
Μια φορά κι έναν καιρό, ο Οκτώβρης ήταν ένας ταξιδευτής με ένα παλιό χάλκινο κλειδί στην τσέπη. Περνούσε από τις αυλές των ανθρώπων και άνοιγε σιγά σιγά τις πόρτες του φθινοπώρου. Άγγιζε τα δέντρα και τα φύλλα άλλαζαν χρώμα. Άγγιζε τα παράθυρα και πάνω στα τζάμια γεννιούνταν μικρές σταγόνες βροχής.
Κι όταν έφτανε το βράδυ, καθόταν κάπου ανάμεσα στη γη και στον ουρανό και άκουγε τις αναμνήσεις του καλοκαιριού.
Δεν τις έδιωχνε.
Τις άφηνε να φύγουν απαλά.
Γιατί ο Οκτώβρης γνώριζε ένα μεγάλο μυστικό.
Πως δεν χρειάζεται να κρατάς για πάντα ό,τι αγάπησες για να αποδείξεις ότι το αγάπησες.
Μερικά πράγματα έρχονται στην ζωή μας για να μας χαρίσουν φως. Κι ύστερα φεύγουν, αφήνοντας πίσω τους μια ζεστασιά που δεν σβήνει.
Γι’ αυτό, όταν πέφτει το πρώτο φύλλο, μην το βλέπεις σαν αποχαιρετισμό.
Δες το σαν ένα μικρό γράμμα της φύσης που λέει:
«Άφησε να φύγει ό,τι τελείωσε.
Κράτησε την ευγνωμοσύνη.
Και προχώρα.
Μπροστά σου υπάρχει ένας καινούργιος δρόμος.»
Κι όταν βρέχει τον Οκτώβρη, ίσως δεν κλαίει ο ουρανός.
Ίσως απλώς ξεπλένει την γη για να μπορέσει να δεχτεί τους καινούργιους σπόρους.
Γιατί έτσι είναι η ζωή.
Κάποιες φορές πρέπει να πέσουν τα φύλλα,
για να μπορέσει η ψυχή να ανθίσει ξανά…
Ιερός Ναός Αγίου Κωνσταντίνου Κολωνού

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου