Πέμπτη, 6 Δεκεμβρίου 2018

ΞΕΝΟΣ ΑΛΛΑ ΟΧΙ ΜΟΝΟΣ






Η πορεία του μοναχού Αλέξιου από τη Βόρειο Αλβανία


Συναντήσαμε στους πρόποδες του Ταΰγετου τον μοναχό Αλέξιο με καταγωγή από το Βορρά της Αλβανίας. Μας υποδέχτηκε στο ησυχαστήριο στο οποίο μονάζει με τρεις ακόμη αδελφούς. Ο κήπος με τα φροντισμένα άνθη και φυτά, η αρμονία ανάμεσα στα έργα των ανθρώπων και τη φύση του Θεού, μας καθησύχασε πως εδώ οι άνθρωποι σέβονταν την κτίση και τον Κτίστη. Ο γέροντας του ησυχαστηρίου με πνεύμα ελευθερίας και μοιράσματος επέτρεψε τη συνέντευξη που με αρχοντική σεμνότητα μας παραχώρησε ο πατήρ Αλέξιος:


«Αδελφή μου, τ’ όνομά μου ήταν Αλέξανδρος κι έμενα στη Βόρεια Αλβανία μέχρι τα δεκαοχτώ. Η οικογένειά μου ήταν ρωμαιοκαθολική, ενώ πολλοί συντοπίτες ήταν άθεοι. Βιώναμε τα πέτρινα χρόνια του καθεστώτος του Χότζα. Τότε επικρατούσε η προπαγάνδα ότι η Ελλάδα ήταν εχθρική, αλλά όλα αυτά άλλαξαν μέσα μου με τα γεγονότα που θ’ ακολουθούσαν: Πήρα μετάθεση στα τέλη της στρατιωτικής μου θητείας στους αγ. Σαράντα. Μια μέρα πήγα μ’ έναν φίλο μου σ’ ένα εγκαταλειμμένο μοναστήρι του Αγ. Νικολάου, όπου τελούνταν η πρώτη θεία λειτουργία μετά από χρόνια. Αντικρύσαμε τις τοιχογραφίες με τα πρόσωπα των αγίων μουντζουρωμένα, ή ασβεστωμένα, με καρφιά στα πρόσωπά τους, ενώ στρατιώτες φεύγοντας λέρωναν τον τοίχο σκαλίζοντας τα όνόματά τους…! Με κατέκλυσε η μνήμη του σχολείου όταν μαθητής γυμνασίου διαβάζαμε στ’ αρχαία για τον Όμηρο και έλαμψε στο νου μου η φράση “H μακαρία Μεσσηνία”... Ήξερα για τους θαρραλέους Σπαρτιάτες, την εύφορη γη. Έτσι πήρα το πρώτο ερέθισμα να γνωρίσω την Ελλάδα.



Πήρα την ευχή των δικών μου και ξεκίνησα το ταξίδι καταλήγοντας από το Βορρά της Αλβανίας στο Νότο της Ελλάδος. Πρώτη μου εργασία, να καίω κλάρες ελιών σε κτήμα στα ριζά του Ταΰγετου. Ήταν Γενάρης του 1992, γύρω χιονισμένα και μπροστά ο Μεσσηνιακός κόλπος. Συνάντησα μετά μια συντροφιά ανθρώπων καλλιεργημένων που με προσέλαβαν για λίγες μέρες. Όταν τελείωσε η δουλειά πληρώθηκα, μα ο υπεύθυνος δήλωσε ότι δεν είχε επιπλέον χρήματα, αν όμως ήθελα, θα μου μάθαινε ελληνικά και πώς να γίνω άνθρωπος: “Να θρώσκετε προς τα άνω”. Αυτό με σημάδεψε. Τηλεφώνησα στους γονείς μου και μου έδωσαν την ευχή τους.




Εργαζόμουν και συγχρόνως κοντά τους μάθαινα ελληνικά και γερμανικά. Μυήθηκα στην Ορθοδοξία με ελευθερία που τη διοχέτευα στην καρδιά μου. Η συντροφιά αυτή αποτελούνταν από Θεολόγους και αρχαιολόγους. Πέρασαν χρόνια, ζυμώθηκαν τα πράγματα με συζητήσεις. Μάθαινα. Διδάχτηκα βυζαντινή μουσική.


Κάποτε αποφάσισαν να προσκυνήσουν στο Άγ. Όρος. Παρακάλεσα να πάω μαζί τους. Ήταν μεγάλη εβδομάδα. Η ομορφιά μού αποκαλύφθηκε όταν πήρα το καράβι για τη Δάφνη: οι λευκοί γλάροι, ο γαλάζιος ουρανός, το μπλε της θάλασσας μου θύμισε το στίχο του Ελύτη για το μπλε που ξόδεψε ο Θεός ώστε να μην τον βλέπουμε. Αισθάνθηκα την ομορφιά των κυπαρισσιών, τα χρώματα, τις ευωδιές. Όπως ανεβαίναμε φανταζόμουν πως τις νύχτες έβγαινε από την εικόνα το Άξιον εστί η Παναγία και πήγαινε να φροντίσει τους αδύναμους και μετά ξανάμπαινε στην εικόνα.


Μείναμε σ’ ένα Σιμωνοπετρίτικο κελί. Ήταν Μεγ. Πέμπτη. Εγώ θαύμαζα από το παράθυρο μια κερασιά, κι έβλεπα τους μοναχούς να πηγαινοέρχονται. Τότε ο γέροντας με πλησίασε και μου είπε ότι έφτασε η κατάλληλη ώρα να βαπτισθώ αν η ψυχή μου το ήθελε. Σαν τώρα θυμάμαι έφυγα από το κελί και κρυφά έκλαψα. Ήθελα να είχα κοντά τους γονείς μου, αλλά οι γονείς μου ήταν τα γεροντάκια του κελιού και οι φίλοι που με είχαν φέρει. Σε μια ώρα όλα ήταν έτοιμα. Έφεραν μια μεγάλη κολυμβήθρα από διπλανή μονή γιατί ήμουν 1.90.


Ωστόσο ενώ η κολυμβήθρα ήταν μικρή, ένιωθα σα να έμπαινα στον Ιορδάνη. Όλοι είχαμε αγωνία πως θα λουζόμουν από το δάχτυλο του ποδιού μέχρι την κεφαλή στο αγιασμένο νερό. Ο γέροντας με βύθισε με δύναμη και έγινα σαν έμβρυο. Συγκίνηση ευλογημένη όταν αναδύθηκα την τρίτη φορά και είδα τα πρόσωπα των μοναχών φωτισμένα σαν αστέρια στον ουρανό.


Στην επιστροφή ο πρεσβύτερος της συντροφιάς μού λέει: “παιδί μου καλό ήταν θέλημα Θεού που ήρθε η βάπτισή σου τώρα. Εμείς θέλουμε να μονάσουμε σ’ ένα ησυχαστήριο”.




Η ευλογία του Αγ. Όρους και το βάπτισμα, μου δημιούργησαν την επιθυμία να ανιχνεύσω το κίνητρο και τα ερεθίσματα και να πω: “Ναι θα έρθω κι εγώ μαζί σας στον μοναχισμό”.
Θέλω, αδελφή μου, να πάω πίσω όταν πρωτοήρθα στην Ελλάδα και δούλευα καίγοντας τις κλάρες από τις ελιές, στους πρόποδες του Ταϋγέτου. Μ’ ένα τρόπο μοναδικό και θαυματουργικό, ενώ ψάχναμε σε όλα τα μέρη για έναν τόπο ησυχαστικό, όχι με την έννοια μακριά από τον κόσμο, αλλά κάπως απόμερα, έτσι ώστε κάπως να ησυχάζει η ψυχή και να μπορούμε να εργαζόμαστε τη φύση, μας είπε ένα ζευγάρι, “αν θέλετε ένα κτήμα που είναι έξω από το χωριό και βλέπει τον Ταΰγετο, το πουλάνε”. Ήταν το κτήμα του ανθρώπου, που είχε κοιμηθεί πια, στον οποίο είχα πάει για πρώτη φορά να δουλέψω και μάλιστα σε αυτό το κτήμα που αναφέρθηκα πριν. Βέβαια ο τόπος ήταν όλος πέτρες, βράχια κλπ. Λέω, εδώ σε αυτό τον τόπο, ας είναι όπως είναι, μετά από αυτό το θαύμα, θα καλλιεργήσω αυτή τη γη και ταυτόχρονα την ψυχή μου. Μετέφερα λοιπόν στους υπόλοιπους αδελφούς αυτή την εμπειρία. Την επόμενη μέρα ανεβαίνουμε στο κτήμα και η ομορφιά της φύσης και της θέας του Ταϋγέτου έκανε και τον γέροντα να δακρύσει. Είπε λοιπόν ότι αν συμφωνούμε όλοι -πάντα μας καλλιεργούσε μέσα μας την ελευθερία, ακόμα και στην υπακοή που γινόταν από σεβασμό και όχι από φόβο- θα πάρουμε αυτό το κτήμα.




Με τα λουλούδια του βουνού, διακόνησα στην ανθοδετική τέχνη, έμαθα να δημιουργώ συνθέσεις με ελάχιστα πράγματα, και απ’ αυτό καλλιεργήθηκε στο νου μου να μην είναι τίποτα βιομηχανοποιημένο, αλλά όλα χειροποίητα. Αν έρθει μια γιαγιά στο μοναστήρι κι έχω φτιάξει ένα σταυρουδάκι από τα αποξηραμένα και της το προσφέρω, η γιαγιά θα αισθανθεί τόσο ευλογημένη, τόση χαρά, που μου το ανταποδίδει με το χαμόγελό της.


Η προετοιμασία της κουράς μου ήταν ένα συγκλονιστικό γεγονός. Όταν ο γέροντας μου είπε ότι είναι η κατάλληλη ώρα να το ανακοινώσω στους γονείς μου που ήταν εκεί, της μητέρας μου μπορώ να πω ράγισε λίγο η καρδιά της. Γιατί ήμουν το μικρότερο παιδί και φανταζόταν και για μένα τις χαρές ενός γάμου. Ωστόσο, δεν δείλιασα και δεν άρχισα να εξηγώ και να προσπαθώ να την πείσω. Της είπα “μητέρα μου, δεν χαλαλίζεις ένα παιδί; Έχεις επτά παιδιά, έχεις τόσα εγγόνια… Δε χαλαλίζεις λοιπόν ένα παιδί να υπηρετήσει τον Χριστό και να υπηρετήσει κι εσάς, με τις προσευχές και την ευλογημένη καλογερική ζωή;”. Με αγκάλιασε δακρυσμένη και μου είπε “παιδί μου ξέρω ότι βρίσκεσαι σε καλά χέρια. 


Ό,τι η ψυχή σου επιθυμεί”. Παραπέρα ήταν ο πατέρας. Η μητέρα μου μου είπε να μην πω πολλά κι ότι θα μεσιτέψει η ίδια στον πατέρα. Όπως η Παναγία μεσίτευσε, έτσι κι εκείνη. Με αγκάλιασαν κι από κει ξεκίνησε ένας πνευματικός αγώνας σε προσωπικό επίπεδο, με πολλή ευτυχία. Γιατί δεν είναι λίγο να σου δώσουν την ευχή οι γονείς»
Ο μοναχός Αλέξιος μας άνοιξε την καρδιά του και αναφέρθηκε στην ημέρα της κουράς του, οπόταν του δώθηκε το όνομα του αγίου Αλεξίου, σ’ ένα ησυχαστήριο στη Βοιωτία. Αλβανός στη καταγωγή, ξένος όπως ο Χριστός, αλλά όχι μόνος, κλήθηκε μετά την τελετή της κουράς από τον τότε τοπικό μητροπολίτη να τραγουδήσει στα αλβανικά ένα τραγούδι του τόπου του, που πολλοί αρβανίτες της περιοχής άκουσαν κι ευφράνθηκαν.


Αναρωτιέται κανείς αν αυτό ήταν το “Ευτυχισμένο τέλος” μιας απόφασης να αφήσει κάποιος τα εγκόσμια;
Στο ερώτημά μας πώς περνά η ζωή, όταν καλείται ο μοναχός να ζήσει πρακτικά το βάρος της καθημερινότητας, τα βάσανα, τις ακυρώσεις, ο πατήρ Αλέξιος θα απαντήσει από την εμπειρία του:



«Με έμαθε ο γέροντας, να ζω στο νυν. Το νυν της θείας λειτουργίας, σε κάθε στιγμή της ζωής. Στο νυν της προσφοράς σ’ ένα συνάνθρωπο, με ένα λουλούδι, με την προσφορά ενός καφέ που τον κάνεις με αγάπη και όχι βαριεστημένα… Αυτό το νυν είναι πολύ σημαντικό και όλοι οι χριστιανοί πρέπει να το ζούμε και να το σκορπίζουμε στην οικουμένη.»
Κατά τη διάρκεια της γνωριμίας μας με τη συνοδεία του ησυχαστηρίου ήρθε στη μνήμη ο στάρετς Ζωσιμάς που συμβουλεύει τους μοναχούς του, στο έργο “αδελφοί Καραμαζώφ”, πριν πεθάνει «…Ν’ αγαπάτε τον κοσμάκη του Θεού. Δεν είμαστε αγιότεροι εμείς απ’ αυτούς που ζουν μέσα στον κοσμάκη επειδή ήρθαμε εδώ πέρα και κλειστήκαμε σε τούτους τους τοίχους…»





Καταστάλαξε μέσα μας η ίδια αίσθηση ότι ο μοναχός Αλέξιος και οι αδελφοί του που προσεύχονται στους πρόποδες του Ταΰγετου, σαν ήρωες ενός βιβλίου της ζωής δεν νιώθουν αγιότεροι από άλλους στον κόσμο, αλλά κάνουν τον κόσμο δικό τους και τον αγαπούν με τον τρόπο που προτείνει ο Στάρετς Ζωσιμάς, ο Άγ. Πορφύριος κι ο Θεός.
ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
1. Ο πατήρ Αλέξιος στο ψαλτήρι σήμερα
2. Γεράκι στις κορυφές του Ταυγέτου
3. Το Βάπτισμα του Αλεξάνδρου στο Σιμωνοπετρίτικο κελί σε ηλικία 29 ετών
4. Με αποξηραμένα άνθη, από τον Ταϋγετο, ο μοναχός Αλέξιος στο διακόνημα του, μπροστά στον νεοσύστατο ναό του Αγ.Πορφυρίου
5. Αποχαιρετισμός "Στην ευχή του Θεού"
πηγή εκκλησιαστική αλήθεια 

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Συγκλονιστική ιστορία που στ΄αλήθεια μονάχα στην Ορθοδοξία συναντάς...
Ο Θεός να τον στηρίζει στον αγώνα του.

Ιννοκέντιος