
Γράφει ο Στυλ. Καβάζης
Η ιστορία ενός έθνους δεν είναι γραμμένη μόνο με θριάμβους, νίκες και στεφάνια δάφνης αλλά και με δάκρυα που δεν στέγνωσαν ποτέ, με ονόματα που δεν βρέθηκαν σε κανένα μνημείο και με πρόσωπα που χάθηκαν μέσα στην ομίχλη του χρόνου.
Ανάμεσα στις πιο τραγικές και λιγότερο γνωστές σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας βρίσκεται η μοίρα των Ελλήνων στρατιωτών που βρέθηκαν αιχμάλωτοι μετά τη συντριβή του μικρασιατικού μετώπου το καλοκαίρι του 1922.
Η ελληνική παρουσία στη Μικρά Ασία, που ξεκίνησε με την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919, είχε στηριχθεί στο όραμα της απελευθέρωσης των πανάρχαιων ελληνικών κοινοτήτων της Ιωνίας και στην ελπίδα ότι η «Μεγάλη Ιδέα» πλησίαζε στην ολοκλήρωσή της. Όμως η ιστορία των εθνών δεν ακολουθεί πάντοτε τα όνειρα των ανθρώπων.
Η τουρκική εθνική αντίσταση υπό τον Μουσταφά Κεμάλ ανέτρεψε την κατάσταση. Η μεγάλη τουρκική επίθεση του Αυγούστου του 1922 διέσπασε τις ελληνικές γραμμές και οδήγησε στην ταχύτατη κατάρρευση ενός μετώπου εκατοντάδων χιλιομέτρων. Στις φλόγες που τύλιξαν τη Σμύρνη και στον ξεριζωμό των χριστιανικών πληθυσμών, έκλεισε ένα κεφάλαιο περίπου τριών χιλιάδων ετών ελληνικής παρουσίας στη γη της Ιωνίας.
Μέσα στο χάος της υποχώρησης, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες στρατιώτες αποκόπηκαν από τις μονάδες τους και πέρασαν στην αιχμαλωσία. Ανάμεσά τους βρίσκονταν απλοί στρατιώτες, ανθυπασπιστές, αξιωματικοί, αλλά ακόμη και ανώτατοι διοικητές σωμάτων στρατού και μεραρχιών.Για αυτούς δεν άρχισε η ειρήνη αλλά ένας άλλος πόλεμος χωρίς τέλος για τους περισσότερους,ο πόλεμος της επιβίωσης.
Δεμένοι σε φάλαγγες, κάτω από την προσταγή «Τσικάρ!» που σήμαινε να παραδώσουν ό,τι είχαν επάνω τους, οι αιχμάλωτοι ξεκίνησαν τις ατέλειωτες πορείες προς το εσωτερικό της Ανατολίας. Οι Τούρκοι τις αποκαλούσαν «Γεσίρ» οι πορείες των αιχμαλώτων.
Οι δρόμοι από τη Σμύρνη, τη Μαγνησία, το Αφιόν Καραχισάρ και τις γύρω περιοχές γέμισαν από ανθρώπινες σκιές. Άνδρες εξαντλημένοι από τις μάχες, πεινασμένοι και διψασμένοι, περπατούσαν για εβδομάδες ή και μήνες. Πολλοί δεν έφτασαν ποτέ στον προορισμό τους. Έπεσαν στις άκρες των δρόμων από την εξάντληση, τις αρρώστιες, τις κακουχίες ή τις βιαιότητες που συνόδευσαν την αιχμαλωσία.Όσοι επιβίωσαν οδηγήθηκαν στα στρατόπεδα του Ουσάκ, της Προύσας, του Μπαλικεσίρ, του Κιρ Σεχίρ και της Καισάρειας. Εκεί η καθημερινότητα έγινε ένας αργός αγώνας απέναντι στην πείνα, τη δυσεντερία, τον εξανθηματικό τύφο, την έλλειψη ιατρικής φροντίδας και την ψυχική κατάρρευση.
Οι μαρτυρίες των ελάχιστων επιζώντων μιλούν για ανθρώπους που έχασαν όχι μόνο το βάρος του σώματός τους αλλά και την αίσθηση του χρόνου. Άνδρες που, όταν επέστρεψαν στην Ελλάδα, φοβούνταν ακόμη το βήμα του φρουρού, απαντούσαν μηχανικά «Εφέντημ» στους υπαλλήλους του λοιμοκαθαρτηρίου και έκρυβαν το ψωμί τους, όπως έκαναν στα στρατόπεδα από φόβο μήπως τους το αφαιρέσουν.
Το καλοκαίρι του 1923, ύστερα από τις συμφωνίες που ακολούθησαν τη Συνθήκη της Λωζάννης, ξεκίνησε ο επαναπατρισμός των επιζώντων αιχμαλώτων. Τα πλοία που έφταναν στον Πειραιά δεν έφερναν νικητές. Έφερναν σκιές ανθρώπων.Ξένοι παρατηρητές συγκλονίστηκαν από την εικόνα τους. Σώματα αποστεωμένα, πρόσωπα γερασμένα πριν την ώρα τους, βλέμματα που είχαν δει περισσότερα από όσα μπορεί να αντέξει ένας άνθρωπος.
Δυστυχώς όμως, η τραγωδία δεν τελείωσε εκεί.
Χιλιάδες οικογένειες στην Ελλάδα δεν έλαβαν ποτέ την απάντηση που περίμεναν. Ένα όνομα σε έναν κατάλογο, μια επιστολή, έναν τάφο. Έμειναν με το βασανιστικό ερώτημα: «Τι απέγινε ο δικός μας άνθρωπος;»Γύρω από αυτούς τους αγνοουμένους γεννήθηκαν αργότερα μαρτυρίες και αφηγήσεις ότι κάποιοι Έλληνες αιχμάλωτοι ενδέχεται να παρέμειναν για πολλά χρόνια στην Τουρκία. Οι αφηγήσεις αυτές διατηρήθηκαν στη συλλογική μνήμη, όμως μέχρι σήμερα δεν έχουν επιβεβαιωθεί από επαρκή ιστορικά τεκμήρια. Η ίδια όμως η ύπαρξη τόσων οικογενειών χωρίς απαντήσεις αποτελεί ένα από τα πιο επώδυνα κεφάλαια της καταστροφής.
Και τότε σαν να μην φτάνουν όλα αυτά έρχεται η μεγάλη ειρωνεία της ιστορίας.
Μόλις δώδεκα χρόνια μετά την καταστροφή, το 1934, ο Ελευθέριος Βενιζέλος πρότεινε τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ για το Βραβείο Νόμπελ Ειρήνης. Για τον μεγάλο Κρητικό πολιτικό, που είχε πλέον επιλέξει τον δρόμο της συμφιλίωσης με τη νέα Τουρκία, αυτή η κίνηση αποτελούσε μια στρατηγική προσπάθεια να εξασφαλιστεί ένα ειρηνικό μέλλον για τις επόμενες γενιές των δύο λαών.
Αλλά για τις μάνες που κρατούσαν ακόμη τις φωτογραφίες των παιδιών τους, για τις χήρες που δεν είχαν ποτέ λάβει την είδηση του θανάτου του συζύγου τους, για τους πρόσφυγες που είχαν αφήσει πίσω πατρίδες, τάφους προγόνων και αναμνήσεις αιώνων, η πληγή ήταν ακόμη ανοιχτή.
Αυτή είναι η τραγωδία της πολιτικής και της ιστορίας τα κράτη πολλές φορές αναγκάζονται να συμφιλιώνονται πριν προλάβουν να επουλωθούν οι καρδιές των ανθρώπων.
Σήμερα, περισσότερο από έναν αιώνα μετά, το καθήκον της μνήμης παραμένει.
Όχι για να γεννηθεί νέο μίσος. Όχι για να κληροδοτηθούν στους απογόνους οι έχθρες των προγόνων.Αλλά για να μη σβήσει ποτέ η μνήμη εκείνων που περπάτησαν στους δρόμους της Ανατολής με δεμένα τα χέρια, εκείνων που γύρισαν από την κόλαση και εκείνων που δεν γύρισαν ποτέ.Γιατί οι λαοί που ξεχνούν τους νεκρούς τους χάνουν ένα κομμάτι της ψυχής τους και οι Έλληνες αιχμάλωτοι της Μικράς Ασίας, γνωστοί και άγνωστοι, με τάφο ή χωρίς τάφο, παραμένουν ακόμη φρουροί μιας πληγής που ο χρόνος δεν μπόρεσε να σβήσει.
Αιωνία τους η μνήμη.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ :Ένας αιχμάλωτος Έλληνας,από τους τυχερούς απελευθερωθέντες από τα κεμαλικά στρατόπεδα με απολύτως εμφανή τα σημάδια των κακουχιών και των βασανιστηρίων που υπέστη, άδειο βλέμμα καρφωμένο στο κενό με φοβισμένη στάση του σώματος, ζωντανός νεκρός στην κυριολεξία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου