Τρίτη 26 Ιουνίου 2018

Ασκητές μέσα στον κόσμο: Αναστάσιος Μαλαμάς


MalamasA2
Αυτοβιογραφία

Ο απλός και ταπεινός Αναστάσιος Μαλαμάς γεννήθηκε στο χωριό Κοκκαλού, κοντά στην λίμνη Βόλβη, τον Δεκέμβριο του 1929. Η καταγωγή του πατέρα του ήταν από το Σχολάρι της Θράκης. Ήταν θεοσεβούμενος άνθρωπος. Είχε αγοράσει από ένα μετόχι την εικόνα των αγίων Αναργύρων και την έφερε στην Εκκλησία του χωριού. Η μητέρα του ήταν κι αυτή Θρακιώτισσα από το Νηχώρι, κοντά στην Ραιδεστό. Απέκτησαν 6 παιδιά και το 1932 πέθανε ο πατέρας του σε ηλικία 37 ετών από πνευμονία. Όπως αφηγείται ο ίδιος ο Αναστάσιος, «από μικρός πέρασα μαρτύρια. Ήμαν έως 2 χρόνων, αβράκωτος, με φουστανάκι τότες μας είχαν, και πήγα κι έπεσα πάνω στην πυροστιά. Τότες νε φάρμακα… νε τίποτα… Με πρακτικά να με γιατρέψουν! Επειδή ήμασταν 5 ορφανά, εμένα το τελευταίο μ’ έδωκαν για υιοθεσία σ’ ενα διπλανό χωριό. Ήμουν δίδυμος μ’ εναν αδελφό μου που γεννήθηκε πολύ ζωηρός, μπαμπάτσικο μωρό λέγανε, ενώ εγώ ήμουν σαν ψοφίμι, «ζαλίμι» με λέγαν! Εκείνο το βύζαιναν, εμένα μ’ είχαν παραπετάξει, μα ο πατέρας με λυπόταν κι έλεγε, δώσε και σ’ αυτό να βυζάξη, να πάρη λίγο μαγιά, και μου ’δινε λίγο λαδάκι με ζάχαρη. Περιφρονημένος ήμουν από μικρός. Και πεθαίνει εκείνο το κατάγερο και μνήσκω εγώ! Μ’ έδωκε η μάννα μου ένα κομμάτι πίττα, είχε το ταψί μπροστά εκείνη την ώρα, και έγινε η υιοθεσία! Δυόμισι χρονών να ’μουνα τότε που με δώκαν ορφανό σε ξένα χέρια…
»Με πήρε σα κουτάβι με κλειστά μάτια ο πατριός να με πάγη στο άλλο χωριό. Με πήγε κατευθείαν στο καφενείο. Εκεί μέσα 4-5 καρέκλες κι εγώ ούτε να κλάψω, να παραπονεθώ, κι έλεγε ο πατριός μου στον κόσμο εκεί μέσα πως με πήρε για παιδί του. Μετά με πήγε στο σπίτι του. Δεν είχαν αυτοί παιδιά. Μου δείχνει την γυναίκα του, και μου λέει «αυτήν θα λες μητέρα, εμένα θα με λες πατέρα. Ναί; Ναι!». Αυτή όμως η γυναίκα του ήταν σαν τσαγκάδα (προβατίνα που όταν γεννά δεν παίρνει κοντά τα αρνάκια της). Με χτύπαγε αλύπητα, για σκοτωμό. Από το ξύλο, μία μέρα βάφτηκαν τα σανίδια της παράγκας όλο αίμα. Ύστερα από λίγο έφτασε αυτός.
—Τί ‘ναι;
—Μ’ έδειρε η μάννα!
»Τότε κι αυτός άρχισε να δέρνη αυτήνα. Ώσπου με τα πολλά κάτι γειτόνοι ειδοποίησαν τη μάννα μου: «Θα σκοτώσει αυτή το παιδί, τρέχα! Κι ήρθε και μ’ αρπάζει αβράκωτον, κρυφά, απ’ την αυλή. Την άλλη μέρα ήρθε αυτός για να με ξαναπάρη, μα οι δικοί μου μ’ έκρυψαν.
»Σχολείο πήγα τρεις τάξεις, και απ’ αυτές, μία τάξη δεν πήγα γιατί ήμουν πολύ άρρωστος και έβηχα. Ο δάσκαλός μας ήταν πολύ αυστηρός, μας έδερνε. Όταν ήθελε να τιμωρήση ένα μαθητή, τον έστελνε να κόψη βίτσες από τις λυγαριές που είναι μαλακές και δε σπάνουν, και μετά έλεγε: «Τα χέρια πάνω στο θρανίο!» και τσατ! τσατ! βαρούσε με τη βίτσα. Όμως μετά, όταν γέρασε, μας μάζευε κάτω απ’ το πλατάνι κι έλεγε ιστορίες. Μία μέρα μας είπε την ιστορία του Δαυίδ, που ήταν τσομπανάκος, και πώς έγινε βασιλιάς κι η στολή του είχε όλα τα χρώματα της γης. Πολλές ιστορίες μας έλεγε από την Βίβλο. Μας είπε κάποτε και για τον αδελφό του που έπαθε μελαγχολία και πως του είπανε να λέη το• «Κύριε Ιησού Χριστέ, ελέησόν με…».
»Όλη η ζωή μου γεμάτη είναι με θαυμαστά, από τότε που ήμουν τσομπανάκος μέχρι και τώρα. Τα σπίτια μας ήταν παλιά, τούρκικα, σαν αχούρια. Με λάσπη και κοπριά για ντουβάρια, με άχερο μέσα, με ραγάζια πλεγμένα σάζια. Τότε η ζωή ήταν απλή. Παλιά ο κόσμος μ΄ ένα παραμύθι το βράδυ κοιμόταν πολύ ευχαριστημένος. Τώρα δεν παρηγοριέται με τίποτα. Τότε ζούσαμε σαν αγριάνθρωποι, μες στους κινδύνους. Κάποτε ξέχασαν το ποντικοφάρμακο μες στην πινακωτή, παραλίγο να μας ξωλόθρευε. Και τι τρώγαμε… κατσαμάκι (κουρκούτι με καλαμποκάλευρο), σαμόλαδο με ζάχαρη, σα χαλβάς ήταν. Μικρό μ’ έστελναν με τα γουρούνια στο βάλτο, μες στα μπαντάκια (=λάσπη). Εκεί έπινα θολό νερό βροχής και κάποτε που δεν είχα ποτήρι, έβαζα το λαστιχένιο παπούτσι μου μέσα στις γκιουλίτσες (λακκούβες) και έπινα… Πάσχα μόνο είχε κρέας. Μετά, άμα σφάζαμε κάνα γουρούνι, είχε λίγδα, τσιγαρίδα, καβουρμά, κι αυτά λιγοστά. Κάποτε τρώγαμε και χέλια από τη λίμνη. Τα φρούτα μας ήταν τα γκόρτσια (άγρια απίδια), τίποτα βατόμουρα, σταφύλια… Μες στις βατσινιές σαν αλπές (αλεπούδες) μεγαλώναμε… Ξυπόλητα μες στα μπαντάκια.
»Από 4 χρόνων σαλάγιζα τα πρόβατα στην στρούγκα. Είδα πολλά. Πήγαινα στα γουρούνια, από 6-7 χρόνων κρύο, χειμώνας, έτρεμα απ’ την παγωνιά, τι να κάνω; Όταν ήμασταν μικρά, τρώγαμε όλοι, δίχως πιάτα, μέσα απ’ το ταψί, κατσαμάκι δίπλα απ’ την φωτιά. Από μικρός όλο με γέρους ήθελα να μιλώ• ό,τι άκουγα απ’ τους μεγάλους το άρπαζα, γινόταν προίκα μου.
»Δεν γνώριζα τι θα πει κούραση. Έμπαινα σε ρεματιές, φορτωνόμουν ξύλα και τα ανέβαζα με την πλάτη. Ο βοσκός σα βραχή το πρωί, το βράδυ θα στεγνώσουν τα ρούχα πάνω του.
»Μικρό παιδί, άφοβος ήμουν. Μία σκύλα με δάγκασε βαθειά, μου ’βγαλε κομμάτι. Το τύλιξαν με μία πατσαβούρα. Να, το σημάδι…
»Μικρός κοιμήθηκα πάνω σε φίδι. Ήταν μισοπαραχωμένη μία οχιά στο χώμα• κοιμόμουν πάνω. Η οχιά δε χαρίζει. Έναν χωριανό μας, ήταν στο κάρο πάνω κι από κάτω του δίνουν ένα δεμάτι, νάσου ένα φίδι, τον τσίμπησε, μέχρι να τον φέρουν, έλειωσε. Μην πατήσης λοιπόν φίδι, τό ’χει για προσβολή, γιατί έχει εγωισμό.
»Το ’44 μας κάψαν τα σπίτια στο χωριό. Ερχόταν το τραίνο με Γερμανούς, Βουλγάρους, κάναν ενέδρα οι αντάρτες, πιστόλια ακούγονταν σα βατράχια, χαλασμός! Η μηχανή ξεκλείδωσε και έφυγε, τα βαγόνια έμειναν. Μετά οι Γερμανοί, για εκδίκηση, γκρέμισαν την σκεπή στο σχολείο και καίγαν τα σπίτια. Εγώ έβαλα ένα καπέλλο στ’ αυτί μου, οι σφαίρες σφύριζαν, και πετάχθηκα σ’ ένα χαντάκι. Μετά φύγαμε στα βουνά… Εκεί ένα βράδυ με λέει ο αδελφός μου: «Δεν πας στο χωριό μας μήπως βρης ψωμί;». «Πάω!». Τι ήμουν, 14 χρονώ! Βλέπω ένα φως, ζητάω λίγο ψωμί, με δίνουν και ντομάτες και παίρνω τις ρεματιές, δεν ήξερα τι θα πει φόβος.
»Πολλές φορές γλύτωσα από θαύμα. Τότε με τους αντάρτες όλοι μέσα στα χωριά κλεισμένοι ήταν. Από την Παζαρούδα έπρεπε να πας ως την Ασπροβάλτα για να βρης άνθρωπο. Εγώ όμως, κάθε μέρα τα πρόβατά μου τα πήγαινα έξω, μετά στο μαντρί, κι εγώ καθόμουν σ’ ενα καμαράκι μ’ ένα φαναράκι. Σφαίρες βούιζαν απ’ έξω, τα πρόβατα όρθια, δεν τά ’πιανε ύπνος. Τα πρωϊνά τα πήγαινα στο βουνό για βοσκή. Ένα βράδυ έρχεται κει που μέναμε σε κάτι αχερώνες μέσα ένας και λέει στη μάννα μου: «Εμείς οι Μάηδες αποφασίσαμε να σκοτώσουμε τον Τάσο», γιατί νόμιζαν πως πάω ψωμί στους αντάρτες, πως είμαι σύνδεσμος.
»Εγώ παρόλ’ αυτά συνέχιζα να βοσκάω τα πρόβατά μου στο παχύ χορτάρι που μόνο λαγοί παγαίναν. Βγαίναν οι στρατιώτες παγάνα, μα εγώ γλύτωσα…
»Όταν έγινα 16 χρόνων μία μέρα, καθώς βοσκούσα τα πρόβατα, σκέφτηκα ποιόν δρόμο να πάρω, της αρετής ή της κακίας; Γονάτισα κάτω κι ωρκίστηκα στον Θεό να ακολουθήσω τον δρόμο της αρετής, γιατί θυμήθηκα τι μας έλεγε ο δάσκαλος, ο Γιάννης Μητσαντώνης. Κι από τότε αυτή η κατάσταση δεν μ’ αφήνει.
»Εγώ είχα μεράκι στα πρόβατα και στην προσευχή. Με πιάνει συγκίνηση, θρηνώ και οδύρομαι για το πιστεύω. Γιατί το πιστεύω είναι ένα σχοινί που μας κρατά και προσπαθεί να μας το κόψη ο πειρασμός.
»Άλλη μέρα, μόνος μου ήμουν με την γκλίτσα μου μέσα σε μία πολιάνα, λειβάδι με χορτάρια, και βλέπω να περνάνε μαυροσκούφηδες με πολυβόλο στην πλάτη. Ολόκληρος λόχος πέρασε. Άγγελος Κυρίου με προστάτεψε, 17-18 χρονώ, θά ’μουν… γιατί απαγορευόταν να βρίσκωμαι εκεί που ήμουν, πίσω από το χωριό, όπου ήταν σαν άγρια ζούγκλα. Κι όπως περνούσαν αυτοί από δίπλα μου ούτε ένα πρόβατο, δεν σκιάχτηκε, δεν κουνήθηκε. Ούτε σκυλί να γαυγίση. Πέρασαν και φύγαν. Απ’ τις φυλακές ήταν βγαλμένοι, τους ωπλίσαν, σα χάρος πέρασαν πέντε βήματα κοντά μου… Βλέπω έναν να προχωρά σα σκαντζόχοιρος με όπλο, από μία πλαγιά στην άλλη. Φτάνω ψηλά, με ρωτάν: «Είδες τίποτε;». «Τίποτα», λέω.
»Τότε με τον πόλεμο, το χωριό μας ήταν κυνηγημένο. Μου λεν οι δικοί μου να πάω γάλα και ψωμί για το θέρο. Το χωριό ήταν περιτριγυρισμένο με συρματοπλέγματα, με αμπριά. Μόλις με βλέπουν, έρχονται με υποκόπανο και με βαρούσαν να κιοτέψω. Εγώ έτρεχα στα βάτα να γλυτώσω. Τα πρόβατα σταλιάξαν στα πλατάνια… Σηκώνω τα χέρια ψηλά, με φέρνει μία με τ’ αυτόματο με τη γεμιστήρα κι ακούστηκε τότε μία φωνή• «Μη Παναγιώτη, μη, είναι απ’ τα καλύτερα παιδιά!». Σώθηκα!
»Η μάννα μας μας είπε «να σταθήτε καθαροί με το στεφάνι σας, στον γάμο, κάτω απ’ το Ευαγγέλιο». Όταν ήμασταν στην Καλαμάτα στρατιώτες, ένα απόγευμα είχαμε έξοδο. Μόνος ήμουν κι εκεί που βάδιζα, να, ένας χωριανός μου με πιάνει και με σβαρνά με φόρτσα, σχεδόν να παλεύουμε, για να με τραβήξη μέσα σ’ ένα τέτοιο σπίτι με γυναίκες. Σου λέει αυτός δεν έχει ζυγώσει σε τέτοια μέρη. Αυτός ήταν μέσα προηγουμένως και βγαίνει και αρπάζεται και κρεμάζεται πάνω μου! Με σβαρνούσε να πάμε. Εγώ του λέω, η μάννα μου είπε• «στο γάμο σας θα σταθήτε κάτω από το Ευαγγέλιο σαν λουλούδια». Αυτή τη λέξη άκουσα και με έφτασε να γλυτώσω. Μόλις το είπα αυτό, εκείνος μ’ άφησε. Καλά που δεν πήγα. Αν πήγαινα θα μάθαινα, γιατί όσο είναι αθώο το παιδί και δεν ξέρει από τέτοια, δεν τον τραβά.
»Η μεγαλύτερη πτώση είναι η πορνεία και το μεγαλύτερο τέχνασμα του σατανά να παρασύρη τον άνθρωπο σ’ αυτά. Όμως η δύναμη και η καλωσύνη του Θεού επεμβαίνει. Εκεί που ήμασταν υπεραμαρτωλοί, ήρθε ο Χριστός για να σώση ανθρώπους. Η Εκκλησία μας βασίζεται στον παρθενικό βίο, δες τον Άη-Γιάννη τον Πρόδρομο. Ο διάβολος βάζει όλες του τις δυνάμεις, όταν δη αγνό άνθρωπο, και τότε ο άνθρωπος λέει• «Θεέ μου, σώσε με», και τον κυκλώνουν τότε μεγάλες δυνάμεις. «Άμα πιστεύη, έχτισε το σπίτι του πάνω στην πέτρα• αν έχης πίστη γερή, ο άλλος δεν σε παρασέρνει».
Ένας συγχωριανός του, που υπηρέτησαν μαζί την στρατιωτική τους θητεία, περίπου τρία χρόνια, ανέφερε τα ακόλουθα:
«Όταν ήμασταν στρατιώτες, επειδή ο Τάσος δεν αγαπούσε τα όπλα και δεν τα κατάφερνε όταν κάναμε βολή, μία φορά που αστόχησε τον άρπαξε ένας υπολοχαγός πολύ άγριος και τον αρχινά στις βρισιές. Και δεν του έφτασε αυτό, τον ρίχνει κάτω τον Τάσο και άρχισε να πηδά πάνω του με τ’ άρβυλά του, ακόμη λίγο και να βγουν τ’ άντερά του! Ο Τάσος ούτε μιλιά έβγαλε. Μία άλλη μέρα που είχαμε επιθεώρηση στα όπλα, όπως γινόταν κάθε Τετάρτη, κάτι όπλα είχαμε αμερικάνικα, κι επειδή βρέθηκε ένα σκουπιδάκι στο όπλο του, αν κι ήταν τόσο φιλότιμος και εργατικός και προσπαθούσε να μη δώση δικαίωμα κι όμως, τον ορμά πάλι αυτός ο υπολοχαγός και τον χτυπούσε με την κάνη του όπλου στην κοιλιά, κοφτά μέσα, βρίζοντας. Κι ο Τάσος το μόνο που είπε αργότερα ήταν: «Αυτοί δεν είναι άνθρωποι, δε λυπάνται».
»Έτσι ήταν από παιδί. Δεν έκανε ποτέ φασαρίες. Το Ευαγγέλιο αυτός το είχε μέσα του και το τηρούσε χωρίς να επηρεάζεται από τα σχόλια του κόσμου.
Στον στρατό ήταν πρώτος στα θελήματα, στις αγγαρείες• με την ψυχή του πήγαινε όπου τον έστελναν. Όταν όμως έλεγαν βρωμιές, τραβιόνταν στην άκρη, δεν χαλούσε την καρδιά του. Είχαμε κι έναν επιλοχία, άνθρωποι σκληροί ορισμένοι ήταν, που εμάς τα χωριατόπαιδα δεν μας είχε πάρει με καλό μάτι, κι όταν θύμωνε ωρμούσε να μας πνίξη απ’ τον λαιμό. Ούτε άδεια τον έδωσαν, όταν είπε στην αναφορά ότι η μάννα του ήταν βαρειά άρρωστη. Κι εκείνης δεν έβγαινε η ψυχή της, γι’ αυτό έβαλαν επάνω της την φωτογραφία του. Ναι, με την φωτογραφία του ξεψύχησε. Την ημέρα που γινόταν η κηδεία της, δες πως τα έφερε ο Θεός, απολύθηκε κι ο Τάσος και ήρθε, ανεβαίνοντας με σιγανό βάδισμα την ανηφόρα απ’ την δημοσιά ως το χωριό, κοντά στα δύο χιλιόμετρα, χωρίς να τρέξη. Εμείς κάναμε τόπο να περάση μόνος του, σα να ήταν κάποιος επίσημος, για να πάη στο φέρετρο της μάννας του».
Διηγείται συγχωριανή του: «Ακόμη και τα ζώα τα νοιάζονταν πολύ, θαρρείς και τον ένιωθαν και τον υπάκουαν. Να, κάποτε με τις ταραχές του πολέμου δεν είχαμε τσομπάνη για τα πρόβατά μας, καμμία εκατόν πενήντα ήτανε… Το μαθαίνει ο Τάσος και μας λέει: «Φέρτε τα μαζί με τα δικά μου… τα μαζώνω εγώ άμα θέλη ο Θεός και τα δικά σας και θα τα μάθω». Μόλις τα πήρε, τα πήγαινε σε βοσκοτόπια ψηλά, μία στο Λυκομάντρι, μία αλλού, και θαρρείς το καταλάβαν πως τα αγαπούσε, ούτε να τα προγκίξη ούτε φωνές άγριες, κι έτσι τα φύλαξε για ένα διάστημα και χωρίς μάλιστα καμμία αμοιβή. «Τι, από σας θα πάρω λεφτά;» έλεγε. Εκεί που μπορούμε ας βοηθάμε. Όταν κηρύχτηκε ο πόλεμος έλεγε: «Μη στενοχωριέστε, ο Θεός είναι μεγάλος», και πήγαινε σ’ απάτητα μέρη κι ερημιές χωρίς φόβο με τα πρόβατα».

Πειρασμοί και αδικίες
Το έτος 1954 παντρεύτηκε την Βάϊα και από τον γάμο του απέκτησε δύο παιδιά. Συνέχιζε να μένη στο χωριό του εργαζόμενος σκληρά. Έλεγε: «Δεν φοβόμασταν τίποτα μικροί, ό,τι και ν’ ανταμώναμε. Μέχρι που απολύθηκα κι ακόμα δύο χρόνια ήμουνα τσομπάνος, μετά καπνά, κι υστέρα πήγα με μαστόρους». Μετά από 10 χρόνια κατέβηκαν στο χωριό Νέα Μάδυτος, όπου παρέμεινε ως την κοίμησή του. Εδώ έκανε κι άλλες δουλειές. Δούλεψε ως χτίστης, υποτακτικός σε μαστόρους, χαμάλης σε αποθήκες σιτηρών, καλλιεργητής σε λαχανόκηπους, πλανόδιος μανάβης. Τα ζαρζαβατικά τα κουβαλούσε μ’ ένα καροτσάκι, μάλιστα άφηνε να διαλέγουν τα καλύτερα οι αγοραστές κι από πάνω τους έβαζε κι άλλα. Σε όσους τον αδικούσαν στις συναλλαγές, φρόντιζε ν’ αφήνη κρυφά έξω από την πόρτα τους τα καλύτερα.
Όταν είχε αρχίσει την μαναβική είχε πει στην γυναίκα του: «Εγώ θα κάνω μπαχτσέ, θα πιάσω ζυγαριά στα χέρια, αλλά στον άλλο κόσμο δε θέλω να κρέμωμαι απ’ την γλώσσα». (Δηλαδή να κάνη ψεύτικους λογαριασμούς).
Κάποτε πάτησε η ρόδα του κάρου το πόδι μιας γυναίκας, επειδή βιαζόταν να διαλέξη απ’ το κάρο λαχανικά• το ζώο φοβήθηκε και προχώρησε. Ο Τάσος στενοχωρήθηκε πολύ και ζητούσε συγγνώμη, «σ’ έκανα ζημιά», έλεγε χωρίς βέβαια να φταίη αυτός για την απροσεξία της, κι από τότε, όταν εκείνη η γυναίκα αγόραζε λαχανικά δεν της έπαιρνε λεφτά για μεγάλο διάστημα.
Πάντα έβαζε πιο πολλά ζυγίζοντας τα λαχανικά. Ο Τάσος που είχε πολύ καλή μνήμη, γνώριζε πόσα ακριβώς τον χρωστούν οι γυναίκες που αγόραζαν επί πιστώσει, αλλά ποτέ δεν τους τα ζητούσε. Αυτές νόμιζαν πως τον κοροϊδεύουν, όμως αυτός έτσι κέρδιζε σε υπομονή και έλεγε: «Σε μερικούς ανθρώπους οι φασαρίες τους δίνουν ζωή. Όμως άμα αντισταθής και μαλώσης δεν θα σε χωράει ο τόπος. Αν έλθης σε φασαρίες τότε χάνεις, γιατί γίνεται αυτό που λέει το Ευαγγέλιο, το άλας χαλνάει. Όπως τα ζιζάνια, που εμποδίζουν το σιτάρι, έτσι και με τον κόσμο. Χρειάζονται όμως και τα παλιόχορτα γιατί αν δεν έχη και αντίθετους πως θα διακρίνεις, πως θα δοκιμαστείς; Όπως οι τσομπάνηδες προσπαθούμε να κρατάμε μία ράτσα από καλή προβατίνα έτσι να προσπαθούμε να κρατάμε μία ράτσα καλή γιατί από μόνος του δεν γίνεται καλός ο άνθρωπος μόνο με ανθρώπινα λόγια, αλλά με άνωθεν βοήθεια».

Ορισμένα δείγματα της ανεξικακίας του:
«Όταν κατεβήκαμε απ’ το χωριό, ήμουν καμμιά 35 χρονώ, δούλεψα με μαστόρους, χτίζαμε σπίτια σε διάφορα μέρη. Ένα αφεντικό έβριζε πολύ, όλο φώναζε, μέχρι και κλέφτη μ΄ έλεγε και συνέχεια ο θάνατός σου η ζωή μου, φώναζε κι εγώ να κουβαλάω τους ντενεκέδες με λάσπη στον ώμο. Τά ’βαζε με μένα, όμως τα έβαζε και με τον Αναμάρτητο Χριστό και έβριζε, θα έσκαζα αν νεύριαζα, όμως εγώ δεν ήξερα τι θα πει θυμός, δεν ήξερα να παρεξηγηθώ, δεν σχολίαζα, δεν κατέκρινα. Όταν τελειώναμε δεν έλεγε ούτε ένα ευχαριστώ, μα εγώ δεν τον έκρινα στους άλλους. Μία μέρα, όταν ρίχναμε την πλάκα, έψησε ένα αρνί και μου έλεγε, έλα να φας, μα εγώ δεν έτρωγα γιατί ήταν Παρασκευή, εγώ ελιές… Από τότε που δεν έφαγα αρνί μ΄ έβαλε πιο πολύ στο μάτι… βρισιές! Ήξερε ότι είμαι απείραχτος κακού κι όμως… πώς ήρθαν τα πράγματα, τα έφερε έτσι ο Θεός και, μετά από χρόνια, ένας δικός του…, ήλθε μετανοιωμένος και άρχισε να ρωτά για το Ευαγγέλιο και την Εκκλησία και γύρισε στο πιστεύω.
»Κάποτε που δούλευα σ’ ένα αφεντικό που έβριζε πολύ τα θεία, τον ρώτησα «γιατί με βρίζεις;». Εκείνος μου είπε «εγώ δε βρίζω εσένα», και του απάντησα, «βρίζεις όμως τον Πατέρα μου, κι αυτό δεν το αντέχω», και έτσι έφυγα από εκεί.
»Άκουγα ειρωνείες και στην δουλειά που έκανα και στην πλατεία όταν καθόμουν• «βρε τον κοιμισμένο», άκουσα να λεν για μένα, μα εγώ δεν ήξερα να παρεξηγηθώ. Με λέγαν, «γιατί δεν γλεντάς, γιατί δεν γυρνάς;». Εγώ σαν άνθρωπος πήγαινα σε γιορτές μα δεν ήξερα άλλα, και τους λέω μία φορά• «βρε σεις, είδατε στις εικόνες κάνα Άγιο να γελάη;»».
Κάποτε έδωσε κάτι σκορδάκια σε κάποιον και εκείνος τον είπε «μπαταχτσή» (κλέφτη) κι αυτός την άλλη μέρα πήγε ένα δεμάτι σ’ αυτόν που τον εξύβρισε, όμως κι αυτός ο άλλος του πήγε τυρί λέγοντας «συγγνώμη αν σ’ αδίκησα».
Άλλοτε κάποια γυναίκα ήθελε να αγοράση ντομάτες• τις πατούσε επίμονα, τις περιεργαζόταν και, επειδή ο Τάσος της είπε «πιο σιγά, μη χαλάσουν», αυτή θύμωσε και φώναζε: «Εσείς που κάνετε τους μεγάλους σταυρούς κ.τ.λ.». Τότε αυτός της είπε: «Επειδή κάνουμε σταυρούς δεν είμαστε και αιχμάλωτοι σε σένα».
Ύστερα για να μή μείνη ίχνος πικρίας μέσα του, της έδωσε τις καλύτερες ντομάτες.
Έλεγε: «Πάντα παραπέφτουμε όταν μιλάμε. Μία φορά στο χωριό, μία πολύ νευρικιά γυναίκα μάλωσε και μας έσπασε με πέτρες όλα τα τζάμια. Ήρθε η αστυνομία και ρώτησε, να κάνουμε μήνυση; Όχι, είπα. Θα πας στην αστυνομία μόνο αν είσαι κάνας δεσπότης και σε παίρνει το κύμα μαζί με παπάδες, για κάτι που γράφουν, τότε ναι, αλλοιώς όχι για τον εαυτό σου. Εσύ «αποστραφήτω», που λένε, μ’ ένα κρύο χαμόγελο και θα πας μακρυά…
»Μικρός, όταν ήμουνα, δεν ωργιζόμουνα καθόλου ούτε έβλεπα κακό ή αδικία… Να, ένας πήρε την κομπίνα (θεριζοαλωνιστική μηχανή) στο χωράφι του ενώ εγώ είχα πει πιο μπροστά να έλθουν στο δικό μου χωράφι. Αυτοί όμως τον ξεγέλασαν και πήγε σ’ αυτούς. Ε… αλωνίζει το δικό τους. Δεν ήλθε στο δικό μου. Το βράδυ εκείνο, όμως, πιάνει ένα χαλάζι, καταστροφή! Εγώ, τι να κάνω; Για να μη φωλιάση μέσα μου το κακό, πήγα και θέρισα το χόρτο, αυτουνού δηλαδή που με ξεγέλασε, στα κρυφά. Για να μπορώ να τον φέρνω μετά στο μυαλό μου χωρίς κακία. Κι έφυγα, αφού θέρισα το χόρτο τους, χαράματα μη με δουν.
»Μιαν άλλη φορά, ο καφετζής είπε, επειδή, όταν πήγαινα για ξεκούραση κάνα απόγευμα στο καφενείο, δεν έπαιζα στα χαρτιά και δεν παράγγελνα πολλά-πολλά, είπε λοιπόν ο καφετζής, «ε, άμα ήταν όλοι σαν τον Τάσο, θα πεθνήσκαμε, θα το κλείναμε…». Τι να κάμω; Πάω, φορτώνω ένα κάρο πουρνάρια και τ’ αφήνω κρυφά έξω απ’ το καφενείο, για την σόμπα. Δεν του τό ’πα. Χτύπησα με τέτοιο τρόπο τον Σατανά. Όταν κάποιος μ’ έκανε κακό, κοίταζα νά ’μαι μέσα στο στάβλο μοναχός μου, στα σκοτεινά, σκλήριζα, φώναζα με φωνή• «ήμαρτον Κύριε! συχώρεσέ με»• κι άλλοτε στα χωράφια, που δεν μ’ άκουγαν «συχώρα με», φώναζα, όπως ουρλιάζει ο λύκος γυρεύοντας βοήθεια. Αποκηρυγμένος ήμουνα.
»Κάποτε νοίκιασα ένα μπαξέ. Από 5 στρέμματα που νοίκιασα, το έκανα δεκαπέντε, μέσα στα καλάμια. Δουλειά! Βουρλιές μέχρι το μπόϊ μου! Τρία στρέμματα είχα σέλινα, πράσα, ήταν σαν ένα κύμα ο μπαξές. Μία μέρα περνά ένας γεωπόνος, με κοιλιά μεγάλη, απ’ τους αρχαίους… Στο τσαρδάκι καθόμαν• απαγορεύεται εν ονόματι του νόμου, ούτε ένα φύλλο δεν θα βάλεις από σήμερα, τίποτα… «Γιατί;», ρωτάω εγώ. Ήταν κρατικό, υδραυλικό το χωράφι εκείνο. Κι όμως μου τον πήραν τον μπαξέ. Φώναζε ο ένας• «το θέλω το χωράφι μου τώρα». «Βρε», τους έλεγα, «με τα πράσα είναι, περιμέντε να τα δώσω…». Αυτοί φωνάζαν! Άλλος πήρε τα σέλινα, άλλος τα πράσα. Σ’ αυτό το μέρος που έπεσα, εγώ ξέρω πόσο αδικήθηκα… Έρχεται ένας άλλος με κορδέλλα, μετρά, μου το παίρνουν. Το 1975 αναγκάστηκα και τον χάλασα τον μπαξέ…
»Όταν βλέπω κάποιον, που υπάρχει έστω και ίχνος, ότι τον αδίκησα εγώ ή κάποιος δικός μου λέω, «εγώ θα σε συλλάβω στην προσευχή μου, και θα βρεις καλύτερη κατάσταση…».
»Εμένα πολλοί κοιτούσαν να με κατεδαφίσουν…, άκρια δεν βγάζεις… «ούτως έδιωξαν και τους προφήτας πριν από σας». Εξ αρχής ήταν οι διωγμοί…• σε δίνει μία κεντριά (χτύπημα) και σε ξεπατώνει. Η απιστία των άλλων είναι σα βουνό. Σε φαίνεται βουνό ό,τι σε πει ο άλλος. Η στεναχώρια είναι βουνό. Αυτό θα πει, πες στο βουνό να πέση στη θάλασσα! Μόνο η προσευχή λειώνει αυτό το βουνό. Πού να τα πης αυτά να σου φύγουν; Γι’ αυτό όσοι πιστεύουν, πρέπει να ανταμώνουν, να δίνουν κουράγιο ο ένας στον άλλον.
»Δύο φορές σώθηκα από τροχαίο στην δημοσιά. Την πρώτη φορά περίμενα στην Παζαρούδα να περάσω απέναντι και ξάφνου έρχεται μία νταλίκα με πλατφόρμα σα σίφουνας, έρριξε ένα τηλεφωνόξυλο κάτω, πήρε την μισή γωνιά του Νιοχωρίτη, έπεσε πάνω στο καφενείο, και πήγε και σφηνώθηκε σε ένα σπίτι. Πώς φωτίστηκα και τραβήχτηκα παραμέσα!… Την άλλη φορά, νυχτούλα ήτανε, κρατούσα το σχοινί του αλόγου, ήμουν έτοιμος να περάσω το δημόσιο, και να, μία νταλίκα. Κάνει τ’ άλογο πίσω το κεφάλι, με γλυτώνει.
»Άλλη φορά, καμμιά 35αριά χρονώ νά ’μουνα, πηγαίναμε με το κάρο χαράματα στην Κοκκαλού, μας έρριξε ένα αυτοκίνητο κάτω, το άλογο ψόφησε, εμένα με πήγανε στο νοσοκομείο. Με δώσαν, θυμάμαι, 5.000 για άλογο και 2.100 για κάρο…».

Ασθένειες και κοίμηση
«Τι περιπέτειες είχα και με το ζάχαρο που με βρήκε στα σαράντα μου χρόνια!… Θυμάμαι πως το κατάλαβα… Είχα φάει γλυκό κουταλιού κι άρχισα να βλέπω τους ανθρώπους σα σκιές, σαν ένα δάχτυλο του χεριού. Πάμε στο νοσοκομείο, μ’ αρχίζουν ινσουλίνες. Όταν επέστρεψα στο χωριό με σταματά ο γιατρός ο αγροτικός, με ρωτά, και μ’ αρχινά στις μούντζες, λέγοντας• γιατί δέχτηκες; Και με πάνε στο Σανατόριο της Καβάλας, όλο φυματικοί. Γράφω γράμμα σπίτι, ελάτε να με πάρετε, πεθαίνω… Είχα γίνει ελεεινός… Έρχεται η γυναίκα μου με τον αδελφό της να με πάρουν, στον δρόμο δεν έλεγαν ούτε μία λέξη απ’ τη στεναχώρια, νόμιζαν πως θα είχα πεθάνει. Μας δίνουν εξιτήριο και δίαιτα, τι να τρώω… Γυρνάμε σπίτι και άρχισα να τρώω τυρί, όπως το έπηζαν στην τσαντίλα. Έβαλα βάρος γιατί μ’ είχε πει ένας γιατρός εκεί ότι, αν βάλης κιλά, πέφτει το ζάχαρο! Κόβουμε την ινσουλίνη και παθαίνω ένα κώμα και με τρέχουν στο ΑΧΕΠΑ με το στόμα ανοιχτό. Εκεί μία φοιτήτρια, λέει στην γυναίκα μου, έλα να δης πως μυρίζει η αναπνοή του, σάπιο μήλο. «Οξονάρα!». Κι άρχισα πάλι τις ενέσεις.
»Ήμασταν στο Σανατόριο Καβάλας. Το βράδυ ήλθε μία «κοπέλα» σεμνή, ντυμένη μαύρα. «Ήλθα», λέει στη γυναίκα μου, «και θα πάρω αυτό που έχει ο άντρας σου• είμαι η Παρασκευή απ’ το Σταυρό». Πράγματι, πήγα στην Αγία Παρασκευή, την Εκκλησία του Σταυρού».
Δέχθηκε την αρρώστια αυτή με τις πολλές επιπλοκές με πολλή υπομονή κι έλεγε «αν δεν έλθη ο άνθρωπος σ’ αυτό το σημείο, σ’ αυτήν την παρακμή με την αρρώστια, δεν μπορεί να μπη στο νόημα». Καθώς προχωρούσε η αρρώστια αυτή είχε πολλά επεισόδια• άλλοτε με υπεργλυκαιμία, διαβητικό κώμα και νοσηλεία σε Νοσοκομεία, κι άλλοτε με υπογλυκαιμία, με επεισόδια ζάλης, λιποθυμίας, επειδή δεν ρυθμιζόταν το σάκχαρο. Κινδύνεψε σε πολλές περιπτώσεις και έλεγε πως ο Θεός τον γλύτωσε άπειρες φορές από θαύμα.
Διηγείται η γυναίκα του Τάσου: «Το 1975, όταν πήγε ο γιός μου στην Σουηδία, 18 χρόνων περίπου ήταν, δεν γνώριζε που και πως θα πάει, μία διεύθυνση είχε μόνο σ’ ένα μακρινό γνωστό του, μα ο Τάσος τον είχε στην προσευχή του και πηγαίνοντας στο τραίνο είδε ένα γεράκο, του είπε, «μη στενοχωριέσαι, και εγώ εκεί πάω». Όταν το τραίνο έφτασε στην θάλασσα της Δανίας και κατέβηκαν για να μπουν σε πλοίο, όλοι οι επιβάτες κατέβηκαν, μα ο γεράκος πουθενά. Τότε ο γιός μου είδε ένα ζευγάρι να μιλάνε ελληνικά και συνέχισε μαζί τους το ταξίδι, μέχρι την πόλη που ήθελε να πάη. Θαυμαστές συναντήσεις, ζωντανά πράγματα!
»Το 1997 πήγαμε στην Σουηδία, όπου ήταν ο γιός μου από το 1975 περίπου, για να τον δουν οι γιατροί μιας διαβητολογικής κλινικής. Ήδη είχαν αρχίσει οι φλεγμονές στα κάτω άκρα του, και αρχόμενη γάγγραινα. Εκεί ο υπεύθυνος γιατρός είπε ότι άρχισε η μικροβιακή μόλυνση, κινδύνευε να πάθη οστεομυελίτιδα και να επεκταθή σε σηψαιμία. Μάλιστα είπαν ότι είναι κρίσιμο το επόμενο εικοσιτετράωρο. Το ίδιο βράδυ είδα στον ύπνο μου έναν ψάλτη απ’ το χωριό, πεθαμένο πριν από 8 χρόνια, να βρίσκεται σ’ ένα πράσινο λιβάδι, μ’ ένα ωραίο σπιτάκι.
—Γιάγκο! φώναξα, τι ωραίο μέρος! Πού είσαι;
—Α! είπε ο ψάλτης! Εδώ είναι πολλοί, μα δεν χωρά ο καθένας. Για τον Τάσο να δης τι ετοιμάζουν. Αλλά θα αργήσει να έλθη!».
Τότε η γυναίκα του αισθάνθηκε ότι παρά τις προβλέψεις των Σουηδών γιατρών, ο Τάσος δεν θα πέθαινε. Έμειναν συνολικά 3 μήνες εκεί και επέστρεψαν γιατί ο Τάσος δεν άντεχε να μένη σ’ έναν τόπο, «που δεν ακούς να βαρά καμπάνα», όπως έλεγε.
Δεν διέκοψε τις χειρωνακτικές εργασίες του, ούτε θέλησε να βγή σε σύνταξη, για να μην επιβαρύνη όπως έλεγε, το κράτος. Δούλευε ως τα 67 χρόνια σκάβοντας με την τσάπα και ποτίζοντας τους κήπους. Όταν γινόταν η σοδειά του πουλούσε τα προϊόντα του γυρίζοντας στις γειτονιές μ’ ένα χειροκίνητο καροτσάκι με τρεις ρόδες. Με την πάροδο των χρόνων έπαθε διαβητική αγγειοπάθεια και γάγγραινα στο αριστερό πόδι, που είχε ως συνέπεια να του το κόψουν κάτω από το γόνατο. Μετά, λόγω διαβητικής αμφιβληστροπαθείας, έχασε σιγά-σιγά το φως του, μέχρι που τυφλώθηκε. Ο ακρωτηριασμός του αριστερού κάτω άκρου έγινε το 1998 και μετά από ένα χρόνο έχασε και το φως του 
 συνεχίζεται


(“Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Β΄, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής, 2012)

Δεν υπάρχουν σχόλια: