Άρθρο τοῦ μοναχοῦ Σεραφείμ Ζήση
Ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Πικταβίου ὁ Ὁμολογητής τόν 4ο αἰ. διαπιστώνει, ὅτι ἡ πνευματική διάκριση τῶν ἁπλῶν Ὀρθοδόξων τούς καθιστᾷ ἐνίοτε θεολογικότερους ἀπό τούς Κληρικούς!
1. Ποιός εἶναι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Ἐπίσκοπος Πικταβίου (c. 310 – c. 367)
1α. Ἠ ἀποτελεσματική «οἰκονομία» καί διάκριση τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου
2. Τό θεολογικό διακύβευμα τῆς ἐποχῆς (351 – 361)
3. Σημαντικά ἀποσπάσματα τῆς ἐπιστολῆς κατά τοῦ Ἐπισκόπου Αὐξεντίου
3α. Ἡ θόλωση τῆς ἀκριβείας στά ἐκκλησιαστικά Δόγματα προετοιμάζει τήν αἵρεση, ἀλλά καί τήν εἴσοδο τοῦ Ἀντιχρίστου
3β. Ὁ Ἐπίσκοπος Αὐξέντιος εἶναι αἱρετικός καί ἀντίχριστος, μολονότι φαινομενικῶς ὁμιλεῖ ὀρθοδόξως
3γ. Τό Ὀρθόδοξο Ποίμνιο ἀντιλαμβάνεται ὀρθοδόξως ἐκεῖνα πού οἱ αἱρετίζοντες Ἐπίσκοποι διαστρέφουν πρός τήν αἵρεση
3δ. Ὁ κίνδυνος τῆς προσκολλήσεώς μας στά ἐκκλησιαστικά κτήρια· προτιμότερη ἡ Ὀρθοδοξία στίς ἐρημιές
1. Ποιός εἶναι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος Ἐπίσκοπος Πικταβίου (c. 310 – c. 367)
Ἡ παροῦσα περιδιάβασή μας στίς ὁδούς τῆς πρώιμης ἐκκλησιαστικῆς ἱστορίας μᾶς ὁδηγεῖ στόν ἱερό Ἱλάριο, Ἐπίσκοπο Πικταβίου (τοῦ σημερινοῦ Πουατιέ, Poitiers, τῆς Δυτ. Γαλλίας), καί στίς ἔνδοξες ἐκκλησιαστικές σελίδες τῶν μαρτυρικῶν ἀγώνων τῶν Ὀρθοδόξων κατά τῆς αἱρέσεως τοῦ Ἀρειανισμοῦ τόν 4ο αἰῶνα [1].
Φοβερός ἐχθρός τῆς αἱρέσεως σέ λόγους καί ἔργα, ὁ Ἱλάριος ἀπεκλήθη «Ἀθανάσιος τῆς Δύσεως» καί «Σφύρα [κατά] τῶν Ἀρειανῶν» (“malleus Arianorum”)· τούς ὁποίους πράγματι σφυροκόπησε τόσον ἐπίμονα, ὥστε ἐπανειλημμένως νά ὑποστεῖ διωγμούς καί τετραετῆ ἐξορία χάριν τῆς Ὀρθοδοξίας. Καί αὐτῆς ἀνεδείχθη στήν Δύση στήριγμα, «Στῦλος Ὀρθοδοξίας» θά λέγαμε, ὅπως καί ὁ Μέγας Ἀθανάσιος στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή. Λίγο μετά τόν θάνατό του ἤδη ἐθεωρεῖτο, ὅτι ὁ Ἅγιος Ἱλάριος, μαζί μέ τούς Ἁγίους Κυπριανό καί Ἀμβρόσιο, συναριθμεῖται στούς τρεῖς ἐπιφανεῖς τετελειωμένους «μάρτυρες καί Ὁμολογητές» τῆς Ἐκκλησίας τῆς Δύσεως [2]. Ἡ μνήμη του ἑορτάζεται στήν Δύση στίς 13 Ἰανουαρίου (ἀλλά πρό τῆς δεκαετίας τοῦ 1970, στίς 14 τοῦ μηνός). Στά παλαιότερα ἑλληνικά Συναξάρια (καί τίς Πατρολογίες καί Ἐγκυκλοπαιδεῖες κ.ἄ.), ὅσο καί ἄν ἐρευνήσαμε ἀρχικῶς, δέν εὑρήκαμε νά μνημονεύεται ἑορτασμός τῆς μνήμης του ἀπό τούς Ἀνατολικούς Ὀρθοδόξους· σέ ἀνάλογες νεότερες συναξαριστικές ἐκδόσεις, ὡστόσο, ἔντυπες καί ψηφιακές, οἱ ὁποῖες ἔχουν συμπεριλάβει ἀκόμη περισσοτέρους παλαιούς Ὀρθοδόξους Ἁγίους τῆς Δύσεως, ἔχει ἐνταχθεῖ καί ὁ Ἅγιος Ἱλάριος στίς 13 Ἰανουαρίου [3]. Ἅλλωστε ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος (c. 342-420) σέ δύο τοὐλάχιστον σημεῖα τῶν ἔργων του ὀνομάζει τόν Ἱλάριο «ἅγιο» καί πολλές φορές «Ὁμολογητή», τόν ἔχει δέ συμπεριλάβει στό ἔργο του De Viris Illustribus (Περί τῶν Ἐπιφανῶν Ἀνδρῶν), ἐνῷ καί ὁ δυτικός ἐκκλησιαστικός ἱστορικός καί θεολόγος Ρουφῖνος (345-411) ἐπίσης τόν χαρακτηρίζει ὡς «ἅγιο ἄνδρα» καί «Ὁμολογητή». [4] Ἀκόμηκαί στήν καθ’ ἡμᾶς Ἀνατολή ὁ ἱερός Θεοδώρητος Κύρου (c. 393 – c. 457) στόν Ἐρανιστή του παραθέτει ἐκτενῆ θεολογική γνώμη τοῦ «Ἁγίου Ἱλαρίου Ἐπισκόπου καί Ὁμολογητοῦ» [5].
Ὁ Ἅγιος, λοιπόν, Ἱλάριος, Γέροντας τοῦ Ἁγίου Μαρτίνου τῆς Τουρώνης, δηλ. τῆς Tours (316/336 – 397), ὑπῆρξε ὄχι μόνον ὁ πρῶτος ἐκκλησιαστικός ὑμνογράφος τῆς Δύσεως, ἀλλά κυρίως ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος μέ τά τριαδολογικά καί πολεμικά κατά τῶν Ἀρειανῶν ἔργα του κατέστησε κατανοητή στήν Δύση τήν θεολογία τῆς συγκρούσεως στήν Ἀνατολή μεταξύ Ὀρθοδόξων καί Ἀρειανῶν. Σέ αὐτό συνετέλεσε ἡ καλή γνώση του τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης, ἡ ὁποία τοῦ κατέστησε προσιτή τήν γραμματεία τῶν δικῶν μας, Ἀνατολικῶν, ἑλληνοφώνων Ἁγίων Πατέρων.
Σέ μία ἐποχή κατά τήν ὁποία ὁ Ἀρειανισμός, ἀφοῦ εἶχε ἐπικρατήσει στήν Ἀνατολική Αὐτοκρατορία, δυστυχῶς ἐπέλαυνε ἀποφασιστικῶς καί στήν Δύση, μετά τόν θάνατο (τό 350) τοῦ Ὀρθοδόξου Αὐτοκράτορος τῆς Δύσεως Κώνσταντος, ὁ Ἱλάριος ἔσωσε τήν Ὀρθοδοξία στήν Δύση, ἀπέναντι στήν πυγμή τοῦ ἀρειανόφρονος (συν)Αὐτοκράτορος τῆς Ἀνατολῆς (καί Μονοκράτορος, τελικῶς) Κωνσταντίου Β΄ (337-361).
Τήν περίοδο ἐκείνη, οἱ περισσότεροι Ὀρθόδοξοι Ἐπίσκοποι τῆς Δύσεως, ἀκόμη καί οἱ πρωτοστάτες τῆς Ὀρθοδοξίας στήν Δύση Λιβέριος, Πάπας Ρώμης, καί Ὅσιος, Ἐπίσκοπος Κορδούης (Κόρδοβας), ἐξαναγκάσθηκαν ἀπό τόν αἱρετικό Αὐτοκράτορα Κωνστάντιο Β΄ σέ ὑπογραφή τοῦ ἀρειανίζοντος β΄ Συμβόλου τοῦ Σιρμίου (357) ὡς ὑποκαταστάτου τοῦ ὀρθοδόξου Συμβόλου τῆς Νικαίας· ὁ Λιβέριος μάλιστα συνυπέγραψε καί τήν συνοδική καταδίκη τοῦ Μ. Ἀθανασίου ἀπό τούς Ἀρειανούς. Τό β΄ σύμβολο τοῦ Σιρμίου μεταξύ ἄλλων καταδίκαζε τόν ὅρο «ὁμοούσιος» τῆς Νικαίας, τῶν Ὀρθοδόξων, ἀλλά καί τόν ὅρο «ὁμοιούσιος». Στήν δίδυμη «οἰκουμενική» Σύνοδο τῆς Ἀριμίνου (Rimini, Ἰουλ 359) καί τῆς Σελευκείας (Δεκ 359), μέ ἔξωθεν πίεση τοῦ Αὐτοκράτορος ἐπιβλήθηκε τό ἀρειανικό Σύμβολο τῆς Νίκης (τροποιημένο δ΄ Σύμβολο Σιρμίου) καί ἔτσι στερεώθηκε ἡ ἐπιβολή τῶν ἰσχυρῶν Ἀρειανῶν «Ὁμοίων» ἐπί τῶν μετριοπαθῶν Ἀρειανῶν «Ὁμοιουσιανῶν» (οἱ ὁποῖοι πλησίαζαν θεολογικῶς τούς Ὀρθοδόξους).
Ὅμως ὁ Ἱλάριος τοῦ Πικταβίου, ἤδη ἐξορισμένος στήν Φρυγία (356-360), διότι δέν εἶχε ὑπογράψει τήν καταδίκη τοῦ Μ. Ἀθανασίου, παρέμεινε ἀσάλευτος [6]. Συγκρότησε τό 361 στό Παρίσι Σύνοδο τῶν ἐναπομεινάντων (καί τῶν μεταμεληθέντων γιά τήν ὑπογραφή τους) Ὀρθοδόξων δυτικῶν Ἐπισκόπων, καί διέσωσε τήν Γαλατία (Γαλλία) ἀπό τόν Ἀρειανισμό [7]. Ἡ προσπάθειά του τό 364 νά ἀπομακρύνει μέ Σύνοδο καί ἀπό τά Μεδιόλανα (τό Μιλᾶνο τῆς Ἰταλίας) τόν Ἀρειανό Ἐπίσκοπο (343-374) Αὐξέντιο τόν Καππαδόκη ἀπέτυχε.
Ὁ Ἱλάριος «στόν διπλό του ἀγώνα, ἐναντίον τοῦ ἀρειανισμοῦ καί τοῦ καισαροπαπισμοῦ, ὑπῆρξε ὄχι μόνο σταθερός, ἀλλά καί ὀξύς καί τερτυλλιανικά σκληρός, ἐνῷ γιά τό ποίμνιο καί τούς φίλους του ἦταν ἤπιος, συνετός, ἐπιβλητικός καί ἀγαπητός» [8].
1a. Ἠ ἀποτελεσματική «οἰκονομία» καί διάκριση τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου
Ὁ δυτικός ἐκκλησιαστικός ἱστορικός Σουλπίκιος Σεβῆρος (c. 363 – c. 425) ἐξαίρει τήν ἀποτελεσματική ποιμαντική διάκριση καί «οἰκονομία» τοῦ Ἁγίου Ἱλαρίου (σέ ἀντιπαράθεση πρός τόν – ἐπίσης Ὀρθόδοξο, ὅμως ἄτεγκτο – Λουκίφερ, Ἐπίσκοπο Καλάρεως), διότι ὁ Ἱλάριος δέν καταδίκασε καί ἀπομόνωσε προχείρως ὅσους Ἐπισκόπους εἶχαν ὑπογράψει τό ἀρειανίζον Σύμβολο τῆς Νίκης μετά τήν Σύνοδο τῆς Ἀριμίνου (Rimini) τό 359, ἀλλά μαζί μέ αὐτούς καί μέ τούς ὀλιγοστούς ἄλλους Ὀρθοδόξους Ἐπισκόπους, ἀνασυγκρότησαν τήν ἐκκλησιαστική Ἱεραρχία καί καταδίκασαν τήν αἵρεση. Γράφει ὁ Σουλπίκιος: «Τελικῶς, ὁ Ἱλάριος διατάχθηκε νά ἐπιστρέψει στήν Γαλατία, ὡς “ἑστία διχoνοίας” καί “ταραχοποιός τῆς Ἀνατολῆς” [9],χωρίς τήν ἀνάκληση τῆς ἐξορίας του. Ἀλλά, ὅταν εἶχε περιδιαβεῖ σχεδόν ὅλη τή γῆ, ἡ ὁποία εἶχε μολυνθεῖ μέ τό κακό τῆς ἀπιστίας, ὁ νοῦς του ἦταν γεμᾶτος ἀμφιβολία καί βαθειά ταραγμένος μέ τό πανίσχυρο φορτίο φροντίδων πού ἀσκοῦσαν ἐπάνω του πίεση. Συνειδητοποιώντας, ὅτι φαινόταν καλό σέ πολλούς νά μή ἔλθουν σέ κοινωνία μέ ἐκείνους πού εἶχαν ἀποδεχθεῖ τήν Σύνοδο τῆς Ἀριμίνου, σκέφθηκε, ὅτι τό καλύτερο πού θά μποροῦσε νά κάνει ἦταν νά τούς ἐπιστρέψει ὅλους σέ μετάνοια καί ἀναδιοργάνωση. Σέ συχνές Συνόδους ἐντός Γαλατίας, καί ἐνῷ σχεδόν ὅλοι οἱ Ἐπίσκοποι δημοσίως ἀνέλαβαν τήν εὐθύνη τοῦ σφάλματος πού εἶχε διαπραχθεῖ, καταδικάζει [ὁ Ἱλάριος] τίς διαδικασίες στήν Ἀρίμινο, καί προσδιορίζει ἐκ νέου τήν Πίστη τῶν Ἐκκλησιῶν, σύμφωνα μέ τήν ἀνόθευτη μορφή της […] Τοῦτο τό γεγονός εἶναι ἀπό ὅλους παραδεκτό, ὅτι οἱ ἐπαρχίες μας στήν Γαλατία ἀπελευθερώθηκαν ἀπό τήν ἐνοχή τῆς αἱρέσεως διά μέσου τῶν εὐγενῶν προσπαθειῶν τοῦ Ἱλαρίου καί μόνου».
«Ἀλλά ὁ Λουκίφερ [10], πού ἦταν τότε στήν Ἀντιόχεια, εἶχε μία ἐντελῶς διαφορετική γνώμη. Διότι καταδίκασε σέ τέτοιο βαθμό ἐκείνους πού συνάχθηκαν στήν Ἀρίμινο, ὥστε διεχώρισε τόν ἑαυτό του ἀπό τήν κοινωνία ἀκόμη καί ἐκείνων πού τούς εἶχαν δεχθεῖ ὡς φίλους [τούς “πεπτωκότες” στήν Ἀρίμινο], ἀκόμη καί ἀφοῦ εἶχαν προσφέρει ἱκανοποίηση ἤ εἶχαν δείξει μετάνοια. Ἐάν αὐτή ἡ ἀπόφασή του ἦταν ὀρθή ἤ ἐσφαλμένη, δέν θά λάβω τήν εὐθύνη νά τό πῶ» [11].
Ἡ Ἐπιστολή τοῦ Ἱλαρίου Κατά Αὐξεντίου (Contra Auxentium),πρός τούς Μιλανέζους, ἀποσπάσματα τῆς ὁποίας παρουσιάζουμε παρακάτω, ἐξηγεῖ τήν πονηρία τοῦ ἀρειανόφρονος Αὐξεντίου, Ἐπισκόπου Μεδιολάνων, ἐκ τῶν ἡγετῶν τῶν Ἀρειανῶν (τῆς μερίδος τῶν «Ὁμοίων») στήν Δύση, καί προτρέπει σέ ἀκοινωνησία (Ἀποτείχιση) τῶν Ὀρθοδόξων τῆς πόλεως τῶν Μεδιολάνων πρός αὐτόν.
Ὁ Ἅγιος Ἱερώνυμος ὀνομάζει τό κείμενο αὐτό τοῦ Ἱλαρίου «εὐφυέστατον λίβελλον κατά Αὐξεντίου» [12].

