Τα ετερώνυμα πράγματι έλκονται σε ό,τι αφορά την επιλογή συντρόφου, επιβεβαιώνουν οι επιστήμονες. Μπορεί ορισμένοι να πιστεύουν ότι επιλέγουμε σύντροφο που έχει κοινά με εμάς, ωστόσο γενετικώς συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, αφού ο απώτερος στόχος της φύσης είναι το να έλθουν στον κόσμο οι υγιέστεροι δυνατόν απόγονοι, σύμφωνα με νέα μελέτη ειδικών από τη Βραζιλία. Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Παρανά ανακάλυψαν ότι τα παντρεμένα ζευγάρια έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίζουν γενετικές διαφορές σε μια περιοχή του DΝΑ, η οποία κυβερνά το ανοσοποιητικό σύστημα σε σύγκριση με άτομα που δεν αποτελούν ζευγάρι. Σύμφωνα με την επικεφαλής των ερευνητών Μαρία ντα Γράκα Μπικάλιο, το γεγονός αυτό φαίνεται να αποτελεί μια στρατηγική της εξέλιξης, η οποία εξασφαλίζει γενετική ποικιλομορφία πολύτιμη για τους απογόνους που θα έλθουν στον κόσμο. «Αν και είναι δελεαστικό το να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι επιλέγουν σύντροφο με βάση τις ομοιότητες που έχουν μαζί του, η μελέτη μάς δείχνει ξεκάθαρα ότι οι διαφορές είναι εκείνες που οδηγούν σε επιτυχή αναπαραγωγή και ότι η υποσυνείδητη παρόρμηση να αποκτήσει κάποιος υγιή παιδιά είναι σημαντική στην επιλογή συντρόφου» δήλωσε η ερευνήτρια. Προσέθεσε ότι αν και δεν είναι γνωστό ποια σήματα είναι εκείνα που «διαβάζει» το σώμα ώστε να γίνει η επιλογή του γενετικώς διαφορετικού συντρόφου, είναι πιθανόν η μυρωδιά του σώματος, ακόμη και η δομή του προσώπου, να παίζουν ρόλο. Τα νέα ευρήματα τα οποία παρουσιάστηκαν χθες κατά τη διάρκεια συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Γενετικής στη Βιέννη βασίστηκαν σε σύγκριση των γενετικών στοιχείων 90 παντρεμένων ζευγαριών με στοιχεία που ανήκαν σε 152 «ψεύτικα», τυχαίως επιλεγμένα από τους ερευνητές, ζευγάρια. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι τα πραγματικά ζευγάρια εμφάνιζαν σημαντικά περισσότερες ανομοιότητες στο μείζον σύμπλοκο ιστοσυμβατότητας (ΜΗC), έναν παράγοντα του ανοσοποιητικού συστήματος που εμπλέκεται μεταξύ άλλων στην απόκτηση υγιών απογόνων. «Οι γονείς που εμφανίζουν διαφορές σε περιοχές του DΝΑ που συνδέονται με το ανοσοποιητικό σύστημα παρέχουν στους απογόνους τους καλύτερες πιθανότητες ώστε να αντιστέκονται στις λοιμώξεις, καθώς το ανοσοποιητικό σύστημά τους είναι ισχυρότερο» καταλήγουν οι ερευνητές.
Τετάρτη 27 Μαΐου 2009
Τα ετερώνυμα έλκονται... γενετικώς
Τα ετερώνυμα πράγματι έλκονται σε ό,τι αφορά την επιλογή συντρόφου, επιβεβαιώνουν οι επιστήμονες. Μπορεί ορισμένοι να πιστεύουν ότι επιλέγουμε σύντροφο που έχει κοινά με εμάς, ωστόσο γενετικώς συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, αφού ο απώτερος στόχος της φύσης είναι το να έλθουν στον κόσμο οι υγιέστεροι δυνατόν απόγονοι, σύμφωνα με νέα μελέτη ειδικών από τη Βραζιλία. Οι ερευνητές του Πανεπιστημίου Παρανά ανακάλυψαν ότι τα παντρεμένα ζευγάρια έχουν περισσότερες πιθανότητες να εμφανίζουν γενετικές διαφορές σε μια περιοχή του DΝΑ, η οποία κυβερνά το ανοσοποιητικό σύστημα σε σύγκριση με άτομα που δεν αποτελούν ζευγάρι. Σύμφωνα με την επικεφαλής των ερευνητών Μαρία ντα Γράκα Μπικάλιο, το γεγονός αυτό φαίνεται να αποτελεί μια στρατηγική της εξέλιξης, η οποία εξασφαλίζει γενετική ποικιλομορφία πολύτιμη για τους απογόνους που θα έλθουν στον κόσμο. «Αν και είναι δελεαστικό το να πιστεύουμε ότι οι άνθρωποι επιλέγουν σύντροφο με βάση τις ομοιότητες που έχουν μαζί του, η μελέτη μάς δείχνει ξεκάθαρα ότι οι διαφορές είναι εκείνες που οδηγούν σε επιτυχή αναπαραγωγή και ότι η υποσυνείδητη παρόρμηση να αποκτήσει κάποιος υγιή παιδιά είναι σημαντική στην επιλογή συντρόφου» δήλωσε η ερευνήτρια. Προσέθεσε ότι αν και δεν είναι γνωστό ποια σήματα είναι εκείνα που «διαβάζει» το σώμα ώστε να γίνει η επιλογή του γενετικώς διαφορετικού συντρόφου, είναι πιθανόν η μυρωδιά του σώματος, ακόμη και η δομή του προσώπου, να παίζουν ρόλο. Τα νέα ευρήματα τα οποία παρουσιάστηκαν χθες κατά τη διάρκεια συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Εταιρείας Ανθρώπινης Γενετικής στη Βιέννη βασίστηκαν σε σύγκριση των γενετικών στοιχείων 90 παντρεμένων ζευγαριών με στοιχεία που ανήκαν σε 152 «ψεύτικα», τυχαίως επιλεγμένα από τους ερευνητές, ζευγάρια. Οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι τα πραγματικά ζευγάρια εμφάνιζαν σημαντικά περισσότερες ανομοιότητες στο μείζον σύμπλοκο ιστοσυμβατότητας (ΜΗC), έναν παράγοντα του ανοσοποιητικού συστήματος που εμπλέκεται μεταξύ άλλων στην απόκτηση υγιών απογόνων. «Οι γονείς που εμφανίζουν διαφορές σε περιοχές του DΝΑ που συνδέονται με το ανοσοποιητικό σύστημα παρέχουν στους απογόνους τους καλύτερες πιθανότητες ώστε να αντιστέκονται στις λοιμώξεις, καθώς το ανοσοποιητικό σύστημά τους είναι ισχυρότερο» καταλήγουν οι ερευνητές.
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου