Επιστολή 125 προς Επίσκοπο Ιέρακα~
Η συνέχεια από εδώ
Γράφει ο Στυλιανός Καβάζης
Είδα σε ένα ολιγόλεπτο απόσπασμα τηλεοπτικής εκπομπής στον δίαυλο του Open,τον Μητροπολίτη Μεσσηνίας Χρυσόστομο να υπερασπίζεται αρειμανίως τις νέες αυξήσεις των μητροπολιτών.Ομολογώ πως στάθηκα με ιδιαίτερη έκπληξη μπροστά σε μια δημόσια τοποθέτηση που, ανεξαρτήτως προθέσεων, άφηνε την εντύπωση μιας εξόφθαλμης και ανίερης μετατόπισης από τη θεολογική γλώσσα του λειτουργήματος στη ξύλινη τυπολατρική γλώσσα της διοικητικής και μισθολογικής αντιστοίχισης, όπως αυτή συνηθίζεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα.Με λίγα λόγια ούτε λίγο ούτε πολύ απάντησε στην δημοσιογράφο Μίνα Καραμήτρου η οποία τον "έφερε στα σχοινιά" ότι όπως κάθε υψηλόβαθμο επάγγελμα του δημοσίου αμοίβεται καλά έτσι αντίστοιχα πρέπει να αμείβονται και οι ανώτεροι θεσμικά ιεράρχες.
Τόλμησε ο αθεοφόβος το ύψιστο λειτούργημα και την ιερή διακονία του Μητροπολίτη την οποία έχουν υπηρετήσει με σθένος και παρρησία ουκ ολίγοι Άγιοι από τον Μέγα Βασίλειο και τον Άγιο Ελευθέριο μέχρι τον Άγιο Νεκτάριο να την εξισώσει με τα κοινά βιοποριστικά επαγγέλματα.
Διότι όταν το επισκοπικό αξίωμα περιγράφεται πρωτίστως με όρους “θέσης”, “αντιστοίχισης” και “απολαβών”, τότε δεν έχουμε απλώς μια συζήτηση τεχνικού χαρακτήρα αλλά μια βαθύτερη εκκλησιολογική μετακίνηση από τη διακονία του Σταυρού προς μια θεσμική κατανόηση που προσεγγίζει τη λογική της κρατικής ιεραρχίας.
Και όμως, η πατερική παράδοση υπήρξε διαυγής στο πέρας των αιώνων.
Ο επίσκοπος δεν είναι φορέας εξουσίας με όρους κοσμικής διοίκησης, αλλά εικόνα ταπεινώσεως και ευθύνης. Δεν καλείται να ενταχθεί σε πίνακες ισοδυναμιών με αξιωματούχους του κράτους, αλλά να ζήσει το “ὁ μείζων ὑμῶν ἔσται διάκονος”.
Ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος ο σπουδαίος αυτός Άγιος και ένας από τους φωτοδότες τρεις ιεράρχες ο οποίος παρά την θέληση του μάλιστα εξελέγη ως Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως δεν αντίμετωπισε αυτό τον τίτλο ως θεσμική κορυφή, αλλά ως σταυρική δοκιμασία.Όταν εξορίστηκε λόγω της σύγκρουσης του με την αυτοκρατορική αυλή και την αυτοκράτειρα Ευδοξία (εννοείται καμία σχέση με το σήμερα), δεν του αναγνωρίστηκε καμία “διοικητική αντιστοιχία” με την κοσμική εξουσία αλλά αντιθέτως, οδηγήθηκε στην απογύμνωση, εκεί όπου η Εκκλησία παύει να μοιάζει με θεσμό και γίνεται μαρτυρία.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο λοιπόν, η δημόσια θεολογική ευθύνη του λόγου αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Διότι ο λόγος του επισκόπου δεν είναι απλώς προσωπική άποψη σε δημόσιο διάλογο, αλλά λόγος που εκπροσωπεί έστω και άτυπα το εκκλησιαστικό ήθος ενώπιον ενός λαού που δοκιμάζεται συνεχώς και ανελέητα.
Έτσι γεννιέται ένα λεπτό αλλά ουσιώδες ερώτημα όταν ο εκκλησιαστικός λόγος υιοθετεί αμιγώς διοικητικούς ή κοσμικούς όρους για να περιγράψει το ίδιο το λειτούργημα, μήπως εν τέλει μετακινεί το κέντρο βάρους της Εκκλησίας από το μυστήριο στην διαχείριση;
Σε μια κοινωνία κόπωσης, οικονομικής πίεσης και υπαρξιακής ανασφάλειας, κάθε δημόσια αναφορά σε απολαβές και “αντιστοιχίες” δεν είναι ουδέτερη. Ενδέχεται να παρερμηνευθεί, να οξύνει εντυπώσεις ή να αποσυνδέσει τον λαό από την πνευματική διάσταση του λειτουργήματος. Γι’ αυτό και η πατερική παράδοση υπήρξε πάντοτε φειδωλή όχι μόνο στο περιεχόμενο, αλλά και στη γλώσσα του εκκλησιαστικού λόγου.
Γιατί στο τέλος η αυθεντία της Εκκλησίας δεν γεννήθηκε από προνόμια, τίτλους και αντιστοιχίες με την κοσμική εξουσία. Γεννήθηκε από ταπεινούς ποιμένες που σήκωσαν τον σταυρό τους, από ομολογητές που προτίμησαν την εξορία από τη σιωπή, από αγίους που θεώρησαν την διακονία βαρύτερη από κάθε τιμή. Και όσο η Εκκλησία παραμένει πιστή σε αυτό το ήθος, θα φωτίζει τον κόσμο. Όταν όμως αρχίζει να υιοθετεί τη γλώσσα του κόσμου για να περιγράψει τον εαυτό της, τότε ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι να χάσει την κοινωνική της επιρροή, αλλά να θαμπώσει η εικόνα του Εσταυρωμένου που οφείλει να αντανακλά. Γιατί στο τέλος της ημέρας, δεν είναι η αποζημίωση ενός θεσμού που κρίνεται, αλλά η πιστότητα της Εκκλησίας στο πνεύμα Εκείνου που «οὐκ ἦλθε διακονηθῆναι, ἀλλὰ διακονῆσαι».

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου