
Επειδή επρόκειτο ο Θεός να πλάσει τον άνθρωπο από ορατή και αόρατη φύση, σύμφωνα με τη δική του εικόνα και ομοιότητα, σαν κάποιο βασιλιά και άρχοντα όλης της γης και των αγαθών της, γι’ αυτό το λόγο προετοιμάζει γι’ αυτόν κάτι σαν παλάτι, μέσα στο οποίο αν κατοικεί θα έχει μακάρια και τρισευτυχισμένη ζωή. Αυτός ο τόπος είναι ο θείος Παράδεισος, τον οποίο ο Θεός έχει φυτέψει με τα χέρια του, ταμείο κάθε χαράς και ευχαριστήσεως.
Διότι η λέξη Εδέμ σημαίνει απόλαυση. Ήταν στην ανατολή και βρισκόταν πιο ψηλά απ’ όλη τη γη, αλλά είχε εύκρατο κλίμα και ακτινοβολούσε από λεπτό και πολύ καθαρό αέρα· ήταν κατάφυτος από αειθαλή φυτά, γεμάτος από ευωδία και φως, και ξεπερνά στη φαντασία κάθε εποχή του έτους και κάθε ομορφιά. Είναι πράγματι θείος τόπος και άξια κατοικία του ανθρώπου που πλάσθηκε κατ’ εικόνα Θεού. Μέσα σ’ αυτόν δεν σύχναζε κανένα από τα άλογα ζώα, αλλά μόνο ο άνθρωπος, το πλαστούργημα του Θεού.
Στο μέσον του Παραδείσου ο Θεός φύτευσε το δένδρο της ζωής και το δένδρο της γνώσεως. Το δένδρο της γνώσεως δόθηκε ως αφορμή, δοκιμασία και άσκηση της υπακοής ή της παρακοής του ανθρώπου. Γι’ αυτό και ονομάστηκε «ξύλο της γνώσεως του καλού και του κακού». Έδινε σε όσους το δοκίμαζαν τη δύναμη να γνωρίσουν τη φύση τους. Αυτό όμως ήταν καλό για τους τέλειους, αλλά κακό για τους ατελείς και για όσους είναι επιρρεπείς στις επιθυμίες, όπως ακριβώς η στερεά τροφή κάνει κακό στα βρέφη που τρέφονται ακόμη με γάλα.
Ο Θεός που μας έπλασε δεν ήθελε να μεριμνούμε και να ασχολούμαστε με πολλά, ούτε να φροντίζουμε υπερβολικά για τη ζωή μας. Εδώ όμως την έπαθε ο Αδάμ· διότι, μόλις γεύθηκε τον καρπό του δένδρου, αισθάνθηκε τη γύμνια του και φρόντισε να βάλει ένδυμα, παίρνοντας φύλλα συκιάς για να καλυφθεί. Πριν από τη γεύση, ο Αδάμ και η Εύα ήταν γυμνοί αλλά δεν ντρέπονταν. Τόσο πολύ ήθελε ο Θεός να είμαστε απαθείς, γιατί η γυμνότητα είναι χαρακτηριστικό της τέλειας απάθειας.
Ήθελε ακόμη να είμαστε αμέριμνοι, έχοντας ένα έργο, το αγγελικό: να δοξολογούμε ακατάπαυστα τον Πλάστη μας, να εντρυφούμε στη θεωρία Του και να εμπιστευόμαστε σ’ Αυτόν τη φροντίδα του εαυτού μας. Αυτό μας το δίδαξε και με τον προφήτη Δαβίδ: «Άφησε τη μέριμνά σου στον Κύριο και Αυτός θα σε αναθρέψει». Και στα ιερά Ευαγγέλια δίδασκε τους μαθητές Του: «Μη φροντίσετε για την ψυχή σας τι θα φάει, και για το σώμα τι θα φορέσει». Και συνεχίζει: «Ζητάτε τη Βασιλεία του Θεού και τη δικαίωση που Αυτός προσφέρει, και τα υπόλοιπα θα έρθουν στη ζωή σας».
Και προς τη Μάρθα λέει: «Μάρθα, Μάρθα, μεριμνάς και ασχολείσαι με πολλά, αλλά ένα είναι αναγκαίο· η Μαρία έκανε την καλή επιλογή, την οποία δεν θα χάσει ποτέ». Με αυτό εννοούσε ότι καθόταν στα πόδια Του και άκουγε τα λόγια Του.
Το δένδρο της ζωής ήταν δένδρο που είχε ζωοπάροχη ενέργεια και ήταν φαγώσιμο μόνο από όσους ήταν άξιοι της ζωής και δεν υπόκεινταν στον θάνατο.
Ορισμένοι θεωρούσαν τον Παράδεισο αισθητό, ενώ άλλοι νοητό. Εγώ όμως έχω τη γνώμη ότι, όπως ο άνθρωπος πλάστηκε και αισθητός και νοητός, έτσι και το ιερότατο τέμενός του δημιουργήθηκε ταυτόχρονα αισθητό και νοητό, με διπλή όψη. Ο άνθρωπος κατοικούσε με το σώμα στον θεϊκό και πανέμορφο τόπο, ενώ με την ψυχή ζούσε σε ακόμη ανώτερο και ασύγκριτα ωραιότερο τόπο, έχοντας ως ένοικο της κατοικίας του τον Θεό.
Ήταν ντυμένος με τη Χάρη Του και απολάμβανε τον μοναδικό γλυκύτατο καρπό, τη θεωρία του προσώπου του Θεού, η οποία τον έτρεφε σαν άλλον άγγελο. Γι’ αυτό και ονομάστηκε πανάξια «δένδρο της ζωής», διότι η γλυκύτητα της κοινωνίας με τον Θεό μεταδίδει σε όσους μετέχουν σ’ αυτήν ζωή που δεν διακόπτεται από τον θάνατο.
Ο Θεός το ονόμασε «κάθε δένδρο» και είπε: «Από κάθε δένδρο που βρίσκεται στον Παράδεισο θα τρώτε». Διότι ο Ίδιος είναι το παν και με τη δύναμή Του δημιούργησε τα πάντα.
Το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού είναι η διάκριση κάθε είδους παρατηρήσεως, δηλαδή η τέλεια γνώση της φύσεως. Αυτή είναι καλή για τους τέλειους και για όσους ζουν τη θεωρία του Θεού, διότι τους κάνει να γνωρίζουν την παντοδυναμία του Δημιουργού και δεν φοβούνται την πτώση. Δεν είναι όμως καλή για τους νέους και για όσους είναι επιρρεπείς στις επιθυμίες, γιατί η φροντίδα για το σώμα τους αποσπά την προσοχή τους και δεν έχουν ακόμη σταθεροποιηθεί στο αγαθό.
Θεωρώ λοιπόν ότι ο θείος Παράδεισος έχει δύο έννοιες. Οι θεοφόροι Πατέρες μας παρέδωσαν την αλήθεια είτε δίδαξαν τη μία είτε την άλλη έννοια. Μπορούμε ακόμη να ερμηνεύσουμε ότι η έκφραση «παν ξύλον» σημαίνει την τέλεια γνώση που προέρχεται από τα δημιουργήματα της θείας δυνάμεως, όπως λέει ο θείος Απόστολος: «Ο αόρατος κόσμος γίνεται αντιληπτός από τα κτιστά δημιουργήματα».
Από όλες τις έννοιες και τις παρατηρήσεις, πιο σπουδαία είναι αυτή που αναφέρεται σε εμάς, στη δική μας σύσταση, όπως λέει ο προφήτης Δαβίδ: «Από τη γνώση του εαυτού μου θαυμάζω τη σοφία σου», δηλαδή από την παρατήρηση της φύσεώς μου. Αυτή όμως η γνώση ήταν επικίνδυνη για τον Αδάμ, που ήταν ακόμη άπειρος.
Μπορούμε επίσης να θεωρήσουμε ως δένδρο της ζωής τη βαθύτερη γνώση του Θεού που προέρχεται από τα κτιστά και οδηγεί στον Πλάστη και Δημιουργό των πάντων. Γι’ αυτό ονομάστηκε «παν ξύλον», δηλαδή πληρότητα και ενότητα που μας παρέχει τη μοναδική μετοχή στο αγαθό.
Το «δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού» μπορεί να νοηθεί ως η αισθητή και ηδονική τροφή, η οποία φαίνεται γλυκιά αλλά στην πραγματικότητα οδηγεί σε κακά. Διότι ο Θεός είπε: «Από κάθε δένδρο του Παραδείσου μπορείς να φας». Είναι σαν να λέει: «Με όλα τα κτιστά οδηγήσου σε μένα τον Πλάστη και δοκίμασε τον μοναδικό καρπό, εμένα, την αληθινή ζωή».
Όλα ας σου προσφέρουν ως καρπό τη ζωή και την κοινωνία μαζί μου να την κάνεις ουσία της υπάρξεώς σου· διότι έτσι θα γίνεις αθάνατος.
«Δεν θα φάτε όμως από το δένδρο της γνώσεως του καλού και του κακού· την ημέρα που θα φάτε από αυτό, θα πεθάνετε». Διότι η αισθητή τροφή από τη φύση της είναι αναπλήρωση αυτών που αποβάλλονται και τελικά χάνεται· γι’ αυτό είναι αδύνατον να παραμένει άφθαρτος εκείνος που τρέφεται μόνο με την αισθητή τροφή.
[Έκδοσις ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως, κεφ. 25 «Περί Παραδείσου»]
