Παρασκευή 30 Αυγούστου 2013

ΜΙΑ ΛΥΤΡΩΤΙΚΗ ΕΜΠΕΙΡΙΑ (καὶ συγκλονιστικὴ μαρτυρία) ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΡΚΙΝΟ «Ὁ πόνος ὁ βαθὺς εἶναι λυτρωτικός. Σὰν καυτὸ σίδερο στὰ σωθικά σου, λιώνει τὸν ἐγωϊσμό σου. Ἀποτεφρώνει ἐπιθυμίες καὶ κοσμικὰ θέλω».


Τοῦ Μητροπολίτου Ναυπάκτου π.Ἱεροθέου

.                    Πρόσφατα διάβασα ἕνα συγκλονιστικὸ βιβλίο μὲ τίτλο «Ὑπόσχεση». Εἶναι γραμμένο ἀπὸ μιὰ μάνα (Μαρίνα Λασηθιωτάκη) ποὺ ἔζησε τὴν πενταετῆ περιπέτεια, σωματική, ψυχοθεραπευτική, λυτρωτική του γιοῦ της ποὺ ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸ ἀπὸ καρκίνο περίπου σὲ ἡλικία δεκαoκτῶ ἐτῶν. Εἶχε ὡριμάσει μαζὶ ὅλη ἡ οἰκογένεια στὸν πόνο καὶ ἀπὸ τὸν πόνο ἔζησαν τὴν πίστη, τὴν προσευχή, τὴν ἡσυχία, τὴν ἀγάπη, τὴν πραγματικὴ ἐλευθερία.
.                    Διάβασα τὸ βιβλίο αὐτὸ ἀπνευστὶ καὶ ἔμεινα ἄφωνος. Μοῦ τὸ ἔδωσε ἡ ἴδια ἡ μάνα-συγγραφεὺς μὲ ἀγάπη, γιατί, ὅπως μοῦ εἶπε καὶ ὅπως φαίνεται στὸ βιβλίο, βοηθήθηκε ἀπὸ τὰ βιβλία μου –καὶ κυρίως ἐκεῖνα ποὺ κάνουν λόγο γιὰ τὴν ὀρθόδοξη ψυχοθεραπεία– γιὰ νὰ ἀντιμετωπίση τὶς δυσκολίες. Ἦταν μιὰ ἄγνωστη σὲ μένα μέχρι τώρα ἀναγνώστρια τῶν βιβλίων μου, ποὺ ὠφελήθηκε ἀπὸ τὴν νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας γιὰ νὰ ἀπαντήση στὰ ἐρωτήματα, ὅπως γράφει: «Γιατί ὑπάρχουμε; Γιατί ζοῦμε, ἀφοῦ θὰ πεθάνουμε; Ποιό εἶναι τὸ νόημα τῆς ὕπαρξής μας; Ὑπάρχει Θεός; Εἶναι δεδομένη ἡ ὕπαρξή μας; Ἂν εἶναι δεδομένη, ἔχουμε ἐλευθερία βουλήσεως ἢ εἴμαστε περιορισμένοι; Πῶς συνδυάζεται ἡ ἐλευθερία μὲ τὴν ἀγάπη; Πῶς συνδέεται ἡ ἀτομικότητά μου μὲ τοὺς ἄλλους ἀνθρώπους;».
.                    Ἡ μάνα-συγγραφεύς, ὅπως γράφεται στὸ σύντομο βιογραφικό της, «σπούδασε Ἀγγλικὴ καὶ Ἑλληνικὴ φιλολογία στὸ Πανεπιστήμιο Ἀθηνῶν, πῆρε μέρος στὸν ἀντιδικτατορικὸ ἀγώνα τῆς ἐποχῆς, ἐνῶ μετὰ τὴν μεταπολίτευση ἐντάχθηκε σὲ κόμμα τῆς ἀριστερᾶς». Κυρίως ἐκεῖνο ποὺ μᾶς ἐνδιαφέρει ἐδῶ εἶναι ὅτι πέρασε μὲ τὸν γιό της Βανῆ-Μίνω μέσα ἀπὸ ὅλους τοὺς σταθμοὺς ὡρίμανσης ψυχολογικῆς καὶ πνευματικῆς.
.                    Στὴν εἰσαγωγὴ τοῦ βιβλίου παρουσιάζεται μιὰ συνοπτικὴ περιγραφὴ τῆς πνευματικῆς ὡρίμανσης τοῦ γιοῦ καὶ τῆς μάνας καὶ ἡ ἀνακάλυψη τῆς ἐσωτερικῆς προσευχῆς καὶ τοῦ ἔσω ἀνθρώπου. Στὰ δὲ κεφάλαια ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν κοίμηση τοῦ Βανῆ, γίνεται ἀνάλυση τῶν ἐπὶ μέρους καταστάσεων ποὺ βίωσαν μάνα καὶ γιός, ὅπως «ἡσυχία», «ἀγάπη, ἐλευθερία», «ὁ πόνος», «γιατί νὰ ὑπάρχουμε», «ἡ ταπείνωση». Μὲ πολὺ ὡραῖο τρόπο, κυρίως ἐμπειρικό, θίγονται θέματα κοινωνικά, ὑπαρξιακά, πνευματικά, θεολογικά. Ὅλα αὐτὰ γράφονται μὲ ἕναν φιλοσοφικὸ καὶ θεολογικὸ λόγο. Ἡ στενότητα τοῦ ἐρωτήματος ποὺ βασάνιζε τὴν μάνα μετὰ τὴν κοίμηση τοῦ παιδιοῦ της «ἀνυπαρξία ἢ ὕπαρξη;», «νὰ ζῆ κανεὶς ἢ νὰ μὴ ζῆ;», τελικὰ ἀνοίχτηκε στὴν θεολογία τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἐλευθερίας.

.                    Πάντως μάνα καὶ γιὸς πέρασαν μέσα ἀπὸ τὸν σωματικό, ψυχολογικὸ καὶ ὑπαρξιακὸ πόνο, μέσα ἀπὸ τὴν διαδικασία τοῦ φθαρτοῦ σώματος στὸ νοσοκομεῖο, ἀπὸ τὴν ἀποτυχία τῆς ψυχολογίας καὶ τῆς οὐμανιστικῆς ψυχοθεραπείας νὰ ἀντιμετωπίσουν ἕναν ἑτοιμοθάνατο, ἀφοῦ «δὲν μποροῦν νὰ καταλάβουν τί ἔχει ἀνάγκη ὁ ἑτοιμοθάνατος», μέσα ἀπὸ τὴν φιλοστοργία, ἀλλὰ πέρασαν καὶ μέσα ἀπὸ τὴν νοερὰ προσευχή, τὴν ἐνεργοποίηση τῆς νοερᾶς ἐνεργείας, τὴν νηπτικὴ ὀρθόδοξη ἡσυχία, τὴν ἀνάγνωση ἡσυχαστῶν Πατέρων, τὴν παράδοση τοῦ ἑαυτοῦ τους στὸν Θεό, τὴν μετάνοια, τὴν μεταποίηση τοῦ πόνου σὲ ἀγάπη, ταπείνωση, ἐλευθερία καὶ πολλὰ ἄλλα.
.                    Τὸ ἐκπληκτικὸ αὐτὸ δίδυμο μάνας – παιδιοῦ μὲ τὴν εὐγενική, εὐαίσθητη καὶ νηφάλια παρουσία τοῦ πατέρα, ἔζησε σημαντικὲς ἐσωτερικὲς καταστάσεις, ὅπως περιγράφονται στὸ βιβλίο.
.                    Τὸ παιδὶ εἶχε ἔντονα ὑπαρξιακὰ ἐρωτήματα, ὅταν ἦταν ἀκόμη 10 χρονῶν –πρὶν ἀρρωστήσει. Καθὼς ἦταν ἀνάσκελα ξαπλωμένο στὸ γρασίδι, μεσάνυκτα μὲ ἀστροφεγγιὰ εἶπε: «Ἐγὼ ἐκεῖ ψηλὰ θὰ πάω νὰ ζήσω». Σὲ διάλογο μὲ τὴν μάνα του εἶπε: «Ὄχι, ρὲ μαμά, ἐκεῖ εἶναι τὸ σπίτι μου». Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν, μόλις ἔμαθε ὅτι ἔχει καρκίνο, ρώτησε: «Τί γίνεται μετὰ τὸν θάνατο; ἡ ζωὴ σταματᾶ ἐδῶ;». Ἄλλοτε: «Μαμά, παρακάλα τὴν Παναγία». Σὲ δύσκολη στιγμὴ τῆς ἀρρώστιας ἔγινε ὁ διάλογος: «–Τί κάνουμε τώρα; –Προσευχή, γιέ μου, προσευχή». Καὶ σημειώνει ἡ μάνα: «Ὁ Μίνως ἀκολούθησε τὶς ὁδηγίες τῆς μάνας του, ἀλλὰ πῆγε πιὸ μακριά. Ἀνακάλυψε τὸν ἐσωτερικὸ ὑπερβατικὸ ἄνθρωπο μέσα του».

 .                    Εἶναι καὶ μιὰ μαρτυρία γιὰ τὸ πῶς ἐφαρμόζεται στὴν πράξη ἡ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὑπομονή, ἡ ἡσυχία καὶ ἡ νοερὰ προσευχή, ἡ λεγομένη «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία» σὲ δύσκολες καταστάσεις, ὅπως εἶναι ἡ ἀσθένεια τοῦ καρκίνου, ἡ προθανάτια αὐτὴ ἐμπειρία.
.                    Σὲ ἕναν ἄλλο συγκλονιστικὸ διάλογο ὁ Βανῆς-Μίνως εἶπε, ὅπως τὸ κατάλαβε ἡ μητρικὴ καρδιά: «Ἐγὼ σὲ αὐτὸν τὸν πλανήτη… δὲν ἔχω θέση πιά. Πάω γιὰ ἄλλο». Καὶ ὅταν στὴν τελευταία τάξη τοῦ Λυκείου μιὰ καθηγήτρια ρωτοῦσε τὰ παιδιά: «Τί ἐπιθυμεῖτε τώρα μὲ τὴν ἀποφοίτησή σας; Ποιὰ τὰ σχέδιά σας;», καὶ τὰ παιδιὰ ἔδιναν τὶς ἀπαντήσεις τους, ὁ Μίνως ἀπάντησε λιτά: «Ἕναν ἀνώδυνο θάνατο», καὶ «ἡ τάξη ἔμεινε ἄναυδη». Τότε βρισκόταν στὸ τελευταῖο στάδιο τῆς ἀσθενείας του καὶ προετοιμαζόταν γιὰ τὴν ἀναχώρησή του ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτόν.
.                    Τὸ πέρασμα μέσα ἀπὸ τὴν δοκιμασία τοῦ καρκίνου δὲν ἦταν εὔκολο. Ἀλλὰ ἐκεῖνος εἶχε ἕνα ἠρωϊκὸ πνεῦμα. Ἀντιμετώπιζε τὶς δυσκολίες μὲ χιοῦμορ, συμμετεῖχε στὶς ἐξετάσεις τοῦ Σχολείου καὶ μετὰ ἀπὸ ἀκτινοθεραπεῖες, ἔγραφε στὸ laptop, ἄκουγε μουσική, ἔστησε μὲ φίλο του ἐρασιτεχνικὸ radio καὶ ἔκαναν ἐκπομπές, ἔγραψε σενάρια καὶ γύριζε ἐρασιτεχνικὰ φιλμάκια, συμμετεῖχε στὴν ἐκδρομὴ τῆς Γ´ Λυκείου στὴν Σαντορίνη ἕνα μήνα πρὶν φύγει ἀπ’ τὸν κόσμο αὐτόν, ἔψαχνε περιβαλλοντικὰ θέματα, ἔπαιζε bowling στὴν Γλυφάδα. Γενικά, ἦταν δημιουργικὸς ἄνθρωπος, δὲν διακρινόταν ἀπὸ ἀδράνεια. Ὑπῆρχε περίπτωση ποὺ λύγιζε, «πάλευε μὲ τὸν πόνο του καὶ ἦταν οἱ ὧρες ποὺ δὲν ἤθελε οὔτε τὴν μάνα του νὰ βλέπει καὶ αὐτὴ τρελαινόταν. Ἀνησυχοῦσε, δὲν καταλάβαινε, δὲν ἤξερε τί νὰ κάνει. Μόνο προσευχή». Περισσότερο ζοῦσε μὲ ἡσυχία καὶ προσευχή.

.                    Ἡ προτελευταία καὶ τελευταία ἡμέρα τῆς ζωῆς του διακρινόταν ἀπὸ τὴν λιτότητα, τὴν ἁπλότητα, τὴν πίστη καὶ τὸν συγκλονισμό. Τὸ παιδὶ ἐξέφρασε τὴν ἐπιθυμία: «Γίνεται νὰ μᾶς φέρουνε ἀπὸ τὸ Ἅγιον Ὄρος λίγο κρασὶ καὶ λίγο ψωμί;». Ὅταν τὸ διαβεβαίωσαν ὅτι θὰ πραγματοποιηθῆ ἡ ἐπιθυμία του, εἶπε: «Νὰ δεῖς ποὺ ὅλα θὰ τελειώσουν ὄμορφα, μαμά». Ἔπειτα, ὁ πατέρας του διάβαζε τὸν βίο τοῦ ἁγίου Σεραφεὶμ τοῦ Σαρώφ, ὅπως ἐκεῖνος τὸ εἶχε ζητήσει.

.           Μέσα στοὺς πόνους τοῦ Μίνου ἔγινε ὁ ἑξῆς διάλογος:

«–Μαμά τί ἄλλο κάνουμε;
–Προσευχή, καμάρι μου, προσευχή.
–Ποιά ἀπ’ ὅλες;
–Ὅποια θές. Πὲς τὸ Πάτερ ἡμῶν ἢ ἁπλῶς τὸ Κύριε ἐλέησόν με.
Κείτονταν ἡμέρες χωρὶς μορφασμοὺς ἀπὸ τοὺς πόνους μὲ κλειστὰ μάτια. Ἡ μάνα τοῦ κράτησε τὸ χέρι του καὶ προσευχόταν κι αὐτή».
.                    Μέσα σὲ μιὰ τέτοια συγκινητική, ἤρεμη καὶ βαθειὰ χριστιανικὴ οἰκογενειακὴ ἀτμόσφαιρα, σὲ νοσοκομεῖο τῆς Γερμανίας ὁ Βανῆς-Μίνως ἔφυγε ἀπὸ τὸν κόσμο αὐτὸν καὶ πορεύθηκε σὲ ἐκεῖνον ποὺ ποθοῦσε ἀπὸ τὴν μικρή του ἡλικία.
.                    Ἔμεινα ἄφωνος διαβάζοντας αὐτὸ τὸ συγκλονιστικὸ βιβλίο, συγκινήθηκα βαθειά. Μόλις τελείωσα τὴν ἀνάγνωση, τηλεφώνησα σὲ αὐτὴν τὴν μάνα καὶ τῆς εἶπα: «Εἶσαι ἠρωΐδα μάνα. Ἦταν τυχερὸς ὁ Βανῆς ποὺ εἶχε μιὰ τέτοια μάνα». Καὶ ἐκείνη μὲ ταπείνωση ἀπάντησε ἀφοπλιστικά: «Ἐγὼ εἶμαι τυχερὴ ποὺ εἶχα τέτοιο γιό».
.                    Ἡ ἴδια γράφει στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου: «Ἄθελά μου, ἐντελῶς μηχανιστικὰ ἀπὸ τὴν δική μου πλευρά, τοῦ ἔστρεψα τὴν προσοχὴ στὴν προσευχή. Ἔτσι, ὅπως θὰ ἔκανε ἡ μάνα μου. Προσευχὴ γιὰ νὰ τιθασσεύσει θεραπευτικὰ τὸν ἀβάσταχτο πόνο. Καὶ τότε ὁ πόνος ἄρχισε νὰ δουλεύει θεραπευτικὰ γιὰ τὴν ψυχὴ τοῦ Βανῆ, ἐνῶ ἐμένα ἀπειλοῦσε νὰ μὲ συνθλίψει. Ὁ πόνος, ἂν δὲν σὲ καταστρέψει, θὰ σὲ ἀναστήσει». Ἀλλὰ ἐπειδὴ ἦταν ἡρωΐδα μάνα, ὁ πόνος θεράπευσε τὸν γιό της, ἀνέστησε καὶ τὴν ἴδια. Ἐκείνη ἔχει τὸ θάρρος νὰ γράψη στὸν πρόλογο τοῦ βιβλίου: «Γιέ μου, σ᾽ εὐχαριστῶ». Καὶ ἐκεῖνος θὰ προσεύχεται γιὰ τὴν μάνα του ποὺ τὸν εὐεργέτησε.
.                    Ἐνῶ τὸ παρελθὸν τῆς μάνας αὐτῆς ἦταν ἀριστερό, τὴν διακατεῖχε ἡ ἀναζήτηση τῆς Ἀλήθειας. Αὐτὸ φαίνεται ἀπὸ ὅσα γράφει συνοπτικὰ γιὰ τὸν Camus μὲ τὸν φιλελεύθερο οὐμανισμό του: «Ἐξεγείρομαι, ἄρα ὑπάρχω», γιὰ τὸν Sartre ποὺ εἶναι διχασμένος «πάντα ἀνάμεσα στὸν ὑπαρξισμὸ καὶ τὸν Μαρξισμό, καταλήγει σὲ μιὰ παραδοχὴ τῆς ἐλευθερίας, ὅπως τὴν ἐννοοῦσε ὁ ἴδιος» γιὰ τοὺς ὑπαρξιστές, Μαρξιστὲς φιλοσόφους, ἀγνωστικιστὲς ἢ ἀθέους ποὺ «ξέκοψαν τὸν νοῦ ἀπὸ τὴν καρδιὰ» γιὰ τὸν Hussel, Hegel, Marx κλπ.
.                    Μὲ τὴν ἀσθένεια τοῦ γιοῦ τῆς γνώρισε τοὺς ψυχολόγους καὶ ψυχαναλυτές, τὰ ψυχοφάρμακα καὶ τὴν ψυχανάλυση ποὺ προτείνουν: «Γίνε φυτό. Νὰ μὴν αἰσθάνεσαι. Νὰ μὴ αὐτοκτονήσεις. Ἢ σὲ καλοῦν σὲ ἀτέρμονες συζητήσεις ψυχοθεραπείας. Ὅπως ἀδυνατοῦν νὰ διαχειριστοῦν τὸν θάνατο, ἀδυνατοῦν νὰ διαχειριστοῦν καὶ τὸ ὑπαρξιακὸ κενὸ τῆς μάνας ποὺ πενθεῖ τὸ παιδί της. Ἑστιάζουν σὲ προβλήματα ἀτομικὰ-ψυχολογικὰ καὶ χαπακώνουν τὸν ἀσθενῆ. Κύριο μέλημά τους εἶναι νὰ ἐξαφανίσουν τὰ συμπτώματα τῆς λεγόμενης κατάθλιψης».
.                    Ἔμεινα ἄφωνος διαβάζοντας αὐτὸ τὸ συγκλονιστικὸ βιβλίο, συγκινήθηκα βαθειά. Καὶ μέσα σὲ ὅλη αὐτὴν τὴν περιπέτεια ἡ ἠρωΐδα μάνα βρῆκε τὴν «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία» καὶ τὴν νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας καὶ ἐπιβεβαιώνει ὅτι «ἡ λογικὴ καὶ ὁ νοῦς εἶναι δύο παράλληλες ἐνέργειες τῆς ψυχῆς», ὅτι ἔχουμε μάθει νὰ χρησιμοποιοῦμε μόνο τὴν λογικὴ ἐνέργεια καὶ «ἔχουμε παραμελήσει τὴν ἄλλη ἐνέργεια τῆς ψυχῆς, τὸ νοῦ, ποὺ εἶναι τὸ κέντρο ὕπαρξης τοῦ ἀνθρώπου». Ἀλλὰ θὰ πρέπει νὰ συνδέσουμε «τὸν νοῦ μὲ τὸν Θεό, μέσῳ τῆς νοερᾶς προσευχῆς».
.                    Μέσα ἀπὸ τὴν διαδικασία τῆς θεραπευτικῆς ἀγωγῆς τῆς Ἐκκλησίας ὁ Βανῆς ὑπῆρξε γενναῖος. «Ἡ στάση του ἀπέναντι στὸν καρκίνο ἦταν ἡρωϊκή. Πάλη ἄνιση, ἀγώνας μέχρι τὸ τέλος, ἀγόγγυστος καὶ ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ-ΥΠΟΜΟΝΗ. Ἡ ὑπομονή του δὲν εἶχε κανένα στοιχεῖο ἡττοπάθειας ἢ παραίτησης. Ἦταν σκληρὴ ἀποδοχὴ τῆς πραγματικότητας. Ἡ ὑπομονή του τοῦ ἔδωσε χρόνο καὶ γαλήνη νὰ στραφῆ στὸ πνεῦμα του. Ἀνακάλυψε τὴν προσευχὴ σιωπηλά. Αὐτὴ τὸν ἀπογείωσε, τὸν ἔκανε νὰ ξεπεράση τὸν ἑαυτό του, νὰ βγεῖ ἔξω ἀπὸ τὸν ἑαυτό του. Μεταμόρφωσε τὸν χαρακτήρα του, τὴν ἐγωπάθειά του. Τὸν ὁδήγησε ν’ ἀγαπήσει δυνατά. Ἔφυγε σὰν ἀετός, ἐλεύθερος».

.                    Ἡ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ὀρθόδοξης Ἐκκλησίας βοήθησε καὶ τὴν μάνα νὰ ἐλευθερωθῆ μέσα ἀπὸ τὸν «ἅγιο πόνο», γι᾽ αὐτὸ γράφει: «Ὁ πόνος ὁ βαθὺς εἶναι λυτρωτικός. Σὰν καυτὸ σίδερο στὰ σωθικά σου, λιώνει τὸν ἐγωϊσμό σου. Ἀποτεφρώνει ἐπιθυμίες καὶ κοσμικὰ θέλω». «Ὁ ἀνείπωτος πόνος σὰν ὀξὺ μυτερὸ λεπίδι, ξύνει τὴν ψυχή της (τῆς μάνας) καὶ βγαίνουν ἀλήθειες. Γονατίζει ἀπὸ τὶς ἀποκαλύψεις… Τώρα καλαβαίνω ὅτι αὐτὴ εἶναι πραγματικὴ μετάνοια».

.                    Τὸ βιβλίο αὐτὸ μὲ τίτλο «ὑπόσχεση» ποὺ κυκλοφορεῖ ἀπὸ τὶς ἐκδόσεις Γρηγόρη, εἶναι μιὰ «μαρτυρία καὶ ὀφείλεται στὴν ὑπόσχεση ποὺ δόθηκε ἀνάμεσα σ᾽ ἐμένα (τὴν μάνα) καὶ τὸν γιό μου Βανῆ», ὁ ὁποῖος εἶχε σκοπό, ἂν ζοῦσε «νὰ γράψη γιὰ τὴν ἐμπειρία ποὺ ἔζησε μὲ τὸν καρκίνο». Ἀλλὰ εἶναι καὶ μιὰ μαρτυρία γιὰ τὸ πῶς ἐφαρμόζεται στὴν πράξη ἡ νηπτικὴ παράδοση τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὑπομονή, ἡ ἡσυχία καὶ ἡ νοερὰ προσευχή, ἡ λεγομένη «Ὀρθόδοξη Ψυχοθεραπεία» σὲ δύσκολες καταστάσεις, ὅπως εἶναι ἡ ἀσθένεια τοῦ καρκίνου, ἡ προθανάτια αὐτὴ ἐμπειρία.

.                    Εὐλογημένο παιδί, ἡρωΐδα μάνα, εὐαίσθητος καὶ νηφάλιος πατέρας. Δόξα τῷ Θεῶ.–

 

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: