπορώντας να δω το Πρόσωπο του Δεσπότη, ακόμα και τα παπούτσια Του χρυσά ήτανε. Και οι ΑΓΓΕΛΟΙ ΔΙΠΛΑ Του σαν να μην πατούσαν στη γη.
Και είπα: «ΧΡΙΣΤΕ ΜΟΥ, ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ ΣΥ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ. Ας καώ. ΕΣΥ να είσαι και ας καώ. Κι εγώ θα Κοινωνήσω. 
 Έκλεισα τα μάτια μου, και άνοιξα το στόμα μου, Κοινώνησα και Δροσίστηκε η Ψυχή μου. 
Άνοιξε η Καρδιά μου.
Και άρχισα να λέω από την καρδιά μου: «Ευχαριστώ Συ, Κύριε. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. 
Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. 
Σε Ευχαριστώ, Συ Κύριε. 
Και άρχισα φαίνεται να το λέω δυνατά και ξαφνικά ακούω τη φωνή του παπα-Βασίλη να μου λέει: «Είσαι καλά»; Και ανοίγω τα μάτια μου και βρίσκομαι μπροστά στον παπά-Βασίλη που κρατούσε το Άγιο Ποτήριο και σκέπαζε με το Μάκτρο.
Και λέω: «Παναγία μου, θα ρεζιλευτώ»….και πήγα στην άκρη και σκεφτόμουνα: «Όλα αυτά που είδα, παπά μου, ήταν αληθινά; Λες να ‘ταν φαντασία; Μα είδα τον Δεσπότη, είδα τους Αγγέλους, είδα τόσα πράγματα, κοινώνησα, είμαι τρελή»; 
 
Μόλις τελείωσε ο Αγιασμός και πήγα σπίτι μου, μπήκα αμέσως στην αποθηκούλα να αλλάξω τα ρούχα μου, για να βάλω τα ρούχα του σπιτιού και να βάλω την ποδιά μου να ετοιμάσω το φαγητό. Και σαν ντύθηκα, κάτι μου μύριζε το σπίτι.
Και μπαίνω μέσα στο σαλόνι και τι να δω;
 Η μικρή μου θυγατέρα κρατούσε ένα θυμιατό και θύμιαζε τις Εικόνες. Στη θέση Τους οι Εικόνες, ευπρεπισμένο το καντηλάκι μου, αναμένα τα κεράκια μου και δίπλα στην Παναγία ένα μικρό μπουκέτο λουλούδια. 
Και μου λέι η κόρη μου: «Χρόνια πολλά, μάνα. Σήμερα μεγάλη ημέρα. Είπαμε να θυμιάσουμε, μιας και σου αρέσει να θυμιάζεις το σπίτι. Αλήθεια, μας έφερες αντίδωρο»; κι εγώ έμεινα… και σκεφτόμουν: “τριανταεφτά χρόνια σε αυτό το σπίτι δεν μου ζητήσανε ποτέ Αντίδωρο”.
Και απαντούσα στην κόρη μου: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω»!
 Κι έρχεται και ο γιός μου από το κατόπι μου στο πλάι και σκύβει ταπεινά και μου φυλάει το χέρι και μου λέει: «Συχώρα με μάνα. Συχώρα με.» Και εγώ απαντούσα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω».
 
Και ακούω τον Ανέστη να μου φωνάζει και μπαίνω βιαστική να δω μήπως ήθελε κάτι και τον βλέπω καθήμενο στο κρεβάτι του και μου έκανε σινιάλο με το αριστερό του χέρι. Και σαν τον είδα είχε μια ιλαρότητα το πρόσωπό του και μια γλυκύτητα τα μάτια του. Και του δίνω το χέρι μου, νομίζοντας θέλει να καθίσει και αυτός αρχίζει και μου το φιλούσε.
Μέσα και έξω, παπά μου μού το φιλούσε κλαίγοντας και μού ‘λεγε με το μισό του στόμα: «Συγχώρα με, Φωτεινή. Συγχώρα με να χαρείς». Και έρχεται πίσω το παιδί…Και εγώ απαντούσα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω» και έρχεται το παιδί μου πάλι και με φιλάει στο μέτωπο εκεί που ήταν το καρούμπαλο και μου λέει: «Συχώρα με, μάνα. Δεν θα το ξανακάνω. Την Ευχή σου να χω, μάνα». Κι εγώ απαντούσα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω»!
 
Κι εδώ σταμάτησε η διήγηση μέσα στα δάκρυα. Κι αφού συνήλθε με ρώτησε με μια παιδική απλότητα, σαν μικρό κοριτσάκι ένοχο: «Πάτερ μου, Τρελάθηκα; »; 
Κι εγώ απάντησα: «Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν για την ύπαρξή ΣΑς, , τω Κυρίω. Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω»!
 
Σήμερα, χήρα πια είναι Μοναχή και πηγαίνουν τα παιδιά της και της φιλούν το χέρι και το μέτωπο…Και εκείνη κάθεται εκεί και αφουγκράζεται και θυμάται τον Δεσπότη Χριστό, που την κοινώνησε με την χρυσή Λαβίδα το Τίμιο Φρικτό Σώμα και Αίμα Του.
Είθε η Χάρις του Θεού να λαβώσει την Καρδιά μας με την Άπειρη αγάπη Του και να μας διδάξει από τα κατάβαθα, τα τρίσβαθα της καρδιάς μας, αναβαθμίζοντας την δική μας παιδική Προσευχή σε ευχαριστηριακή, να λέμε κι εμείς, δίνοντας το μπόλι της καρδίας και του σώματος: “Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω, πάντων ένεκεν».
π. Αρσένιος Σιναΐτης

 

6 σχόλια:

δον κιx ο τις είπε...

Ευχαριστήσωμεν τώ Κυρίω λοιπόν...

...

τι άλλο να τολμήσουμε να πούμε...;

Άνω σχώμεν τας καρδίας είπε...

Δόξα τω Θεώ πάντων ένεκεν.. Κυρίως για την ύπαρξη ακόμη στον κόσμο τέτοιων αδερφών. Βασταζουν τα βάρη όλων μας, έναντι του Δεσπότη Χριστού και ακόμη μας ανέχεται.. Εύχεσθε αδερφοί υπέρ πάντων..

Τριατατικός είπε...

δον σε αφώπλισε.
Έτσι ήταν το σωστό.

Καλλιόπη είπε...

ΑΣΥΓΚΡΙΤΑ ΤΑ ΔΩΡΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ.

δον κιx ο τις είπε...

Άντε τώρα εγώ να τολμήσω να γκρινιάξω αδερφέ μου,
ο ταλαίπωρος,
γιά τα
παιδιά μου ή γιά την γυναίκα μου...

φερμουάρ...!

Unknown είπε...

Κύριε Ιησού Χριστέ ελέησον μας.Ευχαριστήσωμεν τω Κυρίω.