Δευτέρα 2 Ιουλίου 2018

Πόση μάς χρειάστηκε «αφαίρεση» και άγνοια για να γίνουμε ειδικοί στο πώς… να μην ξέρουμε ότι τίποτα δεν ξέρουμε!


 


Αποτέλεσμα εικόνας για Γιάννης Σκαρίμπας  Μια όμορφη καλλιτεχνική παρουσία
 ο Γιάννης Σκαρίμπας γεννήθηκε στην Φωκίδα αλλά έζησε σχεδόν όλη του τη ζωή και πέθανε στην Χαλκίδα. Έγραψε ποίηση, πεζογραφία, θέατρο μα και ιστορίες του καραγκιόζη. Ήταν… φανατικός καραγκιοζοπαίκτης, και μάλιστα αυθεντικός, που θα πει ότι έφτιαχνε τις φιγούρες με τα χέρια του!
Τον θεωρούσε το γνησιότερο είδος λαϊκού θεάτρου αφού μέσα απ’ αυτόν εκφράζονταν τα όνειρα κι οι καημοί του λαού κι ακόμα γιατί οι ρίζες του βυζαίνουν στην αρχαία μας παράδοση. Έγραφε σχετικά με το θέμα αυτό σε κάποιο βιβλίο του: "Τούτος ο ξυπόλυτος έρχεται ντρίτα από τα μυστήρια: τα ορφικά, τα ελευσίνια, τα διονύσια.."
Eπαιζε κι ο ίδιος Καραγκιόζη στο ταρατσάκι του σπιτιού του στον Καράμπαμπα, επιτρέποντας την είσοδο μόνον στις λαϊκές γυναίκες της γειτονιάς με εξαίρεση της έγκυες, γιατί όπως έλεγε «υπήρχε ο κίνδυνος να αποβάλλουν από τα πολλά γέλια». Για τους πιτσιρικάδες το εισιτήριο ήταν ενάμισι! αυγό…"
Είχε κατασκευάσει και δικής τους έμπνευσης φιγούρες, τον «Κόντε Ρεπανάκια» και «Διαμάντω» που ξεχώριζαν για το ιδιόρρυθμο στυλ της κατασκευής τους.
Ταξίδεψε ελάχιστα, αλλά το μυαλό του είχε πάει σχεδόν παντού και η ψυχή του δεν βολευόταν πουθενά. Όπως έλεγε: "Εγώ τη γλώσσα τη βάζω κάτω και της αλλάζω τον αδόξαστο. Γίνεται ζυμάρι στα χέρια μου.."
Το 1970 έγραψε μια επιστολή στον λογοτέχνη Τάσο Ζάππα (με καταγωγή από την Εύβοια) με τον οποίο διατηρούσε φιλική σχέση, αφού διάβασε το βιβλίο του «Στο Ιόνιο με μια βάρκα».
Του έλεγε: "Το βιβλίο σου είναι μια συναρπαστική τοιχογραφία από χρώματα, από βουές κι ακρογιάλια. Και τούτο το «κρασί» είναι το δυνατότερο απ’ όλα. Τα ξέρω αυτά τα μέρη, αυτές τις θάλασσες, αυτές τις Σειρήνες του Οδυσσέα. Τις πέρασα κι εγώ μικρός (περίπου έφηβος) μ’ ένα γαλαξιδιώτικο καραβόσκαρο του θείου μου Κοττομάτη και καπετάνιου του… Κάλλιο να μην το διάβαζα, γιατ’ έκλαψα. Έκλαψα για την απολεσμένη μου ζωή, να είμαι νομοταγής πολίτης μες στις πόλεις..."
Στο βιβλίο του "Το θείο Τραγί" έλεγε: "Τα Έθνη, οι πολιτείες, οι τόποι, δεν έχουνε σύνορα στον δικό μας το χάρτη και τα δυο ημισφαίρια μας πέφτουνε λίγα. Η ζωή μας δεν ανέχεται όρια... Είμαστε μεις πολίτες του απείρου.. Πάντα έτσι. Κοσμογυριστής, στρατοκόπος, αλήτης. Οι δημόσιοι δρόμοι, οι σιδηροδρομικές γραμμές, οι απόστασες, ήσαν τα μεγάλα δρομολόγια της ζωής μου. Οι γέφυρες, οι πολιτείες, τα τούνελ, οι φευγαλέοι σταθμοί της υδρόγειος· έτσι ήταν. Η γη δεν με χώραε· με τραβούσε η μαγγανεία της έρημος. "
Και έγραφε πάντα την νύχτα γιατί όπως λέει: "Όταν η νύχτα σκεπάσει, τότε είναι που μιλάνε τα πράγματα. Που συμφωνούνε τα όντα. Μεσ' στο σκοτάδι δεν έχει όρια η σκέψη μου. Στένω αυτί κι αφουγκράζομαι την αναπνοή της ερήμου. Σαν ο ευαιστητότερος δέχτης, πιάνω και τον παραμικρότερο θόρυβο μίλια μακριά.."
Και για τον πολιτισμένο κόσμο μας που δημιούργησε τον πολιτισμό αλλά απομακρύνθηκε από την φύση έλεγε:
Πόσο μακρυά άπ’ την αλήθεια πού βρισκόμαστε!
Πόση μάς χρειάστηκε «αφαίρεση» και άγνοια για να γίνουμε ειδικοί στο πώς… να μην ξέρουμε ότι τίποτα δεν ξέρουμε! Ο Πολιτισμός δεν είναι απόχτημα. Είναι απώλεια του α-πολιτιστικού Παραδείσου μας. Αυτό το χάσιμο μάς κόστισε τη νίλα μας και θα μας κοστίσει πολύ σύντομα και την εξαφάνισή μας απ’ τον πλανήτη. Εμωράνθη μας το άλας της κρίσης και ο νους. Απέστη μας η στοργή της Μάνας Φύσης. Το τάχατις εκείνο που δεν μας έδωσεν αυτή, το φιάξαμε ελόγου μας και δεν την έχουμε ανάγκη. Μάλιστα, ας πάρει και μαθήματα από μάς, να μην το ένα θηρίο τρώει το άλλο με τα δόντια του, αλλά με... την ηθικολογία και το Νόμο. Κατά τούτο υπερέχομεν εμείς από τις τίγρεις και τις ύαινες..."

Μα πάλι θα κοιτάει την θάλασσα και η παλίρροια του Ευρίπου πάντα θα του δίνει την έμπνευση για το επόμενο ποίημα του και τον επόμενο χορό του με τις λέξεις, όπως στον "Συρτό Χορό":

Κάλλιο χορευταράς να 'μουνα πέρι
κόλλες πού νά κρατῶ καί μολυβάκια,
θά 'σερνα συρτό χορό, χέρι μέ χέρι,
μ' ὅλα μας τοῦ γιαλοῦ τά καραβάκια.
Κι ἕν' ἀψηλό τραγούδι γιά σιρόκους
θ' ἄρχιζα, γι' ἀφροπούλια καί γιά ἕνα
γλαρό καράβι μέ πανιά καί κόντρα φλόκους
πού θά 'ρχονταν νά μ' ἔπαιρνε καί μένα.
Μέ χώρις Καρυωτάκη, Πολυδούρη,
μόνο νά τραγουδᾶν τριγύρω οἱ κάβοι,
κι οἱ πένες μου πενιές σ' ἕνα σαντούρι,
ἄσπρα πανιά σου οἱ κόλλες μου, καράβι!
Γιαλό-γιαλό νά φεύγουμε καί ἄντε!
Νά λέμε ὅλο γιά μάτια, ὅλο γιά μάτια,
κι ἐκεῖ —λές κομφετί μές στό λεβάντε—
ὅλα μου τά γραφτά χίλια κομμάτια!
Καί, σάν χτισμένη ἐκεῖ ἀπό κιμωλία,
βαθιά νά χάνεται ἡ Χαλκίδα πέρα,
μ' ὅλα μου ἀνοιγμένα τά βιβλία,
καθώς μπουλούκι γλάροι στόν ἀέρα...


 
 
Σπασμένο καράβι να `μαι πέρα βαθιά
έτσι να `μαι
με δίχως κατάρτια με δίχως πανιά
να κοιμάμαι

Να `ν’ αφράτος ο τόπος κι η ακτή νεκρική
γύρω γύρω
με κουφάρι γειρτό και με πλώρη εκεί
που θα γείρω

Να `ν’ η θάλασσα άψυχη και τα ψάρια νεκρά
έτσι να `ναι
και τα βράχια κατάπληκτα και τ’ αστέρια μακριά
να κοιτάνε

Δίχως χτύπο οι ώρες και οι μέρες θλιβές
δίχως χάρη
κι έτσι κούφιο κι ακίνητο μες σε νύχτες βουβές
το φεγγάρι

Έτσι να `μαι καράβι γκρεμισμένο νεκρό
έτσι να `μαι
σ’ αμμουδιά πεθαμένη και κούφιο νερό
να κοιμάμαι

Δεν υπάρχουν σχόλια: