Σάββατο 23 Φεβρουαρίου 2019

Πολιτικές ιστορίες από την Παλιά Αθήνα: Από το ημερολόγιο ενός επιλαχόντος βουλευτή


 Κείμενα από τα εκλογικά των παλιών χρόνων (1864-1940).

Η εκλογική ατμόσφαιρα στις βουλευτικές και δημαρχιακές εκλογές, η επίδραση των κομμάτων και του κομματισμού, η λειτουργία της Βουλής και των κυβερνητικών υπηρεσιών, οι βουλευτές και τα ρουσφέτια τους. Όλα τα παραπάνω μα και η εκμετάλλευση ψηφοφόρων κι ανέργων παρουσιάζονται με δεκάδες αναφορές και παραδείγματα

«Καλό Βόλι» Είναι μια φράση που αρχικά χρησιμοποιούσαν ως ευχή οι αγωνιστές στην επανάσταση του 1821 για εύστοχη βολή κατά του τυράννου. Μετά το 1864 χρησιμοποιείται μεταφορικά ως ευχή για εύστοχη πολιτική επιλογή μπροστά στις εκλογικές κάλπες.

sit3


ΚΑΛΟ ΒΟΛΙ είναι τέλος και ο τίτλος του νέου επίκαιρου βιβλίου του Αθηναιογράφου και συνεργάτου μας Θωμά Σιταρά, που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις ΜΙΝΩΑΣ, και ο οποίος βεβαίως θα επιμελείται του υλικού.

«Ετελείωσεν επί τέλους κι’ αυτός ο Ιανουάριος. Ά, τί μήνας συγκινήσεων! Τί τρεχάματα, τί φασαρίες, τί κατανάλωσις δυνάμεων διανοητικών και σωματικών! Ακόμα είνε κουρασμένα τα πόδια μου και η γλώσσα μου από την προεκλογική περιοδεία. Αμή τα χέρια μου; Δεν μπορώ να κλείσω το δεξί μου χέρι. Πιάστηκε από τις χειραψίες. Εν τω μεταξύ το μυαλό μου βουϊζει ακόμη από την έντασιν της σκέψεως, από τους διαφόρους συνδυασμούς, από τους λογαριασμούς των ψήφων.

Και τί εβγήκεν απ’ όλ’ αυτά; Η αποτυχία! Κάτι χειρότερο. Η ειρωνία να χάσω την εκλογή από είκοσι ψήφους. Ναι, ναι, αυτό ήτανε. Είκοσι μαύρα όλα-όλα. Εξ αιτίας αυτών των είκοσι ψήφων δεν είμαι σήμερα βουλευτής, δεν έχω θέσιν εις την Βουλήν, δεν θα ανέβω στο βήμα, αλλά θα περιορισθώ εις τους διαδρόμους και εις το λαϊκόν θεωρείον! Και οι συνέπειες; Αφάνταστες!

Η Λέα, από την επομένη της εκλογής, με κυττάζει με μάτι ψυχρό και αλλάζει ομιλίαν όταν κάνω κανένα υπαινιγμό για την μέλλουσαν ευτυχίαν, δηλαδή για τον γάμον μας. Οι δανεισταί μου αρχίζουν να γίνωνται πολύ ενοχλητικοί. Η προσκλήσεις στους χορούς και στα τσάγια αραιώνονται κι’ η εφημερίδες δεν δέχονται της δηλώσεις μου. Και όλ’ αυτά γιατί ευρέθησαν είκοσι άνθρωποι νε με καταψηφίσουν.

Αν εγνώριζαν αυτοί οι άνθρωποι το κακό που έκαμαν, είμαι βέβαιος πως θα μετανοούσαν και θα ζητούσαν να το επανορθώσουν. Τώρα όμως δεν μπορεί να γίνη λόγος περί επανορθώσεως!

Και όμως δεν έσβυσεν η τελευταία ελπίς! Έχασα βέβαια την εκλογή, ευρίσκομαι έξω του βουλευτηρίου, και όμως δεν μπορώ να πω πως είμαι εντελώς χαμένος. Είμαι πρώτος επιλαχών! Δηλαδή είμαι ένας άνθρωπος που έχει ανεβή όλα τα σκαλοπάτια της σκάλας και μόνο την πόρτα δεν επρόφτασε ανοιχτή! Μόλις ανοίξη η πόρτα δεν έχει παρά να κάμη ένα βήμα και να βρεθή μέσα.



Αυτό βέβαια ειν’ ένας λόγος. Μια τέτοια πόρτα δεν ανοίγει εύκολα. Εν τούτοις τα πράγματα δεν είνε αποθαρρυντικά. Οι βουλευταί της περιφέρειάς μου είνε όλοι γέροι και φιλάσθενοι, ιδίως ο Σωτηράκης ο Μπρούσκος, ο οποίος είνε τέλειο σαράβαλο. Και τί δεν έχει; Διαβήτη, αρθρίτιδα, μια πλευρά βγαλμένη, βαρυκοϊαν, άσθμα και λεύκωμα. Καμμία ασφαλιστική εταιρεία δεν τον ασφαλίζει, και κανείς φρόνιμος άνθρωπος δεν του δίνει περισσότερο από έξη μήνες ζωή...

Όχι, δεν εύχομαι το θάνατό του, αλλά και δεν μπορώ να σταματήσω το μοιραίον. Κρατώ τα αισθήματά μου, αλλά λαμβάνω υπόψη και την πραγματικότητα. Έτσι λέει κι’ ο παπά-Γιώργης όταν κάνη λογαριασμό πόσους θα κηδέψη κάθε νέα χρονιά που μπαίνει. Έ, λοιπόν, ο παπά-Γιώργης τον Αντωνάκη τον έχει περασμένον στην μερίδα κηδειών της ανοίξεως.

Ο Θεός να τον φυλάξη τον καϋμένον, αλλά είνε πολύ γέρος και πολύ αδύνατος, και είνε πολύ φυσικόν να μας αφήση χρόνους σύντομα. Ανεξαρτήτως όμως αυτού, η κατάστασίς του δεν θα του επιτρέψη να κρατήση πολύν χρόνον το βουλευτικόν αξίωμα. Μόλις ιδή πως η κατάστασίς του επιδεινούται, θα παραιτηθή. Θα του το συστήσουν και οι γιατροί. Το έχουν συστήσει και σ’ άλλους εις παρομοίαν περίπτωσιν, και είνε στατιστικώς εξηκριβωμένον ότι μεταξύ οκτώ βουλευτών παραιτηθέντων εντός μίας εξαετίας, οι επτά έπασχον από ανίατον νόσημα.

sti1


Λοιπόν το καθήκον μας είνε να μη χάσουμε την ελπίδα μας και να βαστάμε τουπέ. Πρέπει να δώσουμε σ’ όλους να καταλάβουν τί θα πή πρώτος επιλαχών. Στην πολιτική ιστορία της Γαλλίας υπάρχουν πρώτοι επιλαχόντες, οι οποίοι όχι μόνον έγιναν βουλευταί, αλλά κατέλαβον και το υπουργικόν αξίωμα. Αυτό να το πούμε στη Λέα.

10 Φεβρουαρίου. Όλοι οι βουλευταί έφυγαν για την Αθήνα, μόνον ο Μπρούσκος έκαμε εξαίρεσιν. Παραμένει ακόμη εδώ. Διατί άραγε;

20 Φεβρουαρίου. Ήμουν λοιπόν προφήτης; Ο Μπρούσκος είνε άρρωστος. Είνε κρεβατωμένος εδώ και μια βδομάδα, και η κατάστασίς του είνε σοβαρά. Οι γιατροί δεν αποκρύπτουν τους φόβους των. ¨Ω! θα ήτανε πολύ θλιβερό να χαθή ένας τέτοιος άνθρωπος! Καίτοι είνε πολιτικός μου αντίπαλος, καίτοι με επολέμησεν λυσσωδώς κατά την τελευταίαν εκλογήν, δεν μπορώ να αρνηθώ ότι είνε ένα από τα σπουδαιότερα πολιτικά κεφάλια του τόπου μας, του οποίου η απώλεια θα αφήση κενόν δυσαναπλήρωτον.

Αλλά και ως άτομον έχει αρετάς σπανίας Και θλίβομαι ειλικρινώς επί τη σκέψει του εγγίζοντος τέλους. Αλλά μήπως τάχα η θλίψις μου είνε ικανή να σταματήση το μοιραίον; Όχι δυστυχώς! Ο Σωτηράκης είνε καταδικασμένος εις θάνατον, και πρέπει να τον θεωρή κανείς νεκρόν.

Αλλ’ εν τοιαύτη περιπτώσει, εγώ είμαι βουλευτής! Εντός μικρού διαστήματος θα είμαι ο διάδοχος του εις την Βουλήν. Ώ! Πως είνε φτιασμένα τα ανθρώπινα! Δεν βαρυέσαι! Σήμερον εμού και αύριον ετέρου. ΚαΙ θα το αποδείξω εις τον επικήδειον που θα του εκφωνήσω. Αισθάνομαι από τώρα ότι η συγκίνησις θα με πνίξη εκείνην την στιγμήν, ότι ενώπιον του πτώματος θα δονηθούν αι λεπτότεραι χορδαί της ψυχής μου.

Είμαι βέβαιος ότι ο λόγος που θα εκφωνήσω θα είνε ένα αριστούργημα ρητορικής και ποιήσεως, αντάξιος καθ’ όλα του ευγενούς εκλιπόντος.

¨Μέγα κενόν ανοίγει μέσα εις την μικράν μας κοινωνίαν –έτσι θα αρχίσω- μέγα κενόν ανοίγει η απώλεια του αειμνήστου ανδρός, τον οποίον προ ολίγου μόλις απέστειλεν η ψήφος σας εις το Κοινοβούλιον, δια να τον αναρπάση εκείθεν η ψήφος του θανάτου... ¨

Ά, αυτό είναι ωραίο Η ψήφος του θανάτου! Έκφρασις δυνατή, συμβολική, πρωτότυπη. Θα κάμη αίσθησιν. Έ, λοιπόν η ίδια ψήφος στέλλει εμέ εις το κοινοβούλιον εις αντικατάστασιν του θανόντος. Εκείνο που κατέστρεψαν αι είκοσι ψήφοι των αναξίων συμπολιτών μου, έρχεται και το επανορθώνει με μια μονοκοντυλιά η αδυσώπητος ψήφος του θανάτου. Ζήτω ο θάνατος!

1 Μαρτίου. Η κατάστασις του Μπρούσκου χειροτερεύει. Αι ελπίδες της διασώσεώς του ελαττούνται ημέρα τη ημέρα. Το μοιραίον δεν απέχει πολύ. Τον είδα χθες. Είναι ένα ζωντανό πτώμα. Μάγουλα βαθουλωμένα, βλέμμα εσβεσμένον, βλέμμα θνήσκοντος. Εννοεί και ο ίδιος την θέσιν του. Μας το είπε. Μας είπε πως εντός ολίγου μας αποχαιρετά. Εγώ εδάκρυσα. Είχα αισθανθή μεγάλην συγκίνησιν, αλλά με εβοήθησε και το συνάχι που είχα αρπάξη προ δύο ημερών.

Αργότερα έμαθα ότι τα δάκρυά μου εσχολιάσθησαν πολύ ευμενώς. Τόσον το καλύτερον, διότι αυτό είναι και η αλήθεια. Δεν θα επιτρέψω εις κανένα να υποθέση ότι εγώ χαίρω δια το θλιβερόν γεγονός. Μακράν απ’ εμού τοιαύτη σκέψις. Εν τούτοις όλοι με κυττάζουν από τώρα όπως κυττά κανείς συνήθως ένα βουλευτή.

Τα σημεία του καιρού είναι προφανή. Οι δανεισταί μου άρχισαν να γίνωνται πάλιν ευγενείς, και τα γκαρσόνια γκρεμοτσακίζονται πειό να με πρωτοπεριποιηθή. Και κάτι ακόμα σοβαρώτερον: Οι δημοσιογράφοι δεν περνούν «αρόδου», αλλά με κυνηγούν κατά πόδας. Χθες ένας μου ζήτησε τη γνώμη μου για τα Ελληνοσερβικά, και ένας άλλος μου εζήτησε συνέντευξιν επί της φορολογίας των αμβύκων.

25 Μαρτίου. Όλα πάνε καλά. Έλαβα σωρείαν επιστολών από τα αγροτικά διαμερίσματα. Έλαβα επίσης μίαν επιστολήν από τον ιδιαίτερον του Αρχηγού και ένα μπιλιέτο από τον ίδιον. Η κατάστασις του ατυχούς Μπρούσκου η αυτή, με τάσεις προς επιδείνωσιν. Αποστέλλω δύο άρθρα εις Αθήνας.

5 Απριλίου. Η κατάστασις του Μπρούσκου παραμένει στάσιμος. Ούτε βελτίωσις, ούτε επιδείνωσις. Το πρώτον άρθρον μου εδημοσιεύθη.

12 Απριλίου. Μετ’ αρκετής εκπλήξεως επληροφορήθην προχθές ότι η κατάστασις του Μπρούσκου παρουσιάζει ελαφράν βελτίωσιν. Οι ιατροί ανεθάρρυσαν. Η βελτίωσις εξηκολούθησε καθ’ όλην την σημερινήν ημέραν.

15 Απριλίου. Μάταιαι ελπίδες. Ο Μπρούσκος εξανακύλισε και είναι σήμερα χειρότερα.

22 Απριλίου. Μα τέλος πάντων τι θα γίνη μ’ αυτόν τον Μπρούσκο; Θα γίνη καλά ή θα πεθάνη; Τη μια είναι καλύτερα, την άλλη χειρότερα! Και αυτό εξακολουθεί τώρα τόσον καιρό. Βασανίζεται ο δυστυχής άνθρωπος κι’ ούτε γιατρεύεται, ούτε πεθαίνει. Αι γνώμαι των ιατρών διίστανται. Άλλοι κόβουν το κεφάλι τους ότι θα την γλυτώση. Άλλοι δεν του δίνουν περισσότερο από είκοσι μέρες ζωή.

8 Μαϊου. Η κατάστασις του Μπρούσκου αμετάβλητος. Έβαλα κάποιον γιατρό και του συνέστησε να παραιτηθή. Μπά! Ούτε ν’ ακούση δεν ήθελε τέτοιο πράγμα. Έγινε έξω φρενών.

17 Μαϊου. Αρχίζω να παίρνω την απόφασι. Δεν θα μπω στη Βουλή! Ο Μπρούσκος είναι εφτάψυχος. Δεν εννοεί να πεθάνη. Αύριο φεύγω για την εξοχή.

2 Ιουνίου. Μόλις έφτασα από την εξοχή. Ο Μπρούσκος απέθανε! Μου το ετηλεφώνησαν χθες το βράδυ. Η κηδεία του θα γίνη σήμερα το απόγευμα. Πρέπει να φροντίσω για τον επικήδειό του... Πρέπει να απαλείψω την φράσιν «η ψήφος του θανάτου». Πιθανόν να παρεξηγηθή.

3 Ιουνίου. Η κηδεία του Μπρούσκου έγινε. Αύριο αναχωρώ δι’ Αθήνας. Ετηλεγράφησα στο ξενοδοχείο να μου κρατήσουν δωμάτιο. Προ ολίγου μ’ επήρε ο αρχηγός στο τηλέφωνο. Η Λέα ζητεί να με συνοδεύση. Το γραφείο μου είναι γεμάτο από επιστολάς. Εις τον αντιθάλαμον περιμένουν δέκα χωρικοί, δύο παπάδες και δύο δημοσιογράφοι. Είμαι ζαλισμένος από την γοργήν εξέλιξιν των γεγονότων...

4 Ιουνίου. Δεν συνήλθα ακόμη, δεν θα συνέλθω ποτέ! Ευρίσκομαι στην Αθήνα, ως διάδοχος του Μπρούσκου, έτοιμος να μπω στη Βουλή. Η Βουλή όμως...

Η Βουλή αυτή την οποίαν τόσες φορές οραματίστηκα και εις την οποίαν δεν εμπήκα ακόμα... διαλύεται! Το ακούσατε θεοί, άνθρωποι, δαίμονες; Η Βουλή διαλύεται!».

(«Εξέλσιορ», 1928, Θέμος Ποταμιάνος)

Τι άλλο να προσθέσεις παρά τη σκέψη: η έκφραση «vita mea, mors tua» (ο θάνατός σου η ζωή μου) σε όλο της το μεγαλείο!...

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: