Σάββατο, 12 Μαΐου 2018

ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗΣ




Αποτέλεσμα εικόνας για ΜΑΡΚΟΣ ΒΑΜΒΑΚΑΡΗςΕίναι μια μέρα τη 10 Μαΐου του 1905, όταν στο φτωχικό σπίτι τους στο Σκαλί της Σύρου, ο Δομένικος και η Ελπίδα Βαμβακάρη αποκτούν τον πρώτο από τα έξι συνολικά παιδιά τους, τον γιο τους Μάρκο.

 Ο «θεμελειωτής» του λαϊκού τραγουδιού και ένας από τους μεγαλύτερους ρεμπέτες γεννιέται στην παπική  οικογένεια του Δομένικου ,όπως, είναι δυστυχώς άλλωστε τα περισσότερα σπίτια της άνω χώρας κατάλοιπο της Ενετοκρατίας..

Το 1917 σε ηλικία μόλις 12 ετών, ο μικρός Μάρκος παίζει μαζί με άλλα παιδιά στην γειτονιά του. Σπρώχνει έναν βράχο και αυτός καταλήγει σε ένα μικρο σπίτι όπου μένει μια ηλικιωμένη γυναίκα. Ο φόβος του Μάρκου ότι ίσως να έχει τραυματίσει ή ακόμα και σκοτώσει την γυναίκα, του αλλάζει την ζωή. Δεν έχει συμβεί κάτι τέτοιο αλλά εκείνος δεν το γνωρίζει. Βγάζει ένα εισιτήριο και φεύγει μόνος του από το νησί με προορισμό τον Πειραιά.
Η άφιξη του στο μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας και τόπο μιας «άσωτης» ζωής θα τον καθορίσει για πάντα.

 
Γράφει ο ίδιος στην  Αυτοβιογραφία του:
"Παίρνω το θάρρος να εκθέσω τα αμαρτήματά μου στον κόσμο. Σ’ έναν κόσμο που εγώ του τραγούδησα τις χαρές του, τις λύπες του, τα πλούτη του, τη φτώχεια του, την ορφάνια του, την ξενιτιά του. Αυτός ο κόσμος θέλω να γίνει ο εξομολόγος μου και πιστεύω ότι όλοι αυτοί για τους οποίους έχω γράψει και γράφω μα και θα γράφω εκατοντάδες τραγούδια, θα με συγχωρέσουν, μια και αυτός είναι ο σκοπός της περιγραφής και εξιστορήσεως της ζωής μου, δηλαδή η συγνώμη και η συγχώρεση. Γι’ αυτό όσοι θα διαβάσετε την ιστορία μου, φίλοι ή ξένοι, γνωστοί ή άγνωστοι, και μάλιστα οι γνωστοί μου, να ’ρθητε να μου σφίξτε το χέρι και να μου πείτε ένα ανοιχτόκαρδο γεια σου. Να μου πείτε πως όλα περάσανε, ότι όλα αυτά ανήκουν πλέον στο παρελθόν. Να μου πείτε πως αν ζούσατε την ίδια ζωή με μένα, τα ίδια θα παθαίνατε και τα ίδια θα κάνατε..
O άνθρωπος, για να λέγεται αληθινός άνθρωπος, πρέπει να μπορεί νά ’ρθει και στη θέση του άλλου, του ομοίου του. Γιατί απ’ όσα θα σας πω και τα παθήματα και τα φταιξίματα ίδια είναι. Kαι τα φταιξίματα είναι κι αυτά παθήματα.
.. Λίγο πριν πάω στρατιώτης, το 1924 ή αρχή το '25, άκουσα κατά τύχη τον μπάρμπα Νίκο τον Αϊβαλιώτη να παίζει το μπουζούκι, το οποίον τόσο πολύ μου άρεσε, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε τα κόκαλα στο μαγαζί ..
Λογάριασα τον όρκο ιερό και έμαθα το όργανο μέσα σε έξι μήνες!..
Κανένας δε μου ‘καμε μαθήματα. Το μόνο μου σχολείο ήτανε ο τεκές και η ταβέρνα. Έβλεπα κι έκλεβα παιξίματα και δρόμους. Τα δάχτυλα ματώνανε εκεί απάνω, στο μάνικο του όργανου!..
Η μουσική με έκανε αλλιώς και όλα μου περνούσαν, σάμπως να με ξεθύμαινε. Όλος ο κόσμος κι ο ντουνιάς δικός μου ήτανε, δε μ’ ένοιαζε για τίποτα και για κανένα. Τα μπουζούκια κι οι μπαγλαμάδες έχουν πίσω τους μεγάλα νταραβέρια. Τα κράτησαν στα χέρια τους άντρες θανατοφόροι, λεβέντες με σκιά, κατάδικοι, εξόριστοι και ανεμοδαρμένοι!..
Αυτό το παλιομπούζουκο ήτανε η ζωή μου! Ένα ήταν με το χέρι μου. Και τό ‘παιξα αντρίκεια και με αξιοπρέπεια. Γιατί το γούσταρα, εγώ για πάρτη μου κι όχι μονάχα για να φάω, ούτε να χτίσω μέγαρα. Το δούλεψα πολύ, για χρόνια, αίμα στάζαν τα δάχτυλα. Άρπαζα το μπουζούκι και το καρύδωνα, του έκανα κεφαλοκλείδωμα, μέχρι να βγει ζεϊμπέκικο καραντουζένι, σωστό και μετρημένο. Γινόμουνα μονάχος μου ολάκερη ορχήστρα… Είχα το πόδι για κρουστό και βάραγα κλακέτες. Ετούτο είναι το μυστικό στο παίξιμο: το χέρι το αριστερό και το δεξί το πόδι. Ρυθμός όπου σε ξεκοιλιάζει. Δε θέλει μεγάλη ορχήστρα. Σαν παίζεις τις πενιές, μια-μια και στραγαλάτη, χτυπάς το πόδι σου στη γη, μιλάει η καρδιά σου και λέει για τα χρέη της και τα παράπονά της. Και η φωνή κοφτή κι αντρίκεια, όχι να σέρνεται. Να τραγουδάς και να πατάνε οι συλλαβές σα τον τηλέγραφο, έτσι στρογγυλά και καρφωτά στο τέμπο!
Στη δισκογραφία μπήκα το 1933. Στην Odeon γραμμοφώνησα τον πρώτο δίσκο. Μα έτσι, μα αλλιώς, επί τέλους με βάλανε και ετραγούδησα για πρώτη φορά. Μόλις το ετραγούδησα εμείνανε άναυδοι. Εγώ δεν πίστευα ότι είχα καλή φωνή γιατί όταν επήγαινα σχολείο, στην ωδική με είχανε στη δεύτερη φωνή. Δεν ήμουνα στην πρώτη φωνή. Τέλος πάντων, δεν ήξερα ότι και η δεύτερη φωνή έχει αξία. Δεν το ήξερα. Και έβλεπα εδώ που ήταν οι τενόροι, ενώ η δική μου φωνή έπιανε μπάσα. Αλλά ήτανε αυτή η φωνή που ζητάγανε αυτοί ...
Με τη δισκογραφία άρχισαν και οι περιοδείες και η δόξα. Τρεις φορές πήγα στη Θεσσαλονίκη. Πήγα ακόμα στο Βόλο, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα, σε πολλές πόλεις. Για κάθε πόλη που πήγαινα είχα και μία ιστορία για να διηγηθώ, ένα βαρύ ζεϊμπέκικο να χορέψω..
Το ζεϊμπέκικο γίνηκε μαζί με τον κόσμο!.. Ζεϊμπέκικο χόρεψε ο Αδάμ σαν του ‘δωκε το μήλο η Εύα. Και πάλι ζεϊμπέκικο, όλο καημό, χόρεψε όταν τον φύγαν απ’ τον Παράδεισο κι έπεσε στη δουλειά για να τα βγάλει πέρα.

Εγώ από τότες που με θυμάμαι εχόρευα ζεϊμπέκικο. Μόνος μου, ολομόναχος, εγώ και ο Θεός που μ’ έκλεισε απόξω. Με το χορό μου τού ‘λεγα και τα «Πατερ ημά» και το «Πιστεύω». Όλα μαζί σ’ ένα χορό. Κόλαση και Παράδεισο…

Ζεϊμπέκικο δεν έχει μόνο ένα, έχει πολλά, καθένα με τα κόλπα του: απτάλικο, γιουρούκικο, αϊδίνικο και καμηλιέρικο, ζεϊμπέκικο παλιό και το καινούργιο, κοφτό και στριφογυριστό. Καθένα τους μ’ άλλο ρυθμό, με τα δικά του βήματα με τη δικιά του τάξη…
Όλα αυτά τα φόρμαρα στα πόδια μου. Τα πόδια μου τραγούδαγαν. Σβούρα και διάνα, ε!.. Όχι να πέσεις έξω, όχι που να τα χάσεις και να πηδάς εδώ κι κει σαν το κατσίκι!.. Τα μαχαίρια τα βάναμε χάμω σταυρό και ο χορός ολόγυρα, στον τόπο. Εκείνο ήτανε για μας το κέντρο όλου του κόσμου. Τα χέρια παράλληλα στο έδαφος, οι βόλτες πρώτα δεξιά, μετά αριστερά και ύστερα, σταυρώνοντας τα πόδια, καρφί στο χώμα με τα γόνατα. Κι όταν γονάτιζες και χτύπαγες τη γης ήξερες και το τι και το γιατί. Κι άνοιγε η γης απ’ τον καημό...
Έφυγα νωρίς από την Σύρο αλλά όλος ο κόσμος του νησιού μ' αγαπούσε πολύ, διότι κι εγώ ήμουν Συριανός και το είχαν καμάρι οι Συριανοί. Κάθε καλοκαιράκι με περίμεναν να πάω στη Σύρα να παίξω και να γλεντήσει όλη η Σύρα μαζί μου. Το 1935 πήρα μαζί μου τον Μπάτη, τον αδερφό μου τον μικρό και τον πιανίστα Ροβερτάκη και πήγα για πρώτη φορά στη Σύρο, σχεδόν είκοσι χρόνια αφ' ότου έφυγα από το νησί. Πρωτόπαιξα, λοιπόν, σ' ένα μαγαζί στην παραλία, μαζεύτηκε όλος ο κόσμος. Κάθε βράδυ γέμιζε ο κόσμος το μαγαζί κι έκατσα περίπου δύο μήνες. Εγώ, όταν έπαιζα και τραγουδούσα, κοίταζα πάντα κάτω, αδύνατο να κοιτάξω τον κόσμο, τα έχανα. Εκεί όμως που έπαιζα, σηκώνω μια στιγμή το κεφάλι και βλέπω μια ωραία κοπέλα. Τα μάτια της ήταν μαύρα. Δεν ξανασήκωσα το κεφάλι, μόνο το βράδυ την σκεφτόμουν, την σκεφτόμουν... Πήρα, λοιπόν, μολύβι κι έγραψα πρόχειρα την φραγκοσυριανή..
Ούτε και ξέρω πώς την λέγανε ούτε κι εκείνη ξέρει πως γι ' αυτήν μιλάει το τραγούδι. Όταν γύρισα στον Πειραιά, τελείωσα το τραγούδι..
Και τα χρόνια πέρασαν και τα τραγούδια έγιναν πολλά και αγαπήθηκαν από τον κόσμο και να εδώ έφτασα να γράφω την αυτοβιογραφία μου. Tράβηξε η καρδιά μου να γράψω την ιστορία μου. Θέλω να την ιδώ γραμμένη και να τη διαβάσω απ’ την αρχή ώς το τέλος σα να ήταν κάποιου άλλου. Πιστεύω πως έτσι θα ξεθυμάνει το φούσκωμα της καρδιάς που μου σταλάξανε τόσα πολλά και διάφορα, τέτοια που ο καθένας δεν θα ήθελε να τα ’χει στη δική του την ιστορία. Εγώ τα λέω όλα αυτά, που στη ζωή δεν πείραξα κανένα, όπου αγάπησα πολύ, άφησα όνομα καλό και αξιώθηκα να γίνω ποιητής και μπουζουξής, τραγουδιστής και χορευτής, αριστοκράτης και χαμάλης.."

Μία φούντωση, μια φλόγα
έχω μέσα στην καρδιά
λες και μάγια μου `χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά
λες και μάγια μου `χεις κάνει
Φραγκοσυριανή γλυκιά

Θα `ρθω να σε ανταμώσω
κάτω στην ακρογιαλιά
Θα ήθελα να σε χορτάσω
όλο χάδια και φιλιά
Θα ήθελα να σε χορτάσω
όλο χάδια και φιλιά

Θα σε πάρω να γυρίσω
Φοίνικα, Παρακοπή
Γαλησσά και Nτελαγκράτσια
και ας μου `ρθει συγκοπή
Γαλησσά και Nτελαγκράτσια
και ας μου `ρθει συγκοπή

Στο Πατέλι, στο Nυχώρι
φίνα στην Αληθινή
και στο Πισκοπιό ρομάντζα
γλυκιά μου Φραγκοσυριανή
και στο Πισκοπιό ρομάντζα
γλυκιά μου Φραγκοσυριανή

Δεν υπάρχουν σχόλια: