Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΧΩΡΕΜΕΝΗ ΤΗΝ ΚΥΡΑ-ΜΗΛΙΑ


Λόγος υϊκός, λόγος επικήδειος


Μητροπολίτου Μόρφου Νεοφύτου
 Για τον καθένα η μάνα είναι «μάννα» και, βεβαίως, και η Μηλιά για μένα. Η Μηλιά, του Θεοχάρη Ακρίτα, της Μυροφόρας του Πρωτόπαπα και των Πρωτοπαπάδων. Η Μηλιά, ύστερα, του Νικόλα του Μασούρα, του αλετράρη, που τη νυμφεύθηκε μετά την πρόωρη χηρεία του.
     Πριν πω ο,τιδήποτε για τη μάνα μας, πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι η Μηλιά ήταν κόρη της Μυροφόρας, που προαναφέραμε, της γνωστής ως «Θεοχάραινας» της Κάτω Ζώδειας. Και τούτο, γιατί η γιαγιά μου η Μυροφόρα άφησε μνήμη οσίας γυναικός. Και, όπως η ίδια είπε στην αδελφή της Μάρθα (σήμερα 99 ετών!), σε μεταθανάτια ολοφώτεινη εμφάνισή της σ’ αυτήν: «Ο Χριστός με κατέταξε με τις παρθένες κι ας έκαμα τέσσερα παιδιά. Η παρθενία δεν είναι αυτό που νομίζετε. Έγκειται στον νου. Κι εγώ πρόσεχα τον νου μου από τα 33 μου χρόνια, οπόταν έχασα τον άνδρα μου». Η μάνα μου, από την πρώτη στιγμή που εισήλθε στο σπίτι του μακαριστού πατέρα μας, έμελλε να γίνει μητέρα, μητέρα των δύο ορφανών παιδιών του, του Ανδρέα μας και του Μιχάλη μας. Μία λεπτομέρεια, την οποία είναι καλά να την έχουν υπόψη τους οι σύγχρονες γυναίκες.
     Η μάνα μου δεν είχε μόνο να αναθρέψει τα παιδιά του πατέρα μου, από τον πρώτο του γάμο, και τον πενθερό του. Στο σπίτι μέσα βρήκε και την πενθερά του πατέρα μου από τον πρώτο του γάμο και τον πενθερό του. Όταν τα πενθερικά του πατέρα μου είδαν πόσο καλός άνθρωπος, πόσο καλή χριστιανή ήταν η Μηλιά, αν και είχαν κόρες, είπαν: «Καλύτερα στην Μηλιά να μείνουμε!»· κι έτσι τους γηροκόμησε και αυτούς. Όταν κάποτε πήγα να εξομολογηθώ, νέος διάκος τότε, στον Γέροντα του Σταυροβουνίου, π. Αθανάσιο, με ρώτησε: «Από πού είσαι, γιε μου;». «Από την Πάνω Ζώδεια», του απάντησα. «Από την Πάνω Ζώδεια», μου είπε τότε, «γνώρισα μια γυναίκα, που έκανε κάτι το σπάνιο: μεγάλωσε όχι μόνο τα δικά της παιδιά αλλά και τα παιδιά του άνδρα της από τον πρώτο του γάμο και γηροκόμησε και τα πενθερικά της!». Χαμογέλασα και του λέω· «Η μάννα μου είναι αυτή, Γέροντα!». «Είσαι ευλογημένος που έχεις αυτή τη μάνα!», μου είπε. «Πρόσεχε, γιατί ευλογημένες μάνες, σημαίνει ευλογημένες υποχρεώσεις».

     Μεγαλώσαμε κι εμείς από αυτή τη γυναίκα. Αισθάνομαι ότι η μεγαλύτερη προίκα, που έδωσε στα παιδιά της, στα εγγόνια της, στα δισέγγονα και στα τρισέγγονά της, είναι η Πίστη. Μας έδωσε πίστη βαθιά, που να μην στερεύει ποτέ ενώπιον οποιασδήποτε δυσκολίας. Και δεν υπάρχει μεγαλύτερη δυσκολία από τον θάνατο! Και τον γεύτηκε, η Μηλιά, τον θάνατο από τα παιδικά της χρόνια μέχρι τα ύστερά της· όταν πρώτα, στα εφτά της χρόνια, κήδευσε τον πατέρα της, στα πενήντα της τον άνδρα της Νικόλα, ύστερα τον γιο της Πέτρο, 24 ετών, κατά τη διάρκεια της τουρκικής εισβολής, και κατόπιν τον πλέον αγαπημένο της «γιο», που γι’ αυτήν δεν ήταν κατά σάρκα γιος της, τον αγαπημένο μας γαμπρό Ανδρέα. Αλλά μάνα σημαίνει να έχεις παιδιά, τα οποία αντέχουν αυτή τη ζωή και ετοιμάζονται για την αιώνια ζωή. Δεν την απολυτοποιούν αυτή τη ζωή, αλλά την εξασκούν εν Χριστώ Ιησού. Αυτό έδωσε, αυτό μας μετέδωσε η μάνα μας.
     Θα ήθελα να σας παρουσιάσω μερικά περιστατικά από τη ζωή της μάνας μας, για να δούμε αυτό, που ο άγιος Γέροντάς μας π. Συμεών, Καθηγούμενος της ιεράς Μονής Αγίου Γεωργίου Μαυροβουνίου, μας περιέγραψε προηγουμένως στον λόγο του, ως λαϊκή ευσέβεια. «Έχεις λαόν; Έχεις Θεόν!».
     Όταν της είπα κάποτε, «Μάνα, η Στέλλα αγάπησε τον Ανδρέα και παντρεύτηκαν· ο Χάρης αγάπησε την Ευδοκία και παντρεύτηκαν», τότε εκείνη μου λέει: «Αγάπησες κι εσύ καμιάν, γιέ μου; Πες μου το, και είναι καλό πράμα!». Της λέω: «Αγάπησα την πιο όμορφη, την Εκκλησία!». «Μα, θα γίνεις μοναχός;». Της λέω, «Ναι». Δεν μου έφερε καμιά αντίδραση κοσμική. Η αντίδρασή της ήταν πνευματικού χαρακτήρα. Μου είπε μόνο: «Ξέρεις, εσύ ο ενθουσιώδης, τι σημαίνει μοναχός;». Την ερωτώ: «Εσύ ξέρεις;». Μου λέει: «Ξέρω ότι ο καλός μοναχός, γιέ μου, μέχρι να πεθάνει είναι τσακωμένος με το κορμί του. Είσαι διατεθειμένος γι’ αυτό τον καβγά ή τελικά θα μας προσβάλεις;». Θυμήθηκα τότε τον ορισμό του αγίου Ιωάννου της «Κλίμακος», περί του τι εστί μοναχός: «Μοναχός ἐστι βία φύσεως διηνεκὴς καὶ φυλακὴ αἰσθήσεων ἀνελλιπής» («Κλῖμαξ», Λόγος Α΄, §10, σελ. 39, εκδ. Ι. Μ. Παρακλήτου, Ωρωπός 1999). Η Μηλιά, από πού το έμαθε αυτό; Ποια άνωθεν σοφία τη φώτιζε; Από τότε, δεν την ξαναφώναξα «μάνα». Τη φώναζα, είτε «γερόντισσα» είτε σκέτα «Μηλιά».

     Αισθανόμουν ότι δεν μου ανήκει ένας τέτοιος άνθρωπος, που κουβαλούσε τη σοφία αρχαίων χρόνων. Θα μου πείτε: «Μέχρι πού φθάνουν αυτοί οι χρόνοι;».
     Μέχρι τους πρώτους χρόνους της Εκκλησίας, την εποχή των Αγίων Αποστόλων! Διότι, αν δούμε ποια είναι η πρώτη λαϊκή ευσέβεια, είναι η λαϊκή ευσέβεια αυτών των απλοϊκών και αγραμμάτων ψαράδων της Τιβεριάδος. Και από τότε οι άνθρωποι τη διαδέχονται, την παραλαμβάνουν και την παραδίδουν από γενεά σε γενεά. Αν ενωθεί και με την ιερωσύνη αυτό, γίνεται και αποστολική διαδοχή. Χάριτι Θεού, σ’ εμάς τους αναξίους συνέβη! Αλλά τι κουβαλούμε στα κηρύγματά μας, στην επικοινωνία μας με τον λαό;
     Όλοι μας κουβαλούμε τη σχέση του πατέρα μας και της μάνας μας με τον Θεό. Αν βρήκαμε και κανέναν καλό άγιο Γέροντα στη νεανική μας ζωή, τότε κουβαλούμε και τη σχέση αυτού με τον Θεό τον Τριαδικό· αυτό μεταδίδουμε! Άρα, πόσα πολλά οφείλω, σκεφτείτε, σε έναν τέτοιον άνθρωπο!
     Αργότερα, είπα στη μάνα μου: «Να μου δώσεις την ευχή σου να πάω να γίνω μοναχός!». «Αα!», μου λέει, «δεν θα σου δώσω την ευχή μου να γίνεις μοναχός, εάν δεν δω πρώτα τον δάσκαλό σου!». Τον Γέροντά μας εννοούσε. Όταν την πήγα στον π. Συμεών και τον πρωτοείδε, μου είπε, πριν ακόμα της μιλήσει: «Ο δάσκαλός σου είναι τούτος ο παστός (ο αδύνατος);». «Ναι», της λέω. Μου λέει τότε: «Να έχεις την ευχή μου, γιέ μου! Τουλάχιστον, ξέρεις να διαλέγεις δασκάλους!». Τι έκαμε νομίζετε κατόπιν, ως πρώτη της κίνηση; Εγκατέλειψε τον καλό της εδώ Πνευματικό, τον π. Σωτήριο από την Άσσια, και έκαμε Πνευματικό της τον π. Συμεών. Της είπα τότε: «Γιατί έκαμες Πνευματικό τον π. Συμεών;». «Για να σε κατηγορώ!», μου λέει· «Και για να βοηθάω έτσι αυτόν τον άνθρωπο του Θεού να σε καταλάβει μιαν ώρα γρηγορότερα, για να συνεργαζόμαστε μαζί του για τη σωτηρία σου!». Τέτοιος άνθρωπος ήταν η Μηλιά!
     Σπάνια μας επαινούσε! Πολύ πιο σπάνια μας χάιδευε! Παρόλο τούτο, όλοι μας, και παιδιά της και εγγόνια της και δισέγγονα και τρισέγγονά της, και όλοι όσοι την πλησίαζαν, αισθανόμασταν την πνευματική αγάπη της να χαιδεύει την καρδιά μας και όλο μας το είναι. Η μάνα μας δεν ήταν άνθρωπος του γλυκού λόγου. Ενίοτε αυτός ο λόγος γινόταν και πικρός. Όταν κάποτε της είπα: «Μάνα, όλοι μου λένε ότι είμαι απότομος! Ο πατέρας μου ήταν γλυκύς, εσύ δεν είσαι απότομη. Από ποιόν πήρα;». Δαχτυλόδειξε τότε με μια μεγαλοπρέπεια τον εαυτό της και είπε: «Από μένα πήρες!». «Μα, εσύ δεν είσαι απότομη!». Μου λέει: «Ήμουν, γιέ μου, μέχρι τα πενήντα μου! Μετά, με επισκέφθηκε ο θάνατος και κατάλαβα ότι το να επιβάλλω τη γνώμη μου με το έξυπνο μυαλό μου, που κληρονόμησα από τη γενιά των Ακριτών, δεν είναι ευλογημένο από τον Θεό. Καλύτερα να τους φωτίζει ο Θεός τους ανθρώπους, παρά να τους επιβάλλουμε εμείς την άποψή μας». Τέτοιος άνθρωπος ήταν η μάνα μας!

     Να σας πω ακόμη και για τις επισκέψεις, που είχε από αγίους σε δύσκολες ώρες των παιδιών της: Όταν ήταν να γεννήσει εμένα, είδε τον Απόστολο Ανδρέα. Όταν θα γινόμουν μοναχός, την έπεισε για την επιλογή μου ο Άγιος Σπυρίδωνας, που συνομίλησε μαζί της. Όταν κινδύνευσε ο αδελφός μου Χάρης σε δύσκολη ασθένεια, κι εμείς της κρύβαμε την ασθένειά του, της την αποκάλυψε ένας άγιος! Μου είπε μια μέρα: «Μα, ο Άγιος Νικήτας ήταν ξανθός;». Της λέω: «Ναι, ήταν Γότθος. Η πατρίδα του ήταν εκεί που σήμερα είναι η Ρουμανία. Αλλά, γιατί με ερωτάς;». «Τον είδα», μου λέει, «όταν πήγα να προσκυνήσω ένα απόγευμα, και μου είπε: “Να μην στεναχωριέσαι για τον Χάρη! Αυτή η ασθένεια, ου προς θάνατον, αλλά παιδαγωγία Χριστού”. Τι σημαίνει όμως αυτό το τελευταίο;». «Είναι για να τον φέρει κοντά Του ο Χριστός, μάνα». Τότε αναφώνησε: «Δόξα Σοι, ο Θεός! Να μας δώσει ό,τι δοκιμασία θέλει! Φτάνει να είμαστε κοντά στον Χριστό!». Και της λέω: «Γιατί, μάνα, να νιώθουμε τόσην αγάπη, όταν είμαστε κοντά στον Χριστό;». «Είσαι δεσπότης, γιέ μου, και μ’ ερωτάς εμένα; Ο Χριστός είναι η ζωή η αιώνιος· όλα τ’ άλλα είναι προσωρινά!». Να αναφέρω ακόμη για την αίσθηση των αγίων Μυστηρίων που είχε, όταν συμμετείχε σ’ αυτά. Πόση σοβαρότητα και πόση ευλάβεια αισθανόταν απέναντι στα Μυστήρια της Εκκλησίας μας!
     Κι ένα τελευταίο: Με είδε μια φορά να γογγύζω και να έχω θυμό, επιστρέφοντας από μια περιπετειώδη σύνοδο που είχαμε. Και, τι νομίζετε μου είπε, όταν με είδε στη Μητρόπολη εκνευρισμένο; «Μα, είσαι εκνευρισμένος;». Της λέω: «Ναι, από ορισμένα διατρέξαντα στη σύνοδο που είχαμε». «Δεν μου λες, παιδί μου· όταν είσαι επάνω στον θρόνο και σε θυμιάζουν δύο διάκοι κι εσύ καμαρώνεις, σου αρέσει;». Της λέω: «Ναι, μου αρέσει!». «Κι όταν σε μνημονεύουν συνεχώς στον ναό και λένε “ὑπὲρ τοῦ πατρὸς καὶ ἀρχιεπισκόπου ἡμῶν Νεοφύτου”, κι εσύ ευλογάς καμαρωτός, σου αρέσει;». Της λέω: «Μου αρέσει». «Κι όταν προσκυνά το χέρι σου ο λαός, σου αρέσει;». Της λέω και πάλιν: «Ναι, μου αρέσει!». «Εε, λοιπόν! Τα καλά δεχούμενα, και τα κακά ουχί; Αυτό σε μάθαμε;!».

     Πριν τέσσερα χρόνια αντιλήφθηκα ότι η μνήμη της μάνας μας άρχισε να αδυνατίζει. Τη ρώτησα: «Έζησες πολλούς πόνους στη ζωή σου. Ποιος ήταν ο πιο μεγάλος πόνος;». Μου απάντησε: «Όταν κατέβασα τον γιο μου τον Πέτρο στον τάφο. Δεν υπάρχει μεγαλύτερος πόνος η μάνα να θάβει το σπλάχνο της!». Αμέσως μετά, για να μην τη νικήσει η θλίψη, πρόσθεσε με βιασύνη: «Αλλά, δόξα Σοι, ο Θεός! Δόξα Σοι, ο Θεός! Ο Θεός ξέρει το γιατί». Ύστερα, της ζήτησα να μου δώσει μια νουθεσία, δίκην παρακαταθήκης, τι να προσέξω στο υπόλοιπο του βίου μου. Και μου απάντησε: «Ο Θεός σε ανέβασε πολύ ψηλά. Πρόσεξε, να μη “γείρει” ο νους σου!». Εννοούσε, να μην με κυριεύσει η υπερηφάνεια. Όλος ο αγώνας της μάνας μας ήταν να μας μάθει την Ταπείνωση, που είναι ο Χριστός!
     Ως επιστέγασμα των πτωχών μου τούτων λόγων για το πρόσωπο της μάνας μου, επιτρέψτε μου να καταθέσω κάτι, που μου είπε ένας παλιός γνωστός μας δάσκαλος, που γνώριζε και τη Μηλιά: «Η μάνα σου ήταν η μούσα σου που σε ενέπνεε. Φρόντισε να συνεχιστεί τούτο το ωραίο που νιώθαμε κοντά της. Να είσαι σε συνεχή επαφή με το πνεύμα της, για να συνεχισθεί αυτή η έμπνευση». Κοντά στη μάνα μας μάθαμε ότι και αυτή η ζωή έχει νόημα και η άλλη ζωή έχει νόημα και ο θάνατος έχει νόημα· γιατί είναι ο προθάλαμος της Αναστάσεως! Αυτά μάθαμε κοντά στη μάνα μας. Το ζητούμενο είναι να μπορέσουμε να μαθητεύσουμε και να μεταδώσουμε αυτή τη μαθητεία και στα τέκνα και τα έκγονά μας…
     Της δούλης του Θεού Μηλιάς, ας είναι αιωνία η μνήμη! Αμήν.

πηγή : Από το περιοδικό «Πειραϊκή Εκκλησία», Έτος 28ο, Τεύχος 300, (Φεβρουάριος 2018), σελ. 36–38·

Δεν υπάρχουν σχόλια: