Πέμπτη 24 Σεπτεμβρίου 2026

Άγιος Σωφρόνιος_Κάτοχος ὁ ἄνθρωπος τῆς πνοῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι πεπεισμένος γιὰ τὴν ἀναπόφευκτη νίκη τοῦ Φωτός.

 


Πολλοί ἄνθρωποι ἔχουν διαφορετικὰ ἰδανικά. Υπάρχει τὸ ἰδανικὸ τῆς δυνάμεως, ὅπως συνέβη μὲ τὸν Μπόρις Γκοντούνωφ. Στὴν ἐπιδίωξη τοῦ σκοποῦ του δὲν δίστασε οὔτε μπροστὰ στὴν αἱματοχυσία. Κατόπιν ὅμως ἀνακάλυψε ὅτι δὲν ἀπέκτησε αὐτὸ που ἀνέμενε· «ἔφτασα στὸ ὕψος τῆς δυνάμεως, ἀλλὰ ἡ ψυχή μου δὲν γνωρίζει εὐτυχία». Ἂν καὶ τὰ σχετικὰ μὲ τὸ πνεῦμα ἀπαιτοῦν εὐγενέστερη ἔρευνα, ὁ ἰδιοφυὴς στὸ βασίλειο τῆς ἐπιστήμης καὶ τῆς τέχνης ἀργὰ ἢ γρήγορα ἀνακαλύπτει τὴν ἀνικανότητά του νὰ πραγματοποιήσει τὰ ἀρχικά του ὁράματα. Καὶ πάλι ἡ λογικὴ κατάληξη εἶναι ὁ θάνατος.
 
Ἡ μοῖρα τοῦ κόσμου μὲ συγκλόνισε βαθειά. 
Ἡ ἀνθρώπινη ζωὴ σὲ ὁποιοδήποτε στάδιο ἦταν ἀναπόφευκτα συνδεδεμένη μὲ ταλαιπωρίες. 
 
Ἀκόμα καὶ ἡ ἀγάπη ἦταν γεμάτη ἀντιθέσεις καὶ πικρὲς κρίσεις. Ἡ σφραγίδα τῆς καταστροφῆς ἦταν παντοῦ.
 
Ἤμουνα ἀκόμα νέος ὅταν ἡ τραγωδία τῶν ἱστορικῶν γεγονότων ξεπέρασε κάθε τι που εἶχα μελετήσει στὰ βιβλία. (Ἀναφέρομαι στὸ ξέσπασμα τοῦ πρώτου παγκοσμίου πολέμου που σύντομα ἀκολουθήθηκε ἀπὸ τὴν ἐπανάσταση στὴ Ρωσία). 
Οἱ νεανικές μου ἐλπίδες καὶ τὰ ὄνειρά μου κατέρρευσαν. Ἀλλὰ συγχρόνως μία νέα θεώρηση τοῦ κόσμου καὶ τῆς σημασίας του ἐμφανίστηκε μπροστά μου. Κοντὰ στὴν καταστροφὴ σιγὰ‐σιγὰ σχεδίασα τὴν ἀναγέννησή μου. Εἶδα ὅτι δὲν ὑπῆρχε τραγωδία στὸ Θεό. Ἡ τραγωδία ἦταν μόνο στὸ βίο τῶν ἀνθρώπων, που τὸ βλέμμα τους δὲν ξεπέρασε ποτὲ τὰ γήινα ὅρια. 
 
Ὁ Χριστὸς ὁ ἴδιος ἀναμφίβολα δὲν ἀπετύπωσε τὴν τραγωδία. Οὔτε ὅλες οἱ ταλαιπωρίες του στὸν κόσμο ἦταν τραγικῆς φύσεως. Καὶ ὁ χριστιανὸς ὁ ὁποῖος δέχτηκε τὸ δῶρο τῆς ἀγάπης τοῦ Χριστοῦ, παρ’ ὅλο που γνωρίζει ὅτι ἀκόμα δὲν εἶναι ὁλοκληρωμένος, ξεφεύγει τὸν εφιάλτη τοῦ θανάτου που καταστρέφει τὰ πάντα. Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ, σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τῆς παραμονῆς του ἐδῶ μεταξὺ μας, ἦταν μία φοβερὴ ταλαιπωρία. «Ὦ γενεὰ ἄπιστος καὶ διεστραμμένη», ἐκραύγασε, «ἕως πότε ἀνέξομαι ὑμῶν» (Ματθ. 17,17). Ἔκλαψε γιὰ τὸν Λάζαρο καὶ τὶς ἀδελφές του (Ἰωάν. 11,35). Πικράθηκε γιὰ τὴ σκληρότητα τῶν Ἰουδαίων που σκότωσαν τοὺς προφῆτες (Ματθ. 23,38) καὶ «ὁ ἱδρὼς αὐτοῦ ἐγένετο ὡσεὶ θρόμβοι αἵματος καταβαίνοντες ἐπὶ τὴν γῆν» (Λουκ. 22,44). Ζοῦσε τὴν τραγωδία ὅλου τοῦ ἀνθρώπινου γένους ἀλλὰ αὐτὸς ὁ ἴδιος δὲν ἦταν τραγωδία. Τοῦτο εἶναι φανερὸ ἀπὸ τοὺς λόγους του, τοὺς ὁποίους εἶπε πιθανὸν λίγο νωρίτερα, πρὶν ἀπό τὴ λυτρωτικὴ θυσία του γιὰ ὅλη τὴν ἀνθρωπότητα, στὸν κῆπο τῶν Ἐλαιῶν: «Εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν» (Ἰωάν. 14,27). Καὶ λίγο ἀργότερα: «Οὐκ εἰμὶ μόνος ὅτι ὁ Πατήρ μου μετ’ ἐμοῦ ἐστι. Ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε. Ἐν τῷ κόσμῳ θλίψιν ἕξετε ἀλλὰ θαρσεῖτε, ἐγὼ νενίκηκα τὸν κόσμον» (Ἰωάν. 16,32.33). Τὸ ἴδιο καὶ μὲ τὸ χριστιανό. Παρ’ ὅλο τὸ βαθὺ πόνο του, τὰ δάκρυά του, τὶς προσευχές του γιὰ τὸν κόσμο, δὲ φτάνει ποτὲ σὲ καταστροφικὴ ἀπελπισία.
 
Κάτοχος ὁ ἄνθρωπος τῆς πνοῆς τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, εἶναι πεπεισμένος γιὰ τὴν ἀναπόφευκτη νίκη τοῦ Φωτός. 
 
Ἡ ἀγάπη τοῦ Χριστοῦ ἀκόμα καὶ στὸν ἰσχυρότερο πόνο (τὸν ὁποῖο θὰ μποροῦσα νὰ καλέσω «κόλαση τῆς ἀγάπης»), ἐπειδὴ εἶναι αἰώνια, εἶναι ἀπαλλαγμένη ἀπὸ κάθε πάθος.
 Ἕως ὅτου ἐπιτύχουμε τὴν ὑπέρτατη ἐλευθερία ἀπὸ τὰ γήινα πάθη, ἡ ταλαιπωρία καὶ ἡ θλίψη μποροῦν νὰ καταβάλλουν τὸ σῶμα, ἀλλὰ μόνο τὸ σῶμα θὰ πεθάνει. «Μὴ φοβηθῆτε ἀπὸ τῶν ἀποκτενόντων τὸ σῶμα, τὴν δὲ ψυχὴν μὴ δυναμένων ἀποκτεῖναι» (Ματθ. 10,28).
Μποροῦμε νὰ ποῦμε ὅτι ἡ ἀνθρωπότητα σὰν σύνολο δὲν ἔφτασε ἀκόμα στὸ μέτρο τοῦ Χριστιανισμοῦ καὶ συνεχίζει μέχρι σήμερα νὰ σύρεται σὲ μία σχεδὸν κτηνώδη ὕπαρξη. Στὴν ἄρνηση νὰ δεχθεῖ τὸ Χριστὸ ὡς αἰώνιο ἄνθρωπο καὶ, τὸ σπουδαιότερο, ὡς ἀληθινὸ Θεὸ καὶ σωτήρα, οἱανδήποτε μορφὴ καὶ ἂν λάβει αὐτὴ ἡ ἄρνηση, ἢ οἱανδήποτε καὶ ἂν εἶναι ἡ πρόφαση, ἡ ἀνθρωπότητα χάνει τὸ φῶς τῆς αἰώνιας ζωῆς. «Πάτερ, οὓς δέδωκάς μοι, θέλω ἵνα ὅπου εἰμὶ ἐγὼ κἀκεῖνοι ὦσι μετ’ ἐμοῦ ἵνα θεωρῶσι τὴν δόξαν τὴν ἐμὴν ἣν δέδωκάς μοι, ὅτι ἠγάπησάς με πρὸ καταβολῆς κόσμου» (Ἰωάν. 17,24).
 
Ἐκεῖ στὴ βασιλεία τοῦ Πατέρα καὶ τοῦ Υἱοῦ καὶ τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, πρέπει νὰ κατοικεῖ ὁ νοῦς μας. 
 
Πρέπει νὰ διψᾶμε καὶ νὰ πεινᾶμε τὴν εἴσοδό μας σ’ αὐτὴ τὴν ἐξαίσια Βασιλεία. Τότε θὰ ὑπερνικήσουμε μέσα μας τὴν ἁμαρτία τῆς ἀρνήσεως τῆς ἀγάπης τοῦ Πατέρα, ὅπως αὐτὴ μᾶς ἀποκαλύφτηκε ἀπὸ τὸν Υἱό (Ἰωάν. 8,24). 
 
Ὅταν διαλέξουμε τὸ Χριστό, θὰ μεταφερθοῦμε πέρα ἀπὸ χρόνο καὶ τόπο, πέρα ἀπ’ αὐτὸ τὸ γεγονός, που ὀνομάζουμε «τραγωδία».