
Αγία Παρασκευή, Μεσσηνία. Φθινόπωρο 1962.
Το σχολειό μας ήταν ένα δωμάτιο. Πέτρινο, με έξι θρανία και μια σόμπα στη μέση που τον χειμώνα δεν έφτανε για όλους. Η δασκάλα, η κυρία Ελένη, ερχόταν κάθε μέρα με τα πόδια από το διπλανό χωριό. Δύο ώρες δρόμος.
Δέκα η ώρα. Το κουδούνι — μια παλιά ζάντα από κάρο — χτυπούσε. Διάλειμμα.
Δεν είχαμε κυλικείο. Δεν είχαμε κουλούρια. Είχαμε τα σπίτια μας. Και τα πόδια μας.
Τρέχαμε. Ξυπόλητοι οι περισσότεροι. Τα παπούτσια ήταν για την εκκλησία και για τον χειμώνα. Η αυλή χωμάτινη, με πέτρες που τις ξέραμε απ’ έξω. Αν σκοντάφταμε, ξέραμε ποια πέτρα έφταιγε.
Το σπίτι μου ήταν τρία σπίτια πιο κάτω. Η μάνα με περίμενε στην πόρτα. Με το μαχαίρι το μεγάλο στο χέρι. Έκοβε από το καρβέλι — το ψωμί το ζύμωνε κάθε Σάββατο, να φτάσει για όλη τη βδομάδα.
«Τι να σου βάλω, παιδάκι μου;»
Τις περισσότερες μέρες, τίποτα. Ψωμί σκέτο. Ζεστό, αν ήμουν τυχερός.
Άλλες μέρες, λάδι και ρίγανη. «Να πάρεις μυρωδιά» έλεγε. Άλλες, ντομάτα τριμμένη. Το καλοκαίρι. Άλλες, ζάχαρη. Μια κουταλιά, να κολλήσει πάνω στο λάδι. Χριστούγεννα και Πάσχα μόνο.
Εκείνη τη μέρα ήταν Τρίτη. Οκτώβρης. Η μάνα δεν είχε τίποτα. «Φά’ το σκέτο, γιε μου. Το βράδυ θα ‘χουμε φασολάδα».
Γύρισα στην αυλή. Όλοι με τις φέτες στα χέρια. Ο Νίκος είχε αυγό γδαρτό. Ο κρόκος έτρεχε στο μανίκι του. Η Μαρία είχε τυρί. Η Ελένη είχε μέλι — ο πατέρας της ήταν μελισσοκόμος. Σπάνιο πράμα.
Εγώ είχα ψωμί σκέτο. Το δάγκωσα. Κατάπια. Κοίταζα την Ελένη που έγλειφε το μέλι από τα δάχτυλά της.
Ο Μπελώνης. Το σκυλί του Γκαραβελάκου. Λιάρο, κοκαλιάρικο, ήξερε την ώρα. Στεκόταν στην άκρη της αυλής. Περίμενε.
Ο Μήτσος είχε φέτα με λίπος χοιρινό. Μύριζε όλη η αυλή. Ο Μπελώνης όρμηξε. Μια δαγκωνιά, και η φέτα έφυγε. Ο Μήτσος πάγωσε. Ύστερα έβαλε τα κλάματα. Δυνατά. Με λυγμούς.
Η κυρία Ελένη έτρεξε. «Τι έπαθες, παιδάκι μου;»
«Το ψωμί μου, κυρία... το ψωμί μου...»
Δεν έκλαιγε για τον σκύλο. Έκλαιγε για την πείνα. Μέχρι τις δύο που θα σχολούσαμε, δεν είχε άλλο.
Η κυρία Ελένη έβγαλε από την τσάντα της μια φέτα δική της. Με τυρί. Την έδωσε στον Μήτσο. «Φά’ τη, παιδί μου. Φά’ τη να σου περάσει».
Εγώ κοιτούσα. Τη δική μου τη σκέτη. Την κατάπια γρήγορα. Μήπως μου την πάρει κανείς.
Μετά το σχολειό, περνούσαμε από την αυλή της γιαγιάς Δημήτρως. Της Μπενέτση. Δεν ήταν γιαγιά μας, μα όλες οι γριές ήταν γιαγιάδες μας.
Φορούσε μαντήλι φλοράλ, ανοιχτό μπεζ. Όχι μαύρο. Το μαύρο ήταν για τις χήρες, για το πένθος. Η Δημήτρω είχε χάσει τον άντρα της στον πόλεμο, μα δεν φόρεσε ποτέ μαύρα. «Η ζωή θέλει χρώμα» έλεγε.
Καθόταν στο κατώφλι. Με το καρβέλι στα γόνατα. Με το βαζάκι το κυδωνόγλυκο δίπλα. Το έφτιαχνε μόνη της. Από τα κυδώνια της αυλής.
Μας έβλεπε και φώναζε: «Έλα μου δω, παιδάκια μου. Έλα να σας φιλέψω μια φετούλα ψωμάκι».
Στη σειρά. Σαν πουλάκια. Έκοβε φέτες χοντρές. Άπλωνε κυδωνόγλυκο με το κουτάλι το τσίγκινο. Μια στρώση γερή. Να γλυκάνει το στόμα.
Τη δική μου μου την έδωσε με δυο χέρια. «Φά’ την, γιε μου. Είσαι αδύνατος. Να βάλεις κρέας».
Την έφαγα εκεί, όρθιος. Με το ένα χέρι. Με το άλλο σφούγγιζα το κυδωνόγλυκο που έτρεχε στο πηγούνι. Το μανίκι έγινε κόκκινο. Η μάνα θα φώναζε στο πλύσιμο.
Δεν με ένοιαζε. Για πέντε λεπτά, δεν πεινούσα. Για πέντε λεπτά, ήμουν πλούσιος.
Χρόνια μετά, έφυγα για την Αθήνα. Σπούδασα. Έγινα δάσκαλος. Γύρισα στο χωριό για να διδάξω στο ίδιο σχολειό. Το πέτρινο δωμάτιο.
Η Δημήτρω είχε πεθάνει. Το σπίτι της γκρεμισμένο. Η κυδωνιά ξεραμένη.
Πρώτη μέρα στο σχολειό. Διάλειμμα. Τα παιδιά βγήκαν στην αυλή. Κρατούσαν τσάντες με κολατσιό. Τυροπιτάκια από τον φούρνο. Κρουασάν. Χυμούς σε κουτάκια.
Κανείς δεν έτρεξε σπίτι. Κανείς δεν γύρισε με φέτα στο χέρι.
Χάρηκα. Γιατί δεν πεινούσαν.
Λυπήθηκα. Γιατί δεν θα μάθαιναν ποτέ τι θα πει να περιμένεις τη γιαγιά Δημήτρω.
Στο γραφείο μου, έχω ένα βαζάκι. Κυδωνόγλυκο. Το φτιάχνω μόνος μου. Όταν έρχεται παιδί και μου λέει «κύριε, πεινάω», κόβω μια φέτα ψωμί. Απλώνω κυδωνόγλυκο.
«Έλα μου δω να σε φιλέψω μια φετούλα ψωμάκι».
Τα παιδιά γελάνε. «Κύριε, έχουμε κυλικείο».
«Ξέρω» τους λέω. «Μα αυτή είναι από τη γιαγιά μου».
Και τρώνε. Με το ένα χέρι. Και με το άλλο σφουγγίζουν τα μούτρα τους στο μανίκι.
Κάποια πράγματα, δεν αλλάζουν.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου