Κυριακή, 20 Οκτωβρίου 2019

Η Ζηζιούλιος απόκλισις εκ της Πατερικής Παραδόσεως (Β)


 πρώτο μέρος

 δεύτερο μέρος


Αποτέλεσμα εικόνας για ζηζιουλαςΠρωτειομανής: Κατά πρώτον αγαπητέ δεν θα πρέπει ποτέ να ξεχνά κανείς ότι βρισκόμαστε στην μετανεωτερική εποχή η οποία βοηθά όλους τους χριστιανούς και ειδικά τους ορθοδόξους να ξεφύγουν από ένα παρελθόν το οποίον τους καρατούσε δέσμιους σε απόψεις ξεπερασμένες. Απόψεις που στην σημερινή εποχή δεν έχουν τίποτε να προσφέρουν. Κατά δεύτερον σήμερα το ορθόδοξον ποίμνιον και η ορθόδοξος θεολογία δεν είναι σε θέση να μελετήσει όλους τους Πατέρες και βέβαια οι περισσότεροι αγνοούν τον Μέγα Σωφρόνιο όπως αποκαλείς τον Πατριάρχη Ιερουσαλήμων και πνευματικό οδηγό του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού. Η μοντέρνα όμως θεολογία και το ορθόδοξον ποίμνιον γνωρίζουν κι᾽έχουν μελετήσει τον άγιον Σωφρόνιο του Έσσεξ που μιλάει για την υποστατική αρχή και εννοεί ακριβώς αυτό που ισχυρίζεται ο Ζ.
Ορθόδοξος: Εγώ δεν συμφωνώ ότι η θεολογία των Πατέρων στην σημερινή εποχή δεν έχει τίποτε να προσφέρει και θα πρέπει να την ξεπεράσουμε για να στηριχθουμε σε νέους θεολόγους όπως τον Σωφρόνιο του Έσσεξ. Πιστεύω αντίθετα ότι είναι η μοναδική λύση έναντι των νέων αιρέσεων που επικρατούν σήμερα. Σύμφωνα με το σκεπτικό των Πατέρων και Οικουμενικών συνόδων καταλαβαίνει κανείς ότι ο Ζ. μεταφέροντας  την ελευθερία, την θέληση και κατ᾽επέκτασιν την ενέργεια από την φύση εις το πρόσωπον[18] τότε καταφέρνει να δημιουργήσει τεράστιες αιρέσεις κατά πρώτον στην θεολογία και κατά δεύτερον στην χριστολογία.
Πρωτειομανής: Όπως πάντα έχεις μία μεγάλη δόση υπερβολής. Θα πρέπει και να αποδείξεις ότι υπάρχουν αιρέσεις στην θεολογία και στην Τριαδολογία.
Ορθόδοξος: Κατά πρώτον, αγαπητέ σύμφωνα με τους Πατέρες της Εκκλησίας, εις το κάθε πρόσωπο της Παναγίας Τριάδος, τα υποστατικά ιδιώματα, ανήκουν μόνα σε αυτό και όχι σε άλλα προσωπα. Δεν υπάρχει υποστατική κοινωνία προσώπων γιατί τα πρόσωπα είναι υποστατικώς ακοινώνητα.[19] Αν λοιπόν η ελευθερία είναι δεμένη με το πρόσωπο του Πατρός ανήκει μόνο σε αυτό και δεν κοινωνείται σε κανένα άλλο πρόσωπο. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: υπάρχει ελευθερία στον Υιο και στο Πνεύμα; Και αν υπάρχει τί είδους ελευθερία είναι αυτή κτιστή ή άκτιστη; Αν είναι άκτιστη ποία θα είναι η διαφορά της ελευθερίας του Υιού ή της ελευθερίας του Πνεύματος από την ελευθερία του Πατρός; Μήπως με αυτό τον τρόπο σκέψεως προκύπτει η ανάγκη να διακριθούν τρεις ελευθερίες διαφορετικές στα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος; Δεν πέφτουμε έτσι στον κίνδυνο της τριθείας; Και μάλιστα αν κανείς ισχυρίζεται ότι το ενιαίον του Θεού οφείλεται εις το πρόσωπο του Πατρός, αν στην Τριάδα οι διακρίσεις προηγούνται των ενώσεων, τότε ο ένας Θεός εξαφανίζεται. Και δεν σὠζεται η κατάσταση αν αποδωθεί μόνο στον Πατέρα η αιτία της υπάρξεως του Υιού και του Πνεύματος. Και στην ελληνική μυθολογία ο Δίας είναι η αιτία των άλλων θεών, αλλά βέβαια οι αρχαίοι έλληνες δεν πίστευαν σ᾽έναν Θεό αλλά σε δώδεκα. Και ο Αδάμ είναι η αιτία της Εύας αλλά δεν συναποτελεί με τη Εὐα έναν άνθρωπο.
Κατά δεύτερον αν μεταφερθεί στην Χριστολογία[20] ο ίδιος τρόπος σκέψεως τότε πώς κατά τους Πατέρας και Οικουμενικάς Συνόδους προκύπτει ότι το πρόσωπο του Υιού που εσαρκώθη διαθέτει δύο φύσεις- θεϊκή και ανθρωπίνη- καθώς και δύο φυσικές ελευθερίες, μία ανθρωπίνη και μία Θεϊκή; Γιατί σύμφωνα με το σκεπτικό του Ζ. η ελευθερία ανήκει στο πρόσωπο. Αλλά αν αυτό αληθεύει τότε και ο Χριστός θα είχε μία μόνο ελευθερία δηλαδή αυτή του Λόγου που εσαρκώθη και όχι δύο φυσικές, όπως ισχυρίζονται οι Πατέρες και οι οικουμενικοί σύνοδοι.
Ο Σεβασμιώτατος Περγάμου σταματά άραγε στην ελευθερία ή ξεκινώντας από αυτήν φτάνει και στην θέληση και πιστεύει ότι υπάρχει προσωπική θέληση του Πατρός;
Πρωτειομανής: Σύμφωνα με τον Ζ. “η εκκλησιολογία πρέπει να τοποθετείται μέσα στο πλαίσιο της τριαδικής θεολογίας. Πρέπει να αρχίσουμε με μία σαφή διάκριση των προσώπων στην Αγία Τριάδα, όπως με επιμονή τόνιζαν οι Καππαδόκες Πατέρες. Ο Πατήρ είναι άλλο πρόσωπο, διαφορετικό από τον Υιό, το ίδιο και το Άγιον Πνεύμα. Η Εκκλησία υπάρχει προπάντων, επειδή ο Πατήρ, ως διακριτό πρόσωπο, θέλει την ύπαρξή της. Είναι η πρωτοβουλία και η ευδοκία του Πατρός που οδηγούν την ύπαρξή της. Και όχι μόνο αυτό, αλλά είναι στον Πατέρα, ως πρόσωπο άλλο από τον Υιό, που θα οδηγηθεί τελικά η Εκκλησία, όταν ο Χριστός θα υποτάξει τα πάντα σ᾽αυτόν. Έτσι η Εκκλησία από την άποψη τόσο της προέλευσή της όσο και του προορισμού της είναι πάνω απ᾽όλα η Εκκλησία του Θεού (για την Αγία Γραφή ο Θεός είναι ο Πατήρ) πριν να είναι Εκκλησία του Χριστού ή Εκκλησία αυτού ή εκείνου του τόπου. Όπως πολύ σωστά έδειξε ο L. Cerfaux, εδώ και πολλά χρόνια, η πρώτη αρχική εικόνα της Εκκλησίας συσχετίζεται με την γενική του Θεού. Ίσως μέχρι εδώ όλοι συμφωνούμε σ᾽αυτό[21]
Ορθόδοξος: Θα καταλαβαίνεις κι᾽εσύ ότι όντως ένας είναι ο Πατήρ, διακρίνεται από τον Υιό και το Πνεύμα, αλλά ξεχνά να αναφέρει ο Ζ. ότι κατά τους Καπαδόκες Πατέρες ένας είναι και ο Θεός. Μία είναι η φύση ή η ουσία. Επομένως η θέληση κατά τους Αγίους Πατέρες δεν είναι του προσώπου αλλά της φύσεως. Ο Πατήρ δεν θέλει καθό Πατήρ αλλά καθό Θεός (ουσία) και επειδή Θεός είναι ο Υιός, Θεός και το Πνεύμα η θέληση είναι φυσική και μία όπως πολύ σωστά διακηρύσσει ο Ιωάννης Δαμασκηνός. Ο Θεός των όλων και Πατέρας θέλει καθό Πατήρ ή καθό Θεός. Αλλά αν θέλει καθό Πατήρ άλλο θα είναι το θέλημά του από τον Υιό. Γιατί ο Υιός δεν είναι Πατέρας. Αν όμως θέλει καθό Θεός, Θεός είναι και ο Υιός Θεός και το Πνεύμα το Άγιο. Άρα το θέλημα είναι χαρακτηριστικό φύσεως, δηλαδή φυσικό [22]

Αυτή είναι η αποκάλυψη από εδώ ξεκινούν οι Πατέρες για να θεολογήσουν και όχι από ανθρώπινες κοινωνίες και σχέσεις για να δημιουργήσουν νέους οντολογικούς στοχασμούς! Αν ο Πατήρ είχε μία προσωπική θέληση τότε η θέληση του Πατρός θα ήταν διαφορετική από αυτήν του Υιού και του Πνεύματος, με άλλα λόγια θα υπήρχαν τρεις Θεοί με τρεις διαφορετικές θελήσεις στην θεολογία και όχι εις τρισυπόστατος Θεός (άνω τελεία) εις δε την χριστολογία επειδή η θέληση κατά τον Ζ. είναι δεμένη με το πρόσωπο τότε ο Λόγος που εσαρκώθη δεν θα διέθετε δύο φυσικές θελήσεις, μία ανθρωπίνη και μία θεϊκή, αλλά μία μόνο θέληση αυτή του προσώπου του Λόγου, όπως ισχυρίζοντο ο Σεβήρος και οι μονοθελήτες. [23]


Πρωτειομανής: Κατά τον Ζ. όμως τα πρόσωπα σαν ελεύθερα που είναι, καθώς και οι προσωπικές διαφορές τους προηγούνται της αναγκαιότητος της φύσεώς τους. Με άλλα λόγια δεν την έχουν ανάγκη από την στιγμή που μόνα τους μπορούν να βρεθούν σε σχέση και να κοινωνήσουν. Νά γιατί ο Ζ. αναφέρεται συνεχώς σε προσωπική κοινωνία και σχέση. Ορίζει λοιπόν την Εκκλησία σαν μία κοινωνία-πλέγμα σχέσεων διακριτών προσώπων το καθένα με το δικό του γνωμικό θέλημα, τα οποία για να κοινωνήσουν έχουν ανάγκη ενός πρώτου, εικονίζοντας έτσι την Παναγία Τριάδα [24] που, κατά τον ίδιον, είναι προσωπική σχέση και κοινωνία υπό του πρώτου ο οποίος είναι ο Πατήρ.
Ορθόδοξος: Συγνώμη που διακόπτω τον ειρμό της σκέψεώς του για να παρατηρήσω ότι στην θεότητα δεν μπορεί κατά τους Πατέρας να υπάρχει ένας πρώτος. Όταν στην κτιστή γλώσσα χρησιμοποιούμε την λέξη πρώτος αμέσως συνακολουθεί ο δεύτερος και ο τρίτος. Κατ᾽αυτόν τον τρόπο όμως η Άκτιστος Παναγία Τριάς υποβιβάζεται εις κτίσμα όπως πολύ σωστά παρατηρεί ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος: “Ενα μεν Θεόν ειδώς, εν Τριάδι προσκυνούμενον, τρία δέ εις μίαν θεότητα συναγόμενα (άνω τελεία) και οὓτε τῶ ενι Σαβελλίζων, οὓτε τοις τρισιν Αρειανίζων, ἢ τῶ κατατέμνειν ανίσοις αλλοτρότησιν, ἢ μεγέθους ἢ φύσεως. Οὗ γαρ ἕκαστον ακατάληπτον καί υπέρ την ἡμετέραν επίνοια, πῶς ενταῦθα το υπεραῖρον ἢ νοηθήσεται, ἢ δογματιθήσεται; Ποῦ δε μετρεῖται το άπειρον, ἲν᾽ ὃ τῶν περατουμένων εστί, τοῦτο πάθη θεότης, βαθμοῖς μετρουμένη καί υποβάσεσιν» (PG 35 1005 ΙΣ´Β)
Πρωτειομανής: Συνεχἰζω με τα γραφόμενα του Ζ. συνεχώς διακοπτόμενος. “Η καινούργια ταυτότητα, που δινόταν εκ του Πνεύματος αποκτούσε υπόσταση μέσα από την ενσωμάτωση στο σώμα του Χριστού στην Εκκλησία, μέσα από ένα πλέγμα σχέσεων. Οι σχέσεις αυτές ήταν ταυτόσημες με την σχέση του Χριστού προς τον Πατέρα. Για τον λόγο αυτό το βάπτισμα ισοδυναμούσε με υιοθεσία…Παρόμοια αυτή η ταυτότητα συνεπαγόταν κοινωνικές σχέσεις που αποκτούσαν μέσα στην κοινότητα της Εκκλησίας και δι᾽αυτής, και όχι μέσω της βιολογικής οικογένειας ή του κράτους. Μία από τις θεμελιώδεις συνέπειες του βαπτίσματος ήταν ότι ο νέος άνθρωπος δεν θα είχε τον Πατέρα του στη γή αλλά στους ουρανούς (Ματθ 23,9) και ότι οι αδελφοί του θα ήταν μέλη της Εκκλησίας. Επίσης δεν θα ήταν πολίτης της γης, αλλά του ουρανού (Φιλιπ 3,20) εφ᾽όσον η πόλις του θα ήταν η μέλλουσα Βασιλεία. (Εβρ 13,14). Έτσι θα ήταν ξένος σε τούτη την γή. Αυτό ήταν το υπαρξιακό νόημα του βαπτίσματος ως θανάτου του παλαιού ανθρώπου και ως γέννηση του νέου εσχατολογικού ανθρώπου. Η δικιμασία του ήταν βασική εκκλησιολογική και όχι ηθική ή ψυχολογική, όπως συχνά νομίζεται. Η πνευματικότητα είχε να κάνει με την απόκτηση νέων σχέσεων και μέσω αυτών μιάς νέας ταυτότητας, εφ᾽όσον οι ταυτότητες, είτε αυτές είναι βιολογικές, είτε κοινωνικές, είτε πνευματικές πάντα πηγάζουν μέσα από σχέσεις». [25]
Ορθόδοξος: Αναγκάζομαι να σε διακόπτω συνεχώς γιατί δεν μπορώ ν᾽ακούω αυτά τα πράγματα.
Πρωτειομανής: Ποιό είναι το πρόβλημά σου;
Ορθόδοξος: Ισχυρίζεται ο Ζ. ότι οι ταυτότητες, είτε αυτές είναι βιολογικές, είτε κοινωνικές, είτε πνευματικές πάντα πηγάζουν μέσα από σχέσεις. Δηλαδή κατανοώ ότι μόνο η σχέση δίνει μία ταυτότητα κατά τον Ζ., όχι η φύση. (Όταν οι Πατέρες αναφέροντο εις φύσιν εννοούσαν ότι δεν υπάρχει φύσις ανυπόστατος.) Δηδαδή το ότι ο Γιώργος είναι άνθρωπος, ανήκει στην ανθρωπίνη φύσιν αυτό κατά τον Ζ. δεν του δίνει καμμία ταυτότητα. Η σχέση που θα έχει ο Γιώργος με τον δείνα ίππο για παράδειγμα ή με άλλους ανθρώπους, αυτές θα του δώσουν ταυτότητα κατά τον Ζ. Ποία όμως; Το ότι ο Γιώργος δεν είναι ίππος σημαίνει ταυτότητα; Το ότι ο Γιώργος αγόρασε τον δείνα ίππον σημαίνει και αυτό ταυτότητα; καθώς και το ότι ο Γιώργος είναι Έλληνας ή φίλος του Ιωάννου και σύζυγος της Άννας; Κατά δεύτερον αναφέρεις χωρίο του Μητροπολίτου που ισχυρίζεται: Η καινούργια ταυτότητα, που δινόταν εκ του Πνεύματος αποκτούσε υπόσταση μέσα από την ενσωμάτωση στο σώμα του Χριστού στην Εκκλησία, μέσα από ένα πλέγμα σχέσεων. Οι σχέσεις αυτές ήταν ταυτόσημες με την σχέση του Χριστού προς τον Πατέρα. Αλλά η σχέση Πατρότητος και υιότητος στον Θεόν είναι άρρητος, ακατανόητος, αμέθεκτος κατά τους Πατέρας. Οι ανθρώπινες σχέσεις λοιπόν είναι και αυτές άρρητες, ακτανόητες και αμέθεκτες ή μήπως δεν είχαν δίκιο οι Πατέρες που τόλμησαν να ισχυρισθούν αντιζηζιουλικές θέσεις; Μάλλον το δεύτερο θα πρέπει να ισχύει γι᾽αυτό προσπαθείτε όλοι εσείς οι νεοεποχίτες να τους ξεπεράσετε
Πρωτειομανής: Θα πρέπει να αντιληφθείτε όλοι εσείς οι ορθόδοξοι που ακολουθείτε τους Πατέρες ότι η σχέση του εγώ με το εσύ ορίζει και το εγώ και το εσύ. Αν δεν υπήρχε αυτή η σχέση τότε το εγώ θα υπήρχε μόνο σαν μία φύση ατομική. Γι᾽αυτό όποιος δεν καταλαβαίνει την υποστατική αρχή παραμένει κλειστός σε μία φύση, ένα άτομο, δηλαδή εν δυνάμει πρόσωπον, όπως πολύ εύλογα παρατηρεί ο πατέρας Σωφρόνιος του Έσσεξ.
Ορθόδοξος: Αν κατάλαβα καλά ο Θεός – κατά τον Σωφρόνιο που ισχυρίζεται τα ίδια με τον Ζ.- δεν κατάφερε να μας κάνει πρόσωπα παρά μόνο δυνάμει. Δηλαδή μπορούμε και να μη γίνουμε ποτέ πρόσωπα, αλλά να παραμείνουμε άτομα. Άτομα βέβαια κλεισμένα σε μία φύση απομονωμένα χωρίς σχέσεις- ποιός στην πραγματικότητα παρατήρησε αυτή την απομόνωση;- άτομα τα οποία στην πραγματικότητα δεν μπορούν ούτε να ορισθούν από την στιγμή που στερούνται σχέσεων! Αν θέλουμε να κάνουμε μία αναλογία είναι σαν να ισχυριζόμαστε ότι ο Θεός δεν δημιούργησε ανθρώπους αλλά κενταύρους, μυθολογικά όντα μη οριζόμενα, που έχουν την δυνατότητα να γίνουν άνθρωποι δηλαδή εν δυνάμει άνθρωποι, αλλά μπορούν και να παραμένουν κένταυροι! Τι να πώ ο κάθε σκεφτόμενος άνθρωπος μπορεί από μόνος του να εξάγει τα συμπεράσματά του. Ας προχωρήσουμε όμως ακόμη στην ευχαριστιακή εκκλησιολογία του Ζ. Μέχρις στιγμής έχουμε ακούσει πολλά διαμάντια που βέβαια όχι μόνο οι Πατέρες αλλά και οι αιρετικοί του παρελθόντος αδυνατούσαν όχι μόνο να ισχυρισθούν αλλά και να διανοηθούν!
Πρωτειομανής: Από την οντολογία του προσώπου, εκπηγάζει η ευχαριστιακή εκκλησιολογία: «Πρέπει να έχουμε υπ᾽όψη μας αυτό το υπόβαθρο, ώστε να καταλάβουμε την σπουδαιότητα της Ευχαριστίας για την χριστιανική πνευματικότητα. Η Ευχαριστία κατανοήθηκε στους πρώτους αιώνες ως το γεγονός που συγκέντρωνε τον διασκορπισμένο λαό του Θεού επί το αυτό, προκειμένου όχι μόνο να γιορτάσουν, αλλά επίσης να αποτελέσουν την εσχατολική μεσσιανική κοινότητα εδώ και τώρα. Μ᾽αυτή την έννοια, η Ευχαριστία ήταν το κατ᾽εξοχήν πνευματικό γεγονός , γιατί ήταν η εσχατολογική πραγματικότητα φανερωμένη μέσα στην ιστορία, η πρόγευσή της μέσα στην ιστορία. Οι βαπτισμένοι οδηγούνταν σ᾽αυτήν την κοινότητα, προκειμένου να πάρουν τη θέση τους σ᾽αυτήν, πράγμα που συνεπαγόταν το προνόμιο να μπορούν να αποκαλούν τον Θεό Πατέρα αποκτώντας την υιότητα που ο Χριστός είχε ανέκαθεν και ταυτόχρονα το προνόμιο να αποκαλούν τα άλλα μέλη της Εκκλησίας αδελφούς και να μοιράζονται με αυτούς τον αιώνιο προορισμό».[26]
Ορθόδοξος: Άκουσα καλά: «Οι βαπτισμένοι οδηγούνταν σ᾽αυτήν την κοινότητα, προκειμένου να πάρουν τη θέση τους σ᾽αυτήν, πράγμα που συνεπαγόταν το προνόμιο να μπορούν να αποκαλούν τον Θεό Πατέρα αποκτώντας την υιότητα που ο Χριστός είχε ανέκαθεν» Αν ο κάθε πιστός αποκτήσει την υιότητα που είχε ανέκαθεν ο Υιός τούτο σημαίνει ότι ούτος δεν είναι πλέον μονογενής. Το κάθε πρόσωπον κατά τον Ζ. μπορεί στην ευχαριστιακή κοινότητα να αποκτήσει την υποστατική ιδιότητα που ο Υιός είχε ανέκαθεν! Πόσους Υιούς λοιπόν θα έχει ο Πατήρ;
Πρωτειομανής: Διαθέτεις έναν ιδιότυπο τρόπο σκέψης που εκνευρίζει τον συνομιλητή σου θα ήθελα όμως να συνεχίσω με την ευχαριστιακή εκκλησιολογία
Ορθόδοξος: Παρακαλώ αγαπητέ απλώς σκεφτόμουνα αν θα πρέπει ν´αλλάξουμε και το πιστεύω ειδικά στο σημείο που αναφέρει …και εις έναν κύριον Ιησουν Χριστόν τον Υιό του Θεού τον μονογενή από την στιγμή που οι βαπτισμένοι οδηγούνταν σ᾽αυτήν την κοινότητα, προκειμένου να πάρουν τη θέση τους σ᾽αυτήν, πράγμα που συνεπαγόταν το προνόμιο να μπορούν να αποκαλούν τον Θεό Πατέρα αποκτώντας την υιότητα που ο Χριστός είχε ανέκαθεν. Και οι Λατίνοι πρόσφατα άλλαξαν το Πάτερ Ημών, γιατί λοιπόν εμείς να μείνουμε τόσο πίσω; Τόσο καθυστερημένοι εμείς οι ορθόδοξοι από την στιγμή που διαθέτουμε τέτοια θεολογικά αναστήματα;
Πρωτειομανής: Πρέπει να συνεχίσω έχεις μεγάλη διάθεση για αστεία σήμερα. Ας πούμε και κάτι πιο σοβαρό: «Η Ευχαριστία πρόσφερε θετικά εκείνο που το βάπτισμα σήμαινε αρνητικά: ο θάνατος της παλαιάς βιολογικής ταυτότητας αντικαθίστατο από την γέννηση της νέας ταυτότητας, η οποία δινόταν στην ευχαριστιακή κοινότητα. Εφ᾽όσον η παλαιά βιολογική ταυτότητα βασίζεται στην φυσική αναγκαιότητα, οδηγεί στον θάνατο. Ενώ η νέα ταυτότητα που δίνεται στην Ευχαριστίαβασισμένη σε νέες και αθάνατες σχέσεις, πάνω απ᾽όλα στην αιώνια υιική σχέση ανάμεσα στον Πατέρα και στον Υιό, η οποία δινόταν ως δάνειο στον χριστιανό κατά το βάπτισμα παρέχει αιώνια ζωή. Η Ευχαριστία είναι αιώνια ζωή, πρωτίστως επειδή προσφέρει αυτό το πλέγμα των σχέσεων, το οποίο συνάγεται μία αιώνια ταυτότητα. Να ανήκει κανείς στην κοινότητα της ευχαριστίας ισοδυναμεί επομένως, με την απόκτηση της αιώνιας ζωής.[27] Η πνευματικότητα σ᾽αυτήν την ευχαριστιακή συνάφεια αποκτά οντολογικό και όχι απλώς ηθικό ή ψυχολογικό περιεχόμενο. Δεν πρόκειται απλώς για βελτίωση της ανθρωπίνης φύσεως[28] ή για βελτίωση του τρόπου δράσης και συμπεριφοράς της μέσω ηθικών επιτεύξεων και αρετής (άνω τελεία) δεν είναι απλώς μία ψυχολογική εμπειρία των καρπών του Πνεύματος, όπως της ειρήνης της χαράς της υπομονής κ.λ.π. Είναι πάνω απ᾽όλα ταυτόσημη με την υπέρβαση του θανάτου μέσα από την απόκτηση μιάς νέας ταυτότητας βασισμένη σε νέες σχέσεις, οι οποίες είναι ταυτόσημες με την σχέση Πατέρα και Υιού στην Αγία Τριάδα… Η Πνευματικότητα ως η κατοχή του Πνεύματος σημαίνει πάνω απ᾽όλα συμμετοχή στην ίδια υιότητα που έχει ο Ιησούς Χριστός, μια σχέση με τον Θεό, η οποία προσφέρει μία αθάνατη αιώνια ταυτότητα.[29] Η ιδιότητα του μέλους της Εκκλησίας ως του σώματος εκείνων που μέσω του βαπτίσματος και της Ευχαριστίας απέκτησαν μία τέτοια ταυτότητα, ήταν πηγή της αληθινής πνευματικότητας. Η Πνευματικότητα είναι εκκλησιαστική και όχι ατομική εμπειρία. Η Εκκλησία ως εικόνα ή το σημείο της εσχατολογικής κοινότητας πρόσφερε μέσω της Ευχαριστίας την πρόγευση της αιώνιας ζωής , παρέχοντας στους πιστούς ένα πλέγμα σχέσεων που θα τους έδινε μια αθάνατη αιώνια ταυτότητα, καθώς επίσης και την εμπειρία μιάς ζωής στην οπoία όλες οι φυσικές και κοινωνικές διαιρέσεις που συνεπάγονταν την διάλυση και τον θάνατο θα υπερβαίνονταν μέσα στην ενότητα του σώματος του Χριστού. …[30]

Ορθόδοξος: Γίνεται όμως αντιληπτό ότι η ευχαριστική εκκλησιολογία του Σεβασμιωτάτου Περγάμου η οποία στηρίζεται όπως είδαμε στην αντιπατερική οντολογία του προσώπου δεν μπορεί ποτέ να ανεχθεί την άσκηση των αναχωρητών που προσπαθούν να καταργήσουν το γνωμικό θέλημα – το θέλημα δηλαδή που ανήκει στο πρόσωπο, το οποίο αποτελεί την παρα φύσιν φορά του φυσικού θελήματος-. Με αυτόν τον τρόπο ο χριστιανός, ο μοναχός καταργεί ουσιαστικά οριστικά και αμετάκλητα το γνωμικό θέλημα και κινείται κατά το φυσικό θέλημα το οποίο είναι κοινό για όλους τους ανθρώπους. Εδώ θα πρέπει να τονιστεί ότι καταργώντας το γνωμικό θέλημα και ακολουθώντας το φυσικό, ο μοναχός όπως και ο κάθε χριστιανός που ασκείται, ακολουθεί τον Χριστό, επειδή ο Χριστός προσέλαβε ανθρωπίνην φύσιν άνευ γνωμικού θελήματος. Ένας ο Χριστός, δύο οι φύσεις,- θεϊκή και ανθρωπίνη- δύο και τα φυσικά θελήματα. Όπως με τον ίδιο τρόπο δεν μπορεί να ανεχθή τον ισχυρισμό ότι δεν αρκεί η σύναξις επί το αυτό για να δημιουργηθή η Εκκλησία αλλά χρειάζεται πρωτίστως η ορθοδοξία και η ορθοπραξία.
Ο Ζ. όμως σε αντίθεση με την Πατερικη παράδοση, εικάζει ότι κατά την πτώση ο άνθρωπος έγινε άτομο: ένα κλειστό υποκείμενο σε μία φύση αδύνατο να βρεθεί σε πλέγμα σχέσεων. Φέρει την εντύπωση ότι η άσκηση είναι “βελτίωση της ανθρωπίνης φύσεως ή βελτίωση του τρόπου δράσης και συμπεριφοράς της μέσω ηθικών επιτεύξεων και αρετής (άνω τελεία) απλώς μία ψυχολογική εμπειρία των καρπών του Πνεύματος, όπως της ειρήνης της χαράς της υπομονής κ.λ.π.»[31] Έτσι ο αναχωρητής της ερήμου ως μεμονωμένο άτομο μακριά από τον κόσμο προσπαθώντας να θεραπεύσει την φύση του από την αμαρτία παραμένει αιχμαλωτισμένο στην αναγκαιότητα της φύσεώς του και δεν μπορεί να βρεθεί σε πλέγμα σχέσεων, να γίνει δηλαδή πρόσωπον. Κατ᾽ αυτόν τον τρόπον η ασκητική εκκλησιολογία -όπως την αποκαλεί- στηρίζεται στους αντίποδες της “Εκκλησίας» και κανένας αναχωρητής – ασκητής δεν μπορεί να ανήκει στην «Εκκλησία» από την στιγμή που δεν μπορεί να βρεθεί σε προσωπική κοινωνία και σχέση μέσω της ευχαριστίας και του πρώτου. Αυταπατάται λοιπόν όποιος πιστεύει ότι μπορεί να υπάρξει σωτηρία άνευ επισκόπου: όπως ακριβώς την ίδια αυταπάτη έτρεφαν πρωτίστως οι Άγιοι Προπάτορες, η Παναγία, ο Μέγας Αντώνιος, η Μαρία η Αιγυπτία, ο Συμεών ο νέος Θεολόγος, ο Γρηγόριος Παλαμάς και πλήθος άλλων αγίων Πατέρων.   Το συστατικό γεγονός της υποστάσεως είναι αναπόφευκτα συνδεδεμένον με το φυσικόν ένστικτον, με μίαν ορμήν δεδομένην και «ανεξέλεγκτον» από την ελευθερίαν. Έτσι το πρόσωπον ως «όν» υφίσταται όχι ως ελευθερία αλλ᾽ως ανάγκη. Το αποτέλεσμα είναι ότι δεν έχει την δυνατότητα να βεβαιώσει την υπόστασίν του με απόλυτον οντολογικήν ελευθερίαν, όπως την περιγράψαμε ενωρίτερα: εάν επιχειρήση να αναγάγη την ελευθερίαν εις το οντολογικόν απόλυτόν της θα αντιμετωπίση τον κίνδυνο του μηδενισμού. Το δεύτερον πάθος είναι φυσική συνέπεια του πρώτου. Εις το πρώτον στάδιον θα μπορούσε να ονομασθη το πάθος του ατομικισμού, της διαστάσεως της υποστάσεως. Τελικά όμως ταυτίζεται με το έσχατον και μέγιστον πάθος του ανθρώπου, με την διάστασιν της υποστάσεως, τον θάνατον. Η βιολογική σύστασις της υποστάσεως του ανθρώπου δεσμευμένη εις την βάσιν της με την αναγκαιότητα της «φύσεώς» της, καταλήγει εις την διαιώνησιν της «φύσεως» αυτής με την δημιουργία σωμάτων, δηλαδή υποστατικών ενοτήτων που βεβαιώνουν την ταύτότητά τους ως διάστασιν από τας άλλας ενότητας ή υποστάσεις. Το σώμα που γεννάται ως βιολογική υπόστασις, ενεργεί ως φρούριον κάποιο εγώ ως νέον «προσωπείον» που εμποδίζει την υπόστασιν να γίνει πρόσωπον, να βεβαιωθή δηλαδή ως αγάπη και ελευθερία. Το σώμα τείνει εις το πρόσωπον αλλά οδηγεί εις το άτομον. Αποτέλεσμα αυτής της καταστάσεως είναι το ότι δια να βεβαιώση πλέον ο άνθρωπος την υπόστασίν του, δεν χρειάζεται την σχέσιν (την οντολογικήν και όχι απλώς ψυχολογική) με τους γονείς του: αντιθέτως η διακοπή της σχέσεως αυτής αποτελεί προϋπόθεσιν της αυτοβαιβεώσεώς του»[32]
Είμαστε όμως σίγουροι ότι αυτό που διατύπωσε με πομπώδη τρόπο ο Σεβασβιώτατος Περγάμου δεν το είχαν διανοηθεί και διατυπώσει αιρετικοί στον παρελθόν; Όντως οι αρειανοί για παράδειγμα, πίστευαν, ερμηνεύοντας όπως νόμιζαν τον Αριστοτέλη, ότι: πᾶν φυσικόν πάντως καί ἡναγκασμένον, ότι δηλαδή η φύση είναι αναγκαστική, σε υποχρεώνει να είσαι αυτό που είσαι και η φύση κινείται πάντοτε με αυτόν τον τρόπο. Και γιατί λοιπόν εκμεταλλεόντουσαν έτσι τον Αριστοτέλη; Επειδή ήθελαν να αποδείξουν ότι ο μόνος άκτιστος είναι ο Πατέρας και ότι ο Υιός και το Πνεύμα είναι δημιουργήματα του Θεού, δηλαδή προϊόντα της Θείας θελήσεως, όπως ακριβώς είμαστε εμείς οι άνθρωποι. Ο Πατέρας, σύμφωνα με αυτούς, ήθελε να γεννήσει τον Υιόν και τον γέννησε με την θέλησή Του. Επομένως ο Υιός, ως προϊόν, είναι ένα κτίσμα και δεν έχει άκτιστη φύση. Γιατί η θέληση, όπως είδαμε, είναι μία άκτιστη ενέργεια του ακτίστου Πατρός και παράγει κτίσματα. Οι ορθόδοξοι όμως έλεγαν ότι ο Υιός δεν είναι προϊόν της θελήσεως, αλλά της φύσεως του Πατρός. Δηλαδή ο Πατήρ τον γεννάει κατά φύσιν (φυσικά) και όχι από την θέλησή Του. Από την μοναδική κοινή θέληση του Πατρός και των άλλων δύο προσώπων, πηγάζει ο ορατός και αόρατος κόσμος. Άλλο λοιπόν για τους ορθοδόξους σήμαινε το ρήμα γεννώ και άλλο το ποιώ. Το γεννώ είναι υποστατικό ιδίωμα ακοινώνητο του Πατρός, το ποιώ όμως είναι ενέργεια και ανήκει και στα τρία πρόσωπα γιατί ανήκει στα κοινά, που έχουν στον ίδιο βαθμό και τα τρία πρόσωπα της Παναγίας Τριάδος.
Οι Αρειανοί όμως όταν άκουσαν από τους ορθοδόξους να λένε ότι ο Πατήρ γεννά τον Υιόν κατα φύσιν (φυσικά) και Αυτός δεν είναι αποτέλεσμα της θελήσεως του Πατρός, σκανδαλίσθησαν και αντέδρασαν ως εξής. Αφού λοιπόν δεν είναι προϊόν της θελήσεως ο Υιός, ο Πατέρας, έλεγαν, είναι αναγκασμένος από την φύση Του να Τον γεννά. Επομένως το κατα φύσιν γι αυτούς ήτανε συνώνυμο με το κατ’ ανάγκην. Δηλαδή πᾶν φυσικόν πάντως καί ἠναγκασμένον. Νομίζοντας ότι με αυτόν τον τρόπο σκέψης θα στριμώξουν τους ορθοδόξους, έκαναν μια δύσκολη ερώτηση: πώς ο Πατήρ γεννά τον Υιόν; ἀραγε επειδή Τον θελει; Ή μήπως Τον γεννάει φυσικά; Αν απαντούσε κάποιος επειδή Τον θέλει θα του απαντούσαν: άρα ο Υιός είναι προϊόν της θελήσεως, δηλαδή κτίσμα, τον έκτισε ο Πατήρ πριν από όλους τους αιώνες και βέβαια υπήρχε χρόνος που υπήρχε ο Πατήρ άνευ του Υιού (ἧν ποτέ ὃτε οὐκ ἧν). Αν απαντούσε κάποιος ότι Τον γεννά φυσικά, γιατί δεν υπήρχε ποτέ καιρός που υπήρχε ο Πατήρ ανευ του Υιού (οὒκ ἧν ποτέ ὃτε οὒκ ἧν), τότε θα του έλεγαν. Άρα είναι αναγκασμένος να Τον γεννά χωρίς να Τον θέλει, απλώς η φύση Του Τον αναγκάζει να Τον γεννήσει. Σ’αυτήν την δύσκολη ερώτηση πρώτος απαντησε ο μέγας Αθανάσιος, με πολύ αποτελεσματικό τρόπο και αυτήν την απάντηση την συναντάμε σ᾽ όλους βέβαια τους Πατέρες: επειδή αυτός είναι φυσικός Υιός και όχι κατά θέληση, μήπως νομίζετε ότι είναι Υιός αθέλητος από τον Πατέρα και, είναι Υιός μη θέλοντος του Πατρός; όχι βέβαια! Αντιθέτως είναι Υιός επιθυμητός και αποδεκτός από τον Πατέρα και, όπως αυτός λέγει, ο Πατήρ αγαπά τον Υιόν και όλα τα δείχνει σ’ αυτόν . Και όπως ο Πατήρ δεν άρχισε να είναι καλός από θέληση και είναι καλός όχι ενάντια στην θέληση και πρόθεση Του, έτσι και ο Υιός δεν άρχισε να υπάρχει από θέληση, δεν υπάρχει όμως παρά τη θέληση, ούτε ενάντια στην πρόθεσή Του. Γιατί όπως επιθυμεί την δική Του ουσίαν έτσι και ο Υιός ομοούσιος Αυτού, δεν είναι ανεπιθύμιτος εις Αυτόν. Τον θέλει και τον αγαπά ο Πατήρ τον Υιόν και το θέλειν του Θεού, κάποιος αν σκέφτεται με ευσέβεια, δεν πρέπει να το εννοήσει χωρίς βούληση. Και βέβαια ο Υιός αγαπήθηκε και θελήθηκε με την ίδια θέληση από τον Πατέρα που και αυτός ο ίδιος αγαπά και θέλει και τιμά τον Πατέρα, και μία είναι η θέληση του Πατρός και του Υιού. Έτσι λοιπόν πρέπει να θεωρήσουμε τον Πατέρα εν τω Υιω. Κανένας λοιπόν δεν πρέπει να νομίζει ότι η θέληση στον Θεό προηγείται από την φύση, σύμφωνα με τον Ουαλεντίνον. Ασφαλώς δεν υπάρχει τίποτε ενδιάμεσο μεταξύ Πατρός και Υιού δηλαδή κάτι σαν θέληση. Γιατί βέβαια θα ήταν τρελλός αυτός που εισάγει μεταξύ Πατρός και Υιού θέληση και σκέψη. [33]
Δηλαδή ο Μέγας αυτός Πατήρ μας λέει ότι η φύση δεν είναι αναγκαιότητα και εξηγεί το γιατί. Κατά τον Μεγα Αθανασιο, ο αυθορμητισμός της φύσεως δεν ελέγχεται ούτε καθορίζεται από τη θέληση, αλλά υπέρκειται της θελήσεως. Έτσι ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα είναι αγαθοί, όχι γιατί το διάλεξαν και το θέλησαν αλλά επειδή αυθορμήτως, ανάρχως και ελευθέρως η φύση τους εκδηλώθηκε έτσι,[34] γι᾽αυτό ακριβώς και δεν υπάρχει ανάγκαιὀτητα ούτε στον Θεό, ούτε στον άνθρωπο. Και βέβαια δεν υπάρχει καμμιά ενδιάμεση θέληση, ακριβώς γιατί η φύση είναι αυθόρμητη, αλλά ο αυθορμητισμός αυτός της φύσεως, δεν είναι ούτε κατά της θελήσεως, ούτε και ακούσιος. [35]
Συνεχίζοντας ο μέγας αυτός Πατήρ, τονίζει, με ιδιαίτερο τρόπο, ότι κοινή και μία είναι η αγάπη του Πατρός και του Υιού. Επειδή λοιπόν είναι μία η θέληση και η αγάπη, με την ίδια θέληση και αγάπη που ο Πατέρας αγαπά και θέλει τον Υιόν με την ίδια θέληση και ο Πατήρ αγαπιέται και θέλεται από τον Υιόν. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι στην Παναγία Τριάδα δεν υπάρχει ο ερών και ο ερώμενος, δηλαδή αυτός που αγαπάει και αυτός που αγαπιέται. Αλλά, επειδή η αγάπη είναι κοινή και μοναδική, με την ίδια αγάπη που ο Πατήρ αγαπάει τον Υιόν και το Πνεύμα με την ίδια αγάπη αγαπιέται και από τους δύο. [36]Δεν υπάρχει λοιπόν καμμιά αμοιβαιότητα στην Παναγία Τριάδα: γι᾽αυτό είναι ένας ο Θεός με τρία πρόσωπα που τα πάντα τα έχουν κοινά, εκτός από τα ακοινώνητα υποστατικά ιδιώματα. Δηλαδή η φύση είναι αυθόρμητη, αυτεξούσια (με ελευθέρα θέληση) και εκούσια.
Αργότερα άλλοι πατέρες της εκκλησίας θα επαναλάβουν αυτήν την απάντηση του μεγάλου Αθανασίου και θα καταλήξουν ότι: όχι μόνο η θεία και άκτιστη φύση είναι απαλλαγμένη από αναγκασμό, αλλά και η νοερά και κτιστή. Και αυτό είναι φανερό. Γιατί αφού ο Θεός είναι κατά φύση αγαθός κατά φύση δημιουργός και κατά φύση Θεός, όλα αυτά δεν υπόκεινται στην ανάγκη. Άλλωστε ποιός θα μπορούσε να εισαγάγει στον Θεό αυτή την ανάγκη;[37]και ο Μάξιμος ο ομολογητής λέει: αν το φυσικό ήταν αναγκασμένο τότε και ο Θεός που φυσικά είναι Θεός ,φυσικά αγαθός και φυσικά δημιουργός, θα ήταν αναγκασμένος να είναι Θεός και αγαθός και δημιουργός. Επομένως αν κάποιος απλώς διανοηθεί να πει ποτέ κάτι τέτοιο αυτό συνιστά εσχάτη βλασφημία, γιατί ποιός θα μπορούσε να εισαγάγει στον Θεό αυτήν την ανάγκη;… βέβαια ο μακάριος Κύριλλος, στο τρίτο κεφάλαιο προς τις μέμψεις του Θεοδωρήτου, μας απάλλαξε από περιττά πράγματα διασαφηνίζοντας με μεγάλη ακρίβεια ότι κανένα φυσικό δεν είναι ακούσιο στην νοερή φύση[38]. Και όποιος θέλει να μάθει περί τούτου ας πάρει να διαβάσει αυτό το κεφάλαιο.[39]



[18] Εἰ δέ εἲποιεν, ὃτι τῆ ενεργεία πρόσωπον συνεισάγεται, ἐροῦμεν, ὃτι, εἰ τῆ ἐνεργεία πρόσωπον συνεισάγεται, κατά την εὒλογον αντιστροφήν καί τῶ προσώπω ἐνεργεία συνεισαχθήσεται, καί ἒσονται, ὣσπερ τρία πρόσωπα ἢτοι υποστάσεις τῆς Αγίας Τριάδος, οὒτω και τρεῖς ἐνέργειαι, ἢ ὣσπερ μία η ενέργεια, οὓτω και ἓν πρόσωπον και μία ὑπόστασις. Οἱ δέ Ἁγιοι Πατέρες συμφώνως ειρήκασιν τά τῆς αὐτῆς οὐσίας καί τῆς αὐτῆς ἐνεργείας. Ιωάννης Δαμασκηνός. ἑκδοσις Ακριβής Ορθοδόξου πίστεως. Εκδόσεις Πουρναρά Θεσσαλονίκη 1989 σελίς 280
[19]Τό γάρ τῶ Υιῶ καθ᾽υπόστασιν ιδικῶς ενθεωρούμενον, Πατρί και Πνεύματι καθ᾽ὑπόστασιν παντελῶς ακοινώνητον.» Μάξιμος Ομολογητής. «Κεφάλαια Θεολογικά και Πολεμικά». Πατερικαί Εκδοσεις «Γρηγοριος Παλαμας». Φιλοκαλία 15 Α σελίς 38
[20]Εἰ δέ λέγοιεν, ὡς περί τῆς Ἁγίας Τριάδος διαλεγόμενοι οι πατέρες οἱ ἃγιοι ἒφασαν (άνω τελεία) ὧν ἡ οὐσία μία, τούτων και η ἐνέργεια, και ὧν διάφορος η οὐσία, τούτων διάφορος και ἡ ἐνέργεια, καί ὡς οὑ χρή τά τῆς θεολογίας ἐπί τήν οἰκονομίαν μετάγειν, ἐροῦμεν (άνω τελεία)εἰ επί τῆς θεολογίας μόνον εἲρηται τοῖς πατράσιν, καί οὐκ ἒτι μετά την σάρκωσιν τῆς αυτῆς ἐνεργείας ο Υιός τῶ Πατρί οὐδέ τῆς αὐτῆς ἒσται ουσίας». Ιωάννης Δαμασκηνός. Εκδοσις ακριβής ορθοδόξου πίστεως. Πατερικαι εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμας εκδοσις Πουρναρά 1989 σελίς 278
[21] Ιωάννης Ζηζιούλας. «Α. Εκκλησιολογικά μελετήματα.» Εκδοσεις Δόμος. Αθηνα 2016 κεφ. «Το μυστήριο της Εκκλησίας στην Ορθόδοξη παράδοση» σελίδα 83.
[22] Ιωάννης Δαμασκηνός. Εκδοσις ακριβής ορθοδόξου πίστεως. Πατερικαι εκδόσεις Γρηγόριος Παλαμας εκδοσις Πουρναρά 1989 σελ. 266
[23] Θεός γάρ ὑπάρχων , τέλειος και άνθρωπος τέλειος ο αυτός , καθ᾽εκάτερον ὧν ὑπῆρχεν ὑπόστασις, φυσικῶς ενήργει μή διαιρούμενος. Εἰ δέ καθ᾽ἑκάτερον ὧν ὑπῆρχεν ὑπόστασις φυσικῶς ενήργει μή διαιρούμενος, δῆλον ὃτι μετά τῶν φύσεων, ὧν ὑπόστασις ἦν, και τάς οὐσιώδεις αὐτῶν καί συστατικάς ενεργείας εἶχεν, ὧν αὐτός ἓνωσις ἦν, ἑαυτῶ προσφυῶς ἐνεργῶν, καί οἷς ἐνήργει πιστούμενος, τήν τῶν εξ᾽ὧν, ἐν οἷς τε καί ἃπαρ ὑπῆρχεν, ἀλήθειαν. Εἷς οὖν εκ δύο φύσεων ο Χριστός, θεότητός τε καί ανθρωπότητος, μονογενής Λόγος και Υιός καί Κύριος τῆς δόξης, ἐν αἷς γνωρίζεται καί αἷς αληθῶς ὑπάρχων πιστεύεται, δύο τε φυσικάς καί γενικάς , καί τῶν εξ᾽ὧν ἦν συστατικάς κινήσεις, ἢγουν ενεργείας ἔχων, ὧν αποτελέσματα τα κατά μέρος ἦν ενεργήματα, εξ᾽αυτοῦ τε προβαλλόμενα και υπ᾽αυτοῦ τελειούμενα, χωρίς τομῆς τῶν εξ᾽ὧν ὑπῆρχε καί οἱασοῦν δίχα συγχύσεως. Μάξιμος Ομολογητής. «Κεφάλαια Θεολογικά και Πολεμικά». Πατερικαί Εκδοσεις «Γρηγοριος Παλαμας». Φιλοκαλία 15 Α σελίς 44-46
[24] Ευτυχώς που οι εικονοκλάστες δεν γνώριζαν τότε από τους ορθοδόξους της εποχής αυτών, αυτόν τον εικονισμό που εικάζει ο Ζ., διαφορετικά δεν θα είχαν επιτεθεί ποτέ κατά των εικόνων (ο Χριστός κατ᾽αυτούς δεν εικονίζεται) αλλά κατά των ορθοδόξων οι οποίοι – σαν γνήσιοι οπαδοί του Ζ. – θα πίστευαν ότι η ευχαριστιακή σύναξη εικονίζει τις Άκτιστες υποστάσεις της Παναγίας Τριάδος!
[25]Ιωάννης Ζηζιούλας: “Α. Εκκλησιολογικά μελετήματα». Εκδοσεις Δόμος. Αθηνα 2016. Άρθρο. «Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού» Κεφ. “Το βάπτισμα και η ευχαριστία» σελίς 153
[26] Α. Εκκλησιολογικά μελετήματα.» Εκδοσεις Δόμος. Αθηνα 2016. Άρθρο. Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού Κεφ. “Το βάπτισμα και η ευχαριστία» σελίς 153
[27] Η αιώνια ζωή κατά τον Ζ. σημαίνει ότι το κάθε ανθρώπινο κτιστό πρόσωπο αποκτά τις αθάνατες σχέσεις πατρότητος και Υιότητος. Mήπως στην πραγματικότητα το Άγιον Πνεύμα δεν εκπορεύεται εκ του Πατρός μόνον αλλά και εκ του Υιού όπως ισχυρίζονται οι Λατίνοι και εκ κάθε ανθρωπίνου προσώπου από την στιγμή που το κάθε ανθρώπινο πρόσωπο εισήλθε στην Πατρότητα και Υιότητα και όπως θα πει παρακάτω κατέχει το Άγιον Πνεύμα;
[28] Η ανθρωπίνη φύση που χάρισε ο Θεός στον άνθρωπο και που κατά τον Μάξιμο τον ομολογητή είναι γεμάτη από αρετές, χρειάζεται βελτίωση; Κάτι λοιπόν ξέχασε να μας δωρίσει ο Θεός, κατά τον Σεβασιώτατον Περγάμου, που θα χρειασθεί να το αποκτήσουμε δια της ασκήσεως.
[29] Κατοχή του Αγίου Πνεύματος τι να σημαίνει άραγε; Ότι το Άγιον Πνεύμα ως πρόσωπον είναι υπό κατοχή των προσώπων που βρίσκονται μέσα στις αθάνατες, -και κατά τους Πατέρας ακατανόητες, αμέθεκτες,- σχέσεις Πατρότητος και Υιότητος; Ή ακόμη χειρότερα κατέχεται εκ του πρώτου της ευχαριστιακής συνάξεως και είναι υποχρεωμένο να πεμφθεί όπου ο πρώτος επιθυμεί αποφεύγοντας να πνεύσει όπου το ίδιον θέλει, δηλαδή με την κοινή και μία θέληση της Παναγίας Τριάδος;
[30] Ιωάννης Ζηζιούλας: “Α. Εκκλησιολογικά μελετήματα.» Εκδοσεις Δόμος. Αθηνα 2016. Άρθρο. Η Εκκλησία ως σώμα Χριστού Κεφ. “Το βάπτισμα και η ευχαριστία» σελίς 153-155
[31] Βλέπε άνωθεν σελίδα 9
[32] http://antifono.gr/ Published: Monday, 11 October 2010. 08:00
σελίδα 309
[33] Μέγας Αθανάσιος Κατά Αρειανῶν III. ( PG 26 , 461-464, 66 C-A ) «Αρ᾽οὖν επεί φύσει και μη εκ βουλήσεως εστίν ο Υιός, ήδη καί αθέλητος εστί τῶ Πατρί, και μή βουλομένου του Πατρός εστίν ο Υιός; Οὐμενοῦν αλλά και βουλόμενος εστί ο Υιός παρά του Πατρός και, ὡς αυτός φησίν, Ο Πατήρ φιλεῖ τον Υιόν και πάντα δείκνυσιν αυτῶ. Ως γαρ το εἶναι αγαθός ουκ εκ βουλήσεως μέν ήρξατο, οὐ μη αβουλήτως και αθελήτως εστίν αγαθός (άνω τελεία) ὃ γαρ εστί, τούτον και θελητόν εστί αυτῶ (άνω τελεία) οὓτω και το εἶναι τον Υιόν, ει και μη εκ βουλήσεως ήρξατο, αλλ᾽ουκ αθέλητον, ουδέ παρά γνώμην εστί αυτῶ. Ὣσπερ γαρ της ιδίας υποστάσεως εστί θελητής, οὓτω και ο Υιός ἲδιος ὢν αυτοῦ της ουσίας, ουκ αθέλητος εστί αυτῶ. Θελέσθω και φιλείσθω τοίνυν ο Υιός παρά του Πατρός (άνω τελεία) και οὓτω το θέλειν καί το μη αβούλητον τοῦ Θεοῦ τις ευσεβῶς λογιζέσθω. Και γάρ ο Υιός τῆ θελήσει η θέλεται παρά του Πατρός, ταύτη και αυτός αγαπᾶ και θέλει και τιμᾶ τον Πατέρα(άνω τελεία) και ἓν εστί θέλημα το εκ Πατρός εν Υιῶ, ὡς και εκ τούτου θεωρεῖσθαι τον Υιόν εν τῶ Πατρί, και τον Πατέρα εν τῶ Υιῶ. Μη μέντοι κατά Ουαλεντῖνον προηγουμένην τις βούλησιν επεισαγέτω(άνω τελεία)μηδέ μέσον τις ἑαυτόν ὠθήτω του μόνου Πατρός προς τον μόνον Λόγον, προφάσει του βουλεύεσθαι. Μαίνοιτο γάρ ἂν τις μεταξύ τιθείς Πατρός και Υιοῦ βούλησιν και σκέψιν

[34]῝Ομοιον γάρ ὡς εἰ ελέγετο. Ηδύνατο καί μή εἶναι αγαθός ο Πατήρ. Αλλ´ὣσπερ αγαθός αεί και τῆ φύσει, οὓτως αεί γεννητικός τῆ φύσει ο Πατήρ.» Μέγας Αθανάσιος Κατά Αρειανῶν III. ( PG 26 , 464, 66 Β)
[35]Ως γάρ καί επί τοῦ απαυγάσματος ἂν τις είποι και του φωτός, ὃτι το απαύγασμα ουκ έχει μέν βούλησιν προηγουμένην εν τῶ φωτί (άνω τελεία) ἒστι δε φύσει αυτοῦ γέννημα θελόμενον παρά τοῦ φωτός τοῦ και γεννήσαντος αυτό, ουκ εν σκεψει βουλήσεως, αλλά φύσει και αληθεία (άνω τελεία) οὓτω και επί τοῦ Πατρός και του Υιοῦ ορθῶς αν τις ειποι, ὃτι ο Πατήρ αγαπᾶ και θέλει τον Υιόν και ο Υιός αγαπᾶ και θέλει τον Πατέρα». Μέγας Αθανάσιος Κατά Αρειανῶν III. ( PG 26 , 464, 66 C)
[36] βλέπε ανωτέρω σημείωσιν 35 όπου ο Μέγας Αθανάσιος μας αναφέρει ότι η αγάπη Πατρός και Υιοῦ είναι φυσική και μία
[37] Δαμασκηνός ¨Εκδοσις ακριβής ορθοδόξου πίστεως. Εκδόσεις Πουρνάρα Θεσσαλονίκη 1989 σελιδα 269
[38] Κύριλλος. Apologeticus contra Theodoretum pro XII capitibus, III, PG 76, 401D.
[39] Μάξιμος ο Ομολογητής. Disputatio cum Pyrrho, Διάλογος μετά Πύρρου PG 91, 293-296. Εδώ ο Μάξιμος ο ομολογητής δημιουργεί τεράστια προβλήματα στην Χριστολογία και θεολογία του Σεβασβιωτάτου Περγάμου

Δεν υπάρχουν σχόλια: