Τρίτη, 1 Αυγούστου 2017

Ναυπάκτου Ιερόθεος: Η πρώτη συνάντησή μου με τον Γέροντα Σωφρόνιο

Σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου Ιεροθέου

Ευχαριστώ τον Σεβασμιώτατο Μητροπολίτη Μολδαβίας κ. Θεοφάνη που με προσκάλεσε σε αυτό το πνευματικό συμπόσιο για να μιλήσουμε για μια μεγάλη σύγχρονη πατερική μορφή, τον Γέροντα Σωφρόνιο Σαχάρωφ, ο οποίος έζησε και εξέφρασε την πατερική παράδοση με την ασκητική, ησυχαστική και εμπειρική θεολογία και σε μερικά σημεία την παρουσίασε με σύγχρονους όρους, που διαφέρουν από τον τρόπο που τους χρησιμοποιούν οι σύγχρονοι μεταπατερικοί θεολόγοι. Γνωρίζω την θεολογική ευαισθησία και την ποιμαντική αγωνία τού Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου σας, γι’ αυτό και εκτιμώ την προσπάθειά του αυτή.
Εισαγωγικά πρέπει να πω ότι με αξίωσε ο Θεός να έχω Γέροντα τον Μητροπολίτη Εδέσσης, Πέλλης και Αλμωπίας Καλλίνικο, με τον οποίο παρέμεινα στην Μητρόπολη δεκαπέντε χρόνια και από τον οποίο παρέλαβα την ησυχαστική παράδοση τής Εκκλησίας και την ορθόδοξη ποιμαντική πείρα και από τον οποίο έλαβα την Χάρη τής ιερωσύνης.
Ήταν ένας θαυμαστός Ιεράρχης με αγάπη για τον Θεό και τους ανθρώπους, με καθαρότητα βίου και θεολογική παιδεία, με ιεραποστολικό ζήλο και οσιακό τέλος. Ο άγιος Παΐσιος όταν τον συνάντησε για πρώτη φορά είπε, κατά την μαρτυρία ενός υποτακτικού του, τού ιερομονάχου π. Παϊσίου:  «Πρώτη φορά βλέπω τέτοιον Δεσπότη! Μέχρι τώρα δεν έχω δει σαν τον Καλλίνικο». Και όταν τού είπαν ότι, πλησιάζοντας προς το τέλος τής ζωής του, έλεγε: «Ελπίζω να με συνοδεύη το έλεος τού Θεού», ο άγιος Παΐσιος είπε: «Όχι απλώς τον συνοδεύει, αλλά τον καταδιώκει το έλεος τού Θεού». Θεράπευσε δαιμονισμένους όσο ζούσε, αλλά και μετά την κοίμησή του επετέλεσε θαυματουργικές επεμβάσεις. (Γι’ αυτό η Εκκλησία τής Ελλάδος απεφάσισε την αγιοκατάταξή του, και εστάλη η απόφαση αυτή στο Οικουμενικό Πατριαρχείο για την τελική πράξη αγιοκατατάξεως).
Αυτά που μού είπε ο Γέροντας Σωφρόνιος, κατά την πρώτη συνάντησή μας  τον Ιούλιο τού έτους 1976, τα προσέλαβα εμπειρικά. Τα είχα διαβάσει προηγουμένως στους Πατέρες τής Εκκλησίας, [...]. Στον Γέροντα Σωφρόνιο βρήκα έναν ζωντανό οργανισμό.
Ο μακαριστός Γέροντάς μου είχε γνήσιο ορθόδοξο φρόνημα και διακατεχόταν από την ατμόσφαιρα τής  πνευματικής ελευθερίας. Δεν με δέσμευσε πνευματικά, δεν ήθελε να με κάνη οπαδό, αλλά μαθητή τού Χριστού. Μέσα σε αυτό το πνεύμα τής ελευθερίας, επειδή έβλεπε τις αναζητήσεις μου, με προέτρεπε να έχω επικοινωνία με αγιορείτες πατέρες για να μυούμαι πιο βαθειά στην ορθόδοξη πνευματική ζωή και χαιρόταν γι’ αυτό.  Έτσι, με την δική του άδεια είχα επικοινωνία με τον Γέροντα Σωφρόνιο, τον οποίον επισκεπτόμουν στην Ιερά Μονή τού Τιμίου Προδρόμου στο Έσσεξ Αγγλίας. Και όταν επέστρεφα από την συνάντηση μαζί του, ζητούσε να μάθη τι μού είπε ο Γέροντας, προκειμένου να ωφεληθή και εκείνος. Διακατεχόταν από το ταπεινό πνεύμα τού γνησίου μαθητού τού Χριστού.
Έτσι, επισκεπτόμουν κάθε χρόνο τον Γέροντα Σωφρόνιο στην Μονή που ησκείτο και ωφελούμουν από την πνευματική αυτή επικοινωνία που είχα μαζί του, την οποία κατέγραψα στο βιβλίο που εξέδωσα με τίτλο «Οίδα άνθρωπον εν Χριστώ».
Στο πρώτο μέρος τού βιβλίου παρουσιάζω την πνευματική αυτοβιογραφία του, δηλαδή πώς ο ίδιος μιλούσε για την ζωή του στα βιβλία που έχουν εκδοθή, και κυρίως ανέλυσα την θεολογία του,  που τον αποδεικνύει εφάμιλλο τών Μεγάλων Πατέρων τής Εκκλησίας. Στο δεύτερο μέρος  παρουσιάζω την καθημερινή ζωή και την πνευματική διακονία τού Γέροντος, κυρίως παρουσιάζω το τι μού έλεγε κατά την πνευματική μας επικοινωνία. Άκουσα από το στόμα του λόγο προφητικό και πατερικό, αισθάνθηκα να παρευρίσκομαι κοντά σε έναν ζωντανό θεολογικό οργανισμό, έναν ζωντανό εμπειρικό θεολόγο. Κάθε λόγος του μπορεί να αναπτυχθή σε μια ιδιαίτερη ομιλία.
Σήμερα προτίμησα να σάς αναλύσω τους λόγους που μού είπε κατά την πρώτη συνάντησή μας, που έγινε τον Ιούλιο τού έτους 1976, δηλαδή πριν σαράντα χρόνια, που ήταν σημαντική. Τα τέσσερα σημεία που μού τόνισε τότε αποτελούν μια ζωντανή θεολογική παρακαταθήκη, η οποία με επηρέασε σε όλη την μετέπειτα ποιμαντική, θεολογική και συγγραφική μου δραστηριότητα, και κατά κάποιον τρόπο αποτελούν την πεμπτουσία τής όλης διδασκαλίας του.
Θα προσπαθήσω να αναλύσω αυτά τα πρώτα λόγια που μού είπε, γιατί αποτελούν την ουσία τής ορθοδόξου πατερικής παράδοσης και δείχνουν τι σημαίνει να έχουμε ορθόδοξο εκκλησιαστικό φρόνημα.
 
1. Η θεολογική ζωή τής μετανοίας
Η συνάντησή μας έγινε σε ένα δρομάκι έξω από τον περίβολο τής Ιεράς Μονής και, σύμφωνα με την συνήθειά του –επειδή έπρεπε λίγο να περπατά, αφού ήταν σε ηλικία ογδόντα χρονών– με προσκάλεσε να συζητήσουμε περπατώντας, για να γίνουμε, όπως συνήθως έλεγε, «περιπατητικοί φιλόσοφοι». Αυτός ήταν ένας φιλόσοφος με την πατερική έννοια τού όρου, αφού είχε την πραγματική φιλοσοφία, που είναι η εμπειρική θεολογία.
Ο Γέροντας Σωφρόνιος ήταν Προφήτης, Απόστολος και Πατέρας τής Εκκλησίας στην εποχή μας, έζησε μέσα σε βαθειά μετάνοια το μυστήριο τής σωτηρίας, είχε θεοπτικές εμπειρίες τού ακτίστου Φωτός και δίδαξε αυθεντικώς καθοδηγώντας τους ανθρώπους και αναπτύσσοντας σε αυτούς την έμπνευση, τον πόθο και την ορμή προς τον Θεό.
Αρχίζοντας την συζήτηση τού είπα ότι αισθανόμουν πως μέσα στην καρδιά μου έβλεπα να υπάρχουν διάφορα πάθη και ήθελα να ελευθερωθώ από αυτά για να έχω πραγματική κοινωνία με τον Θεό.
Εκείνος τότε μού είπε:
«Αρχή τής πνευματικής ζωής είναι η αίσθηση τής αμαρτωλότητος. Ο άνθρωπος αισθάνεται ότι είναι χειρότερος και από τα ζώα και ανάξιος τής αγάπης τού Θεού. Αυτό είναι μια "φυσιολογική" (νόρμαλ) κατάσταση, και εμπνέεται από την Χάρη τού Θεού. Είναι βίωση τής κολάσεως που είναι η αρνητική θεωρία τού ακτίστου Φωτός. Μέσα από το Φως τού Θεού βλέπουμε την κατάστασή μας, όπως προβάλλεται η εικόνα μιας διαφάνειας, όταν πίσω από αυτή υπάρχη φως. Πρέπει να μάς ανησυχή, όταν δεν αισθανόμαστε τα πάθη που υπάρχουν μέσα μας».
Αναλύοντας αυτόν τον λόγο του θέλω να τονίσω ότι η αμαρτία είναι η υστέρηση τής δόξης τού Θεού. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «πάντες γαρ ήμαρτον και υστερούνται τής δόξης τού Θεού» (Ρωμ. γ΄, 23). Αυτό σημαίνει ότι ο Αδάμ και η Εύα πριν την πτώση ζούσαν στον Παράδεισο τον φωτισμό τού νου και μετείχαν τής δόξης τού Θεού. Με την παράβαση τής εντολής τού Θεού έχασαν αυτήν την επικοινωνία με τον Θεό, δηλαδή έχασαν την μέθεξη τής δόξης τού Θεού και περιέπεσαν σε βαθύτατο σκοτάδι. Όλες οι ψυχικές δυνάμεις αντί να κατευθύνωνται προς τον Θεό, τώρα στρέφονται εμπαθώς προς την κτίση, οπότε αναπτύσσονται τα ψυχικά και τα σωματικά πάθη.  Έτσι, όπως γράφει ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός, η αμαρτία είναι η πορεία τού ανθρώπου από το κατά φύσιν στο παρά φύσιν, και κατά συνέπεια η μετάνοια είναι η επιστροφή τού ανθρώπου από το παρά φύσιν στο κατά φύσιν και το υπέρ φύσιν, δηλαδή η μέθεξη τής θεοποιού ενεργείας τού Θεού.
Ο Γέροντας Σωφρόνιος ζούσε συνδυασμένα την νοερά καρδιακή προσευχή με την θεία Λειτουργία, την ησυχαστική παράδοση τής Εκκλησίας με την ευχαριστιακή της ζωή. Ο νους του με τον ησυχασμό εισερχόταν στην βαθεία καρδία, αλλά ο ίδιος ο νους με την θεωρία στην θεία Λειτουργία εισερχόταν σε όλη την ανθρωπότητα και προσευχόταν για τα προβλήματα τών ανθρώπων, κατά το πρότυπο τού Χριστού στην προσευχή τής Γεθσημανή.
Η επαναφορά τού ανθρώπου στην αρχική του ζωή, στην προπτωτική κατάσταση, δεν είναι υπόθεση μιας ανθρώπινης επιθυμίας και μιας ανθρώπινης θέλησης. Κατά την διδασκαλία τού αγίου Μαξίμου τού Ομολογητού η θέληση είναι όρεξη τής φύσεως τού όντος, η οποία προ τής πτώσεως αυτεξουσίως εκινείτο προς τον Θεό, το ακρότατον εφετόν. Όμως, αυτή η φυσική θέληση με την συνδρομή τού διαβόλου και την αποδοχή εκ μέρους τών Προπατόρων αυτής τής συνδρομής έγινε γνώμη, οπότε το φυσικό θέλημα έγινε γνωμικό θέλημα, και δια τής προαιρέσεως πραγματοποιήθηκε η αμαρτία. Έτσι, με την μετάνοια πρέπει το γνωμικό θέλημα να γίνη φυσικό, και να αρχίση πάλι η πορεία τού ανθρώπου προς τον Θεό. 
Αυτή η επιστροφή, δηλαδή η μετάνοια, δεν είναι έργο μόνον τού ανθρώπου, γιατί ο πεπτωκώς άνθρωπος θεωρεί την παρά φύση κατάσταση ως φυσική κατάσταση και είναι επιρρεπής στην αμαρτία. Φυσικά, απαιτείται και η δική του επιθυμία και συγκατάθεση, αλλά κυρίως απαιτείται η ενέργεια τού Θεού. Όλα τα θέματα στην πνευματική ζωή είναι αποτέλεσμα και καρπός τής συνέργειας Θεού και ανθρώπου. Έτσι, η Χάρη τού Θεού ενεργεί στον άνθρωπο, τού αποκαλύπτει την παρά φύση κατάσταση που τού δημιούργησε η αμαρτία, πολλές φορές τού αποκαλύπτει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο άνθρωπος προ τής πτώσεώς του, και τότε αρχίζει η μετάνοια, το κλάμα, ο αγώνας για την θεραπεία, που και αυτό γίνεται με την συνδρομή τής θείας Χάριτος.
Ο σαρκικός άνθρωπος δεν μπορεί από μόνος του να μετανοήση. Μόνο εάν ενεργήση η Χάρη τού Θεού και καταλάβη την παρά φύση κατάστασή του, ότι από άγγελος Θεού έγινε σαρκικός, δηλαδή φόρεσε τους δερμάτινους χιτώνας τής φθαρτότητος και τής θνητότητος, τότε αρχίζει να μετανοή.
Άκουσα από το στόμα του λόγο προφητικό και πατερικό, αισθάνθηκα να παρευρίσκομαι κοντά σε έναν ζωντανό θεολογικό οργανισμό, έναν ζωντανό εμπειρικό θεολόγο. Κάθε λόγος του μπορεί να αναπτυχθή σε μια ιδιαίτερη ομιλία.
Αυτό σημαίνει ότι ο άνθρωπος με την φλογερά μετάνοια, επιθυμεί να μετατρέψη το γνωμικό του θέλημα σε φυσικό και να κινήται αυτεξουσίως προς τον Θεό, θέλει από το παρά φύση να φθάση στο κατά φύση και το υπέρ φύση, να ενωθή με τον Χριστό και δι’ αυτού τού τρόπου να μεθέξη τής Χάριτος τού Τριαδικού Θεού, να γίνη κατά Χάριν Θεός, δηλαδή αυτό που ο Θεός είναι κατά φύση, αυτός να γίνη κατά Χάρη. Έτσι, ο άνθρωπος με την μετάνοια γίνεται κατά Χάρη θεούμενος, πορεύεται στην θέωση και τον αγιασμό.
Ο Γέροντας συνήθιζε να λέγη ότι η Χάρη τού Θεού, όταν έρχεται στην καρδιά τού ανθρώπου, τού αποκαλύπτει τα πάθη που υπάρχουν σε αυτήν, δηλαδή την διαστροφή τών ψυχικών ενεργειών, οπότε αυτή είναι η αρχή τής θεωρίας τού ακτίστου Φωτός, με την αρνητική της μορφή, ως βίωση τής κολάσεως. Και όταν κανείς βιώνη αυτήν την χαρισματική μετάνοια, τότε αυτή η Χάρη τού Θεού, κάποια στιγμή που ο άνθρωπος δεν αναμένει, μετατρέπεται σε Φως. Και το πυρ τής μετάνοιας και το φως τού Θεού είναι άκτιστα. Αυτό θα φανή καθαρά στον επόμενο λόγο τού Γέροντος Σωφρονίου.
 
2. Η χαρισματική βίωση τού Άδου και η ελπίδα τής αναστάσεως
Η μετάνοια, κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο, δεν είναι ψυχολογικής, κοινωνιολογικής και φιλοσοφικής φύσεως, αλλά καθαρά θεολογική, είναι δηλαδή έλευση τής θείας Χάριτος στην καρδιά τού ανθρώπου, και μέσα από αυτήν την όραση τής θείας Χάριτος αντιλαμβάνεται την κατάστασή του και ζητά την σωτηρία του, δηλαδή την συνάντηση με τον Θεό.
Μού είπε ο Γέροντας Σωφρόνιος:
«Στον Γέροντα Σιλουανό αποκαλύφθηκε το "κράτει τον νου σου στον Άδη και μη απελπίζου". Με την Χάρη τού Θεού, αισθανόμαστε την κόλαση και τις φλόγες της, όχι μόνον στην ψυχή, αλλά και στο σώμα. Αυτό είναι σπάνιο χάρισμα τού Θεού. Νόμος τής πνευματικής ζωής είναι ότι πρώτα βιώνουμε αρνητικά τον Θεό ως φωτιά και έπειτα θετικά ως Φως. Από την φωτιά αυτή πέρασαν όλοι οι μεγάλοι άγιοι. Παραμένουμε εκεί, όσο αντέξουμε, στα όρια τής κολάσεως.
Ο Γέροντας Σωφρόνιος όταν μιλούσε για τον άνθρωπο ως πρόσωπο, περισσότερο προτιμούσε να χρησιμοποιή την λέξη υπόσταση και την έβλεπε μέσα από το χωρίο τού Αποστόλου Παύλου, το οποίο αναφέρθηκε προηγουμένως (Εβρ. γ΄,14), δηλαδή μέσα από την προοπτική τής πορείας τού ανθρώπου από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση.
Όταν έρχεται απελπισία αποσυρόμαστε για λίγο με ελπίδα στον Θεό. Οι φλόγες τής κολάσεως καίουν τα πάθη και αυτή η φωτιά μετατρέπεται σε θείο Φως».
Όταν αναλύσουμε αυτόν τον εμπειρικό λόγο τού Γέροντος Σωφρονίου με βάση την διδασκαλία τής Εκκλησίας, τότε θα καταλάβουμε την μεγάλη αξία του.
Είναι βασική διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας ότι η Κόλαση και ο Παράδεισος δεν υπάρχουν από την άποψη τού Θεού, αλλά από την άποψη τού ανθρώπου. Ο Θεός δεν είναι αίτιος τού κακού, για να δημιουργήση έναν κακό τόπο στον οποίο να καταδικαστούν οι άνθρωποι που Αυτός δημιούργησε, αλλά οι άνθρωποι δεν θέλησαν να ζήσουν σύμφωνα με το θέλημα τού Θεού. Ο Θεός ούτε δημιούργησε το κακό ούτε είναι εκδικητικός και τιμωρός. Ο Θεός στέλλει την Χάρη Του σε δικαίους και αδίκους και ανατέλλει τον ήλιο επί πονηρούς και αγαθούς, όπως είπε ο Χριστός (Ματθ. ε΄, 45). Ο Θεός δεν έχει εχθρούς, όπως έχουν οι άνθρωποι που διακατέχονται από τα πάθη.
Ο Μέγας Βασίλειος, ερμηνεύοντας το ψαλμικό χωρίο «φωνή Κυρίου διακόπτοντος φλόγα πυρός» (Ψαλμ. κη΄, 7) λέγει ότι αυτό συνέβαινε στους Τρεις Παίδες που ήταν στην κάμινο τού πυρός. Η φωτιά διακόπηκε στα δύο, και έτσι αφ’ ενός μεν κατέκαιε τους έξω από αυτήν, αφ’ ετέρου δε εδρόσισε τους Παίδες που ήταν μέσα στην φωτιά. Το πυρ έχει δύο ενέργειες, ήτοι την καυστική που καίει και την φωτιστική που φωτίζει. Έτσι, η φωνή τού Κυρίου διαμερίζει τις δύο αυτές δυνάμεις, ώστε το πυρ τής καύσεως να είναι αλαμπές, δηλαδή να καίη χωρίς να φωτίζη, και το φως τής αναστάσεως να είναι φωτιστικό, αλλά άκαυστον, δηλαδή να φωτίζη χωρίς να καίη. Έτσι, τόσο το πυρ τής κολάσεως όσο και το φως τού Παραδείσου είναι άκτιστα, η ίδια Χάρη τού Θεού καίει και φωτίζει, ανάλογα με την κατάσταση τού ανθρώπου.
Την ίδια διδασκαλία συναντάμε και στον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο που γράφει ότι η μέλλουσα ζωή  είναι φως στους καθαρούς κατά την διάνοια, και σκοτάδι σε αυτούς που έχουν τυφλωθή στο ηγεμονικό μέρος τής ψυχής. Ο Θεός είναι και Παράδεισος και Κόλαση, ανάλογα με την κατάσταση τού άνθρωπου, γι’ αυτό γράφει: «Ω Τριάς η πάσί ποτε γνωσθησομένη, τοις μεν τη ελλάμψει, τοις δε τη κολάσει».
Κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο ο Θεός αποκαλύπτει τον εαυτό Του στον άνθρωπο, ο άνθρωπος αισθάνεται ότι ο Θεός είναι πρόσωπο, και όχι μια απρόσωπη ιδέα, αρχίζει να μετανοή, αναπτύσσεται η υποστατική αρχή, δηλαδή η Χάρη τού Θεού ζωγραφίζει το καθ’ ομοίωση πάνω στο κατ’ εικόνα, ενεργοποιείται το κατ’ εικόνα με την θεία Χάρη, και όταν ο Θεός θελήση, τότε ο άνθρωπος συμμετέχει στην δόξα Του, εν Προσώπω Ιησού Χριστού.
Αυτό διδάσκουν και οι ησυχαστές Πατέρες τής Εκκλησίας, αν και χρησιμοποιώ αυτόν τον όρο εντελώς συμβατικά, γιατί όλοι οι Πατέρες, και οι Τρεις Ιεράρχες είναι ησυχαστές, δηλαδή ως ησυχαστές εννοώ αυτούς που δεν ήταν Επίσκοποι, αλλά ασκητές, κυρίως σε ερημικούς τόπους. Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης γράφει ότι το ίδιο το πυρ ονομάζεται «πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Πρόκειται για το υπερουράνιο πυρ που είναι η Χάρη τού Θεού. Έτσι, η ίδια Χάρη που δέχονται οι άνθρωποι σε αυτήν την ζωή, άλλους «καταφλέγει για το έτι ελλιπές τής καθάρσεως», και άλλους «φωτίζει, δια το μέτρον τής τελειότητος». Αυτό θα γίνη και στην μέλλουσα ζωή. Και ο αββάς Ισαάκ ο Σύρος διδάσκει ότι η αγάπη τού Θεού, που είναι η άκτιστη ενέργειά του, ενεργεί με διπλό τρόπο, «τους μεν αμαρτωλούς κολάζουσα», αυτούς δε που τηρούν τα δέοντα «ευφραίνουσα εν αυτή».  
Ο Θεός φανέρωσε τον εαυτό Του στον άγιο Σιλουανό και τού έδειξε ποιος είναι ο φυσικός άνθρωπος και ποια είναι η φυσική κατάσταση τού ανθρώπου που δημιουργήθηκε από τον Θεό. Ο άγιος Γρηγόριος ο Σιναΐτης διδάσκει ότι, αν δεν δούμε πώς μάς δημιούργησε ο Θεός, δεν θα μπορέσουμε να καταλάβουμε πώς μάς κατέστησε η αμαρτία, δηλαδή πώς παραμορφωθήκαμε από την αμαρτία. Μετά την θεωρία αυτή ο άγιος Σιλουανός αισθάνθηκε όλη την παρά φύση κατάσταση τού Αδάμ μετά την πτώση, στην δική του περίπτωση, γι’ αυτό και συνεχώς μιλούσε για τον Αδαμιαίο θρήνο. Πρόκειται για μια εμπειρική κατάσταση και όχι για μια διανοητική και συναισθηματική κατάσταση.
Έτσι, ο άγιος Σιλουανός βίωνε τον Άδη ως σκότος, ως πυρ. Ο νους του είχε κυριευθή από αυτήν την θεωρία. Η θεία Χάρη μέσα στην καρδιά του καθάριζε τα πάθη και αυτό το αισθανόταν ως φωτιά, που έκαιε ακόμη και το σώμα. Βίωνε τις φλόγες τού Άδου και στο σώμα. Αυτό ήταν μια εμπειρική γνώση τού Άδου, δηλαδή τής καταστάσεως τού θανάτου. Άδης στην γλώσσα τής Αγίας Γραφής είναι ο χώρος τού θανάτου, στον οποίο κατέβηκε η ψυχή τού Χριστού μαζί με την θεότητά Του για να τον συντρίψη, είναι οι φλόγες τής Κολάσεως. Και επειδή ο άνθρωπος είναι ψυχοσωματικός, αποτελείται αδιάσπαστα από ψυχή και σώμα, γι’ αυτό στην εμπειρία αυτή μετέχει και η ψυχή και το σώμα. Πρόκειται για την αρνητική εμπειρία τής θείας Χάριτος, για την αρνητική θεωρία τού ακτίστου Φωτός.
Η φυσική θέληση με την συνδρομή τού διαβόλου και την αποδοχή εκ μέρους τών Προπατόρων αυτής τής συνδρομής έγινε γνώμη, οπότε το φυσικό θέλημα έγινε γνωμικό θέλημα, και δια τής προαιρέσεως πραγματοποιήθηκε η αμαρτία. Έτσι, με την μετάνοια πρέπει το γνωμικό θέλημα να γίνη φυσικό, και να αρχίση πάλι η πορεία τού ανθρώπου προς τον Θεό.
Ο άγιος Σιλουανός, όμως, εκείνη την εποχή είχε ζήσει μια καταπληκτική και σπάνια εμπειρία, που συναντάται και στην ζωή μερικών μεγάλων αγίων και ασκητών. Πρώτα είδε το πρόσωπο τού Χριστού μέσα στο Φως. Η ψυχή του απέκτησε ακόρεστη αγάπη τού Θεού και μεγάλη δίψα. Όμως, αυτή η Χάρη έκαιγε τα πάθη του. Έτσι, βιώνει κανείς σε μικρό ή μεγάλο βαθμό την θεία Χάρη ως πυρ που κατακαίει τα πάθη και έπειτα αυτή η ίδια θεία Χάρη μετατρέπεται σε άκτιστο φως τής Βασιλείας τού Θεού. Αλλά επειδή ήταν σπάνια αυτή εμπειρία, δεν μπορούσε να την εξηγήση, όταν μάλιστα είχε βιώσει και την προηγηθείσα εμπειρία τής οράσεως τού Θεού και άναψε η καρδιά του από την αγάπη σε Αυτόν. Έτσι, ο Θεός τού απεκάλυψε την περίφημη εκείνη φράση: «Κράτει τον νου σου στον Άδη και μη απελπίζεσαι». Το καινούριο που προστέθηκε με την αποκάλυψη αυτή τού Θεού είναι το «μη απελπίζεσαι», διότι έτσι δια τής εμπειρίας τών φλογών τού Άδου θα βιώση την Βασιλεία τού Θεού, θα μεθέξη τού ακτίστου Φωτός.
Αυτήν την εμπειρία έζησε και ο Γέροντας Σωφρόνιος, με την μνήμη τού θανάτου που τον είχε κατακυριεύσει και πριν ακόμη γίνη μοναχός, αλλά και με την εμπειρία τού ακτίστου Φωτός, όπως ο ίδιος το περιγράφει με πολύ ωραίο τρόπο στα βιβλία του. Ακριβώς επειδή είχε την ίδια με τον άγιο Σιλουανό εμπειρία, γι’ αυτό και τον κατάλαβε πολύ καλά, τον ερμήνευσε και τον παρουσίασε στο πλήρωμα τής Εκκλησίας.
Αυτήν την εμπειρία το «κράτει τον νου σου  στον Άδη και μη απελπίζεσαι» σε μετριότερη μορφή την ζουν όλοι οι άνθρωποι, ως φλογερή μετάνοια και αναζήτηση με ελπίδα τής συναντήσεως με τον Θεό. Η μετάνοια, δηλαδή η εν Χάριτι αίσθηση ότι απομακρυνθήκαμε από τον Θεό, είναι μια βίωση τής κολάσεως, χαρισματική εμπειρία τού χώρου τού θανάτου, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να υπάρχη και η ελπίδα ότι δια τού θανάτου οδηγείται κανείς στην ζωή. Όσο μεγάλη είναι η κένωση τού ανθρώπου τόσο μεγάλη είναι και η δόξα του, όσο υπομένει κανείς τις φλόγες τής μετάνοιας και τού χαρίσματος τής μνήμης τού θανάτου, τόσο αυτές οι φλόγες θα μετατραπούν σε φως τής Βασιλείας τού Θεού.
 
3. Νοερά προσευχή και θεία Λειτουργία
Οι δύο προηγούμενες διδασκαλίες τού Γέροντος Σωφρονίου έχουν σχέση με την τρίτη διδασκαλία, για την σχέση μεταξύ τής νοεράς προσευχής και τής θείας Λειτουργίας. Και τα δύο αυτά γίνονται μέσα στο πνεύμα τής μεθέξεως τής Χάριτος τού Θεού ως μετάνοιας και ως Βασιλείας τού Θεού.
Μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι αποκόπτουν την θεία Ευχαριστία από την νοερά προσευχή, και άλλοι κάνουν το αντίθετο, δηλαδή αποξενώνουν την νοερά προσευχή από την θεία Λειτουργία. Ο Γέροντας Σωφρόνιος ομιλούσε για τα θέματα αυτά ενωμένα μεταξύ τους.
Μού είπε ο Γέροντας Σωφρόνιος: 
«Η νοερά προσευχή βοηθά να κατεβούμε στο βάθος τής υπάρξεώς μας και να βρούμε την "βαθεία καρδία" και τότε αρχίζει η βαθειά μετάνοια. Τότε η καρδιά γίνεται πολύ ευαίσθητη. Η θεία Λειτουργία, όμως, μάς βοηθά να εισέλθουμε σε όλη την τραγωδία τής ανθρωπότητος και να προσευχηθούμε για τον πόνο τών ανθρώπων. Ζούμε την προσευχή τού Χριστού στην Γεθσημανή και την Σταύρωσή Του στον Γολγοθά. Η θεία Λειτουργία μάς βοηθά να εισδύσουμε σε όλη την ανθρωπότητα και να προσευχηθούμε και για τους κεκοιμημένους και τους αμαρτωλούς. Το "πνεύμα" τής θείας Λειτουργίας είναι το "πνεύμα" τής θυσιαστικής αγάπης, το βάθος τής κενώσεως τού Χριστού, η προσευχή τού Χριστού στην Γεθσημανή, που πρέπει να μιμηθούμε».
Αυτήν την εμπειρία το «κράτει τον νου σου  στον Άδη και μη απελπίζεσαι» σε μετριότερη μορφή την ζουν όλοι οι άνθρωποι, ως φλογερή μετάνοια και αναζήτηση με ελπίδα τής συναντήσεως με τον Θεό. Η μετάνοια, δηλαδή η εν Χάριτι αίσθηση ότι απομακρυνθήκαμε από τον Θεό, είναι μια βίωση τής κολάσεως, χαρισματική εμπειρία τού χώρου τού θανάτου, αλλά ταυτόχρονα πρέπει να υπάρχη και η ελπίδα ότι δια τού θανάτου οδηγείται κανείς στην ζωή.
Οι λόγοι αυτοί τού Γέροντος Σωφρονίου είναι πνευματικά ισορροπημένοι. Πράγματι, η θεία Λειτουργία είναι βίωση τής κενώσεως τού Χριστού και τής Αναστάσεώς Του, μέθεξη τού Σταυρού και τής Αναστάσεως τού Χριστού. Πρόκειται για την θεολογία τού Σταυρού και την θεολογία τής δόξης που είναι όμως ενωμένα μεταξύ τους.
Η θεία Λειτουργία είναι η Βασιλεία τού Θεού, αλλά αυτή η Βασιλεία συνδέει στενά τον Σταυρό με την Ανάσταση. Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναλύει το μυστήριο τού Σταυρού μέσα από την πράξη και την θεωρία, όπως φαίνεται στην περίπτωση τού Αβραάμ και τού Μωϋσή. Ο Αβραάμ εξήλθε από την γη του, τους συγγενείς του και πορεύθηκε μέχρι που τού αποκαλύφθηκε ο Θεός, και ο Μωϋσής έβγαλε τα σανδάλιά του και πλησίασε την φλεγομένη και μη κατακαιομένη βάτο, άφησε την πεδιάδα και ανέβηκε πάνω στο όρος Σινά και είδε την δόξα τού Θεού. Δεν χωρίζεται η θεολογία τού Σταυρού από την θεολογία τής δόξας.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής στην «Μυσταγωγία» του αναλύει την θεία Ευχαριστία ως βίωση τής εσχατολικής καταστάσεως τών δικαίων, ως έλευση τού Χριστού για να κρίνη τους ανθρώπους, ως πορεία τών αγίων με τους αγγέλους στην ουράνια δόξα, ως μέθεξη τού ακτίστου Φωτός. Όμως, αυτό δεν γίνεται απροϋποθέτως, γι’ αυτό προηγουμένως αναλύει το μυστήριο τής θείας οικονομίας, την ενανθρώπηση τού Χριστού για να κηρύξη, να σταυρωθή και να αναστηθή, αλλά και την κατάβαση τού νου στην καρδιά για να γίνη η εσωτερική θεία Λειτουργία.
Με την νοερά προσευχή ο νους, που είναι η λεπτοτάτη προσοχή, ο οφθαλμός τής ψυχής, αποσπάται από το περιβάλλον, τα πάθη και την λογική και εν Χάριτι Θεού κατεβαίνει στην βαθεία καρδία, αυτό που μπορούμε να ονομάσουμε ως παθητικό μέρος τής ψυχής. Εκεί γίνεται μια αδιάλειπτη θεία Λειτουργία, που είναι η ουσία τής πνευματικής ζωής και η προϋπόθεση πραγματικής συμμετοχής στην θεία Λειτουργία στον Ναό. Αυτή η εσωτερική λειτουργία είναι γνωστή στους εμπειρικούς θεολόγους, όπως την καταγράφει επανειλημμένως ο Απόστολος Παύλος στις επιστολές του, όπως για παράδειγμα στην προς Εφεσίους Επιστολή του: «Πληρούσθε εν Πνεύματι, λαλούντες εαυτοίς ψαλμοίς και ύμνοις και ωδαίς πνευματικαίς, άδοντες και ψάλλοντες εν τη καρδία υμών τω Κυρίω» (Εφ. ε΄, 18-19).
Ο Γέροντας συνήθιζε να λέγη ότι η Χάρη τού Θεού όταν έρχεται στην καρδιά τού ανθρώπου, τού αποκαλύπτει τα πάθη που υπάρχουν σε αυτήν, δηλαδή την διαστροφή τών ψυχικών ενεργειών, οπότε αυτή είναι η αρχή τής θεωρίας τού ακτίστου Φωτός, με την αρνητική της μορφή, ως βίωση τής κολάσεως.
Ο νους που κατέρχεται στην καρδιά εν Χάριτι για να αρχίση την λειτουργία τής μετάνοιας και τής καθάρσεως χαρακτηρίζεται από τους Πατέρας τής Εκκλησίας ως  ιερεύς τής θείας Χάριτος, που τελεί την εσωτερική θεία λειτουργία και προσφέρει την λατρεία στον Θεό. Και ο άνθρωπος που κάνει αυτήν την λειτουργία λέγεται «πνευματικόν ιερατείον», κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Σιναΐτη.
Όμως, δεν πρόκειται για απομονωμένη κατάσταση, γιατί αυτό γίνεται εν Χριστώ, με την δύναμη και ενέργεια τού Θεού, και ο ασκητής συμμετέχει στην θεία Λειτουργία στον Ναό και θέλει να κοινωνήση τού Σώματος και τού Αίματος τού Χριστού. Μέσα από την προοπτική τής νοεράς εσωτερικής προσευχής  ο ησυχαστής Ιερεύς αισθάνεται την θεία Λειτουργία ως Βασιλεία τού Θεού και ως εσχατολογική πρόγευση, πρόγευση, δηλαδή, τής αιωνίου ζωής.
Αυτά και τα δύο, ήτοι νοερά προσευχή και θεία Λειτουργία, ήταν ενωμένα στον Γέροντα Σωφρόνιο. Είχε το χάρισμα τής νοεράς προσευχής, αφού αισθανόταν τον νου του να κατέρχεται στην «βαθειά καρδία». Η καρδιά του γινόταν ευαίσθητη και προσέφερε εσωτερική μετάνοια και λατρεία στον Θεό με πνεύμα ταπεινώσεως. Όμως, ήταν και ένας κατανυκτικός λειτουργός, που ζούσε την θεία Λειτουργία ως την Γεθσημανή τού Χριστού και προσευχόταν για όλο το ανθρώπινο γένος, αλλά και ως Γολγοθά και Πανάγιο Τάφο. Η τέλεση τής θείας Λειτουργίας  στον Ναό ήταν διακονία κενώσεως και αγάπης για όλο το ανθρώπινο γένος. Έτσι, είχε αδιάλειπτη νοερά προσευχή, συνεχή μνήμη θανάτου, και κατά την θεία Λειτουργία, αλλά και την θεία Κοινωνία μερικές φορές έβλεπε το άκτιστο Φως, το Φως τής Βασιλείας τού Θεού.
Με άλλες λέξεις ο Γέροντας Σωφρόνιος έβλεπε το άκτιστο Φως, που είναι το Φως τού Τριαδικού Θεού, και κατά την νοερά βαθεία προσευχή, αλλά και κατά την θεία Λειτουργία, και την θεία Κοινωνία τού Σώματος και τού Αίματος τού Χριστού. Αυτό δείχνει την ενότητα που υπάρχει μεταξύ τής ησυχαστικής ζωής, με κέντρο την νοερά προσευχή, και τής μυστηριακής ζωής, με κέντρο την θεία Λειτουργία.
Είναι βασική διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας ότι η Κόλαση και ο Παράδεισος δεν υπάρχουν από την άποψη τού Θεού, αλλά από την άποψη τού ανθρώπου. Ο Θεός δεν είναι αίτιος τού κακού, για να δημιουργήση έναν κακό τόπο στον οποίο να καταδικαστούν οι άνθρωποι που Αυτός δημιούργησε.
Αυτό το βλέπει κανείς στην Α΄  προς Κορινθίους Επιστολή τού Αποστόλου Παύλου. Οι Κορίνθιοι είχαν μεγάλα πνευματικά χαρίσματα, αφού στην εκκλησιαστική κοινότητα τής Κορίνθου υπήρχαν Χριστιανοί που είχαν χαρίσματα προφητείας, θεολογίας, γλωσσολαλιάς, διερμηνείας τών γλωσσών, νοεράς προσευχής, θαυματουργίας κλπ. Και, βεβαίως, τελούσαν και την θεία Λειτουργία, όπως το γράφει ο Απόστολος Παύλος. Δεν ήταν ένα εκκλησίασμα που συμμετείχε στην θεία Λειτουργία μηχανικά και χωρίς χαρίσματα. Το πρόβλημα που υπήρχε στην Εκκλησία τής Κορίνθου ήταν ότι εκδηλώνονταν όλα τα χαρίσματα συγχρόνως και γι’ αυτό χρειάσθηκε ο  Απόστολος Παύλος να βάλη μια τάξη, να καθορίση ένα τυπικό για το πώς θα ενεργούν τα χαρίσματα κατά την διάρκεια τών ευχαριστιακών συνάξεων για την οικοδομή τής Εκκλησίας.
Έτσι, στην αρχαία Εκκλησία τελούσαν την θεία Λειτουργία ως βίωση τής Βασιλείας τού Θεού, αλλά μέσα από τα πνευματικά χαρίσματα, μεταξύ τών οποίων ήταν και το χάρισμα τής νοεράς προσευχής. Δεν μπορεί να υπάρξη διάσπαση μεταξύ αυτών τών χαρισμάτων, δεν μπορεί να τονίζεται μόνον η θεία Ευχαριστία και να υποτιμάται το χάρισμα τής νοεράς προσευχής ή το αντίστροφο.
Υπάρχουν μερικοί σύγχρονοι θεολόγοι που επηρεάσθηκαν από την προτεσταντική θεολογία και ισχυρίζονται ότι στην αρχαία Εκκλησία βίωναν την θεία Λειτουργία ως την Βασιλεία τού Θεού, αλλά αργότερα με την επίδραση τού νεοπλατωνισμού αλλοιώθηκε αυτή η παράδοση και εισήχθη η ησυχαστική παράδοση ως θεραπευτική θεολογία. Τέτοιες απόψεις είναι επικίνδυνες για την εκκλησιασική ζωή και την ορθόδοξη θεολογία.
Ο Γέροντας Σωφρόνιος ζούσε συνδυασμένα την νοερά καρδιακή προσευχή με την θεία Λειτουργία, την ησυχαστική παράδοση τής Εκκλησίας με την ευχαριστιακή της ζωή. Ο νους του με τον ησυχασμό εισερχόταν στην βαθεία καρδία, αλλά ο ίδιος ο νους με την θεωρία στην θεία Λειτουργία εισερχόταν σε όλη την ανθρωπότητα και προσευχόταν για τα προβλήματα τών ανθρωπων, κατά το πρότυπο τού Χριστού στην προσευχή τής Γεθσημανή.
 
4. Η ορθόδοξη διδασκαλία περί προσώπου-υποστάσεως
Στην εποχή μας γίνεται συνεχώς λόγος για τον όρο πρόσωπον τόσο στον Θεό όσο και στον άνθρωπο. Για το θέμα τού προσώπου, κυρίως τής υποστάσεως, έκανε λόγο και ο Γέροντας Σωφρόνιος, αλλά με έναν εντελώς διαφορετικό τρόπο από τα όσα ισχυρίζονται σύγχρονοι μεταπατερικοί θεολόγοι.
Μού είπε κατά την πρώτη εκείνη συνάντηση: 
«Η διδασκαλία περί προσώπου είναι σημαντική για την εποχή μας. Πολλοί ομιλούν για το πρόσωπο φιλοσοφικά και ψυχολογικά, περσοναλιστικά. Όμως, το πρόσωπο είναι αποκάλυψη τού Θεού στον άνθρωπο. Μέσα από την αποκάλυψη-φανέρωση τού Θεού ο άνθρωπος αισθάνεται ότι ο Θεός είναι Πρόσωπο, αλλά και ο ίδιος ο άνθρωπος είναι πρόσωπο και έρχεται σε κοινωνία με τον Θεό πρόσωπο προς Πρόσωπο. Η υποστατική αρχή, που βρίσκεται μέσα μας από την σύλληψή μας, ενεργοποιείται από την αποκάλυψη τού Θεού, την θεωρία τού ακτίστου Φωτός και αυτό είναι η βάση τής ασκητικής και πνευματικής ζωής.
Ο άγιος Ιωάννης ο Σιναΐτης γράφει ότι το ίδιο το πυρ ονομάζεται «πυρ καταναλίσκον και φωτίζον φως». Πρόκειται για το υπερουράνιο πυρ που είναι η Χάρη τού Θεού. Έτσι, η ίδια Χάρη που δέχονται οι άνθρωποι σε αυτήν την ζωή, άλλους «καταφλέγει για το έτι ελλιπές τής καθάρσεως», και άλλους «φωτίζει, δια το μέτρον τής τελειότητος».
Οι Πατέρες προτιμούν να ομιλούν για υπόσταση παρά για πρόσωπο, γιατί η λέξη πρόσωπο μπορεί να οδηγήση σε μια εξωτερική θεώρηση τής εννοίας τού προσώπου, σε έναν περσοναλισμό.
Η υποστατική οδός είναι η πορεία προς μετοχή τής δόξης τού Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού. Οδεύουμε αυτήν την οδό με τα Μυστήρια και την άσκηση».
Οι λόγοι αυτοί τού Γέροντος Σωφρονίου είναι σημαντικοί. Αργότερα, τους ανέλυσε σε μένα περισσότερο, αλλά και ο ίδιος έγραψε σχετικά για το θέμα αυτό, που ήταν κεντρικό σημείο τής διδασκαλίας του.
Παρατηρούμε ότι σήμερα γίνεται λόγος από συγχρόνους θεολόγους για το πρόσωπο στον άνθρωπο, για την κοινωνία τών προσώπων, για την ελευθερία, την βούληση και την θέληση τού προσώπου και πολλά άλλα που συνιστούν τον λεγόμενο περσοναλισμό.
Για το πρόσωπο στον άνθρωπο μιλούσε και ο Γέροντας Σωφρόνιος, αλλά εντελώς διαφορετικά από τους σύγχρονους περσοναναλιστές. Παρατηρώ ότι μπορεί κανείς να μιλήση για το πρόσωπο με την βιβλική, την ψυχολογική και την φιλοσοφική έννοια τού όρου. Και οι τρεις αυτές ερμηνείες είναι διαφορετικές μεταξύ τους.
Οι Προφήτες και οι Απόστολοι είχαν εμπειρία τού Θεού, έβλεπαν τον άσαρκο και σεσαρκωμένο Λόγο μέσα στο Φως. Έτσι τον έβλεπαν και οι Πατέρες τής Εκκλησίας, όπως το συναντάμε στους θεολογικούς λόγους τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου, γι’ αυτό και έλεγαν ότι Φως είναι ο Πατήρ, Φως είναι ο Λόγος και Φως είναι το Άγιον Πνεύμα. Είναι τρία Φώτα και ένα Φως. Αυτό το διαβάζουμε στα κείμενα τού αγίου Σιλουανού τού Αθωνίτου και στα κείμενα τού Γέροντος Σωφρονίου. Ο Θεός αποκαλύπτεται μέσα στο Φως, το οποίο διαφέρει από το κτιστό φως και γι’ αυτό χαρακτηρίζεται άκτιστο.  Έβλεπαν τον Χριστό μέσα στο Φως και δια τού Χριστού απέκτησαν γνώση τού Τριαδικού Θεού.
Οι πρώτοι φιλοσοφούντες θεολόγοι, όπως ο Παύλος Σαμοσατεύς, ο Άρειος, ο Σαβέλλιος κ.α. προσπαθούσαν λογικά να κατανοήσουν τον Θεό, επειδή δεν διέθεταν εμπειρική γνώση τού Θεού, όπως είχαν οι Προφήτες, οι Απόστολοι και οι Πατέρες. Κυρίως χρησιμοποιούσαν την φιλοσοφία τού Πλάτωνα και τού Αριστοτέλη. Έτσι, έκαναν λόγο για ουσία και ενέργεια, για πρόσωπα, με την έννοια τού προσωπείου. Ο Σαβέλλιος έλεγε ότι ένας είναι ο Θεός, και έχει τρία προσωπεία, ήτοι στην Παλαιά Διαθήκη εμφανιζόταν με το προσωπείο τού Πατρός, στην Καινή Διαθήκη με το προσωπείο τού Υιού και στην ζωή τής Εκκλησίας με το προσωπείο τού Αγίου Πνεύματος.
Η Χάρη τού Θεού ενεργεί στον άνθρωπο, τού αποκαλύπτει την παρά φύση κατάσταση που τού δημιούργησε η αμαρτία, πολλές φορές τού αποκαλύπτει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν ο άνθρωπος προ τής πτώσεώς του, και τότε αρχίζει η μετάνοια, το κλάμα, ο αγώνας για την θεραπεία, που και αυτό γίνεται με την συνδρομή τής θείας Χάριτος.
Οι Πατέρες τού 4ου αιώνος έχοντας εμπειρία τού Τριαδικού Φωτός χρησιμοποίησαν την ορολογία τών φιλοσοφούντων θεολόγων και μέσα σε αυτήν πέρασαν την αποκαλυπτική εμπειρία που είχαν. Έτσι, μιλούσαν για το ότι ο Θεός έχει μία ουσία που είναι αμέθεκτη από τον άνθρωπο, μία ενέργεια που είναι μεθεκτή, επίσης ότι ο Θεός είναι Τριαδικός, Πατήρ, Υιος και Άγιον Πνεύμα, έχουν μία ουσία, αλλά είναι τρία Πρόσωπα-Υποστάσεις, και κάθε πρόσωπο έχει την ίδια ουσία, αλλά ιδιαίτερα υποστατικά ιδιώματα. Έτσι είναι Φως ο Πατήρ-πρόσωπο, Φως ο Υιος-πρόσωπο, και Φως το Άγιον Πνεύμα-πρόσωπο.  Δεν ερμήνευσαν το θέμα τού Τριαδικού Θεού φιλοσοφικά, αλλά εμπειρικά, χρησιμοποιώντας την σύγχρονη ορολογία, δηλαδή πέρασαν την θεολογία τής Εκκλησίας στην ορολογία τής εποχής τους, για να αντιμετωπίσουν τους αιρετικούς. Πρόκειται για τα δύο είδη θεολογίας, ήτοι η εμπειρική θεολογία και η πολεμική θεολογία.
Για τον άνθρωπο οι Πατέρες εξακολούθησαν να χρησιμοποιούν την βιβλική ορολογία, ότι, δηλαδή, ο άνθρωπος είναι κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση τού Θεού. Ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος κατ’ εικόνα τού Λόγου, ο Λόγος είναι το πρωτότυπο τής δημιουργίας τού ανθρώπου, γι’ αυτό και ο Λόγος ενηνθρώπησε για να αναπλάση την πεσούσαν εικόνα. Ο Λόγος απεκάλυψε τον Πατέρα, και αυτό έγινε εν Αγίω Πνεύματι. Ο Απόστολος Παύλος χρησιμοποιεί την λέξη υπόσταση, όχι όμως με την έννοια που καθιερώθηκε αργότερα στην φιλοσοφική γλώσσα, αλλά με την έννοια τής πορείας τού ανθρώπου από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση. Γράφει: «Μέτοχοι γαρ γεγόναμεν τού Χριστού, εάνπερ την αρχήν τής υποστάσεως μέχρι τέλους βεβαίαν κατάσχωμεν» (Εβρ. γ΄, 14).
Από σύγχρονους μεταπατερικούς θεολόγους γίνεται συσχέτιση μεταξύ τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος και τού ανθρώπου ως προσώπου. Αυτό σημαίνει ότι αποδεσμεύονται από την θεολογία τών Πατέρων περί τού ανθρώπου ως κατ’ εικόνα και καθ’ ομοίωση τού Θεού και προχωρούν στην φιλοσοφική και ψυχολογική ερμηνεία τού ανθρώπου ως προσώπου. Αυτό είναι απαράδεκτο από θεολογικής πλευράς, γιατί ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς γράφει πως ό,τι υπάρχει στην Αγία Τριάδα δεν ανευρίσκεται πουθενά αλλού στην κτίση. Σε κείμενό του γράφει ότι όλα όσα υπάρχουν στον Τριαδικό Θεό, ήτοι τα τής ουσιώδους ενώσεως, τα τής υποστατικής διακρίσεως και τα τής εντελώς αμιγούς και ασυγχύτου συμφυΐας είναι «υπεράγνωστα και υπεράρρητα». Επίσης, είναι και τελείως αμέθεκτα «διο ουδ’ υπόδειγμά εστι τούτων επί τής κτίσεως  ευρείν». Δηλαδή, δεν μπορεί κανείς να βρη στην κτίση υποδείγματα τού τρόπου υπάρξεως τών Προσώπων τής Αγίας Τριάδος.
Ο σύγχρονος περσοναλισμός είναι εξέλιξη τής ψυχολογικής διδασκαλίας τού ιερού Αυγουστίνου και εξέλιξη τής φιλοσοφικής διδασκαλίας τού Βοηθίου και βεβαίως μια συνάρτηση μεταξύ τής σύγχρονης ψυχολογίας, τού υπαρξισμού και τού γερμανικού ιδεαλισμού. Ο υπαρξισμός απέβαλε την μεταφυσική και έδωσε προτεραιότητα στην ύπαρξη, και ο γερμανικός ιδεαλισμός, όπως εκφράστηκε από τον Κάντ, τον Χαίγκελ, τον Χάιντεγκερ κ.α. είδε τον άνθρωπο μέσα από την προοπτική τής μεταφυσικής.
Παρατηρούμε, λοιπόν, ότι οι σύγχρονοι περσοναλιστές συνδέουν την φύση με την ανάγκη και την αμαρτία, δηλαδή ισχυρίζονται ότι κάθε τι που προέρχεται από την φύση είναι αναγκαστικό και αμαρτωλό, πράγμα το οποίο υποστήριζαν οι Μανιχαίοι φιλόσοφοι και οι Αρειανοί θεολόγοι-αιρετικοί. Κατ’ επέκταση συνδέουν την βούληση-θέληση με το πρόσωπο, πράγμα που υποστήριζαν οι μονοενεργήτες και μονοφυσίτες και κατεδίκασαν οι Πατέρες τής Εκκλησίας και η ΣΤ΄  Οικουμενική Σύνοδος. Γιατί αν γίνη δεκτό ότι η φύση είναι αμαρτία, τότε καταλήγουμε στο ότι ο Θεός δημιούργησε το κακό, και αν υποστηριχθή ότι η θέληση-βούληση συνδέεται με το πρόσωπο, τότε κάθε Πρόσωπο τής Αγίας Τριάδος έχει δική του βούληση-θέληση με αποτέλεσμα να καταργηθή η Τριαδικότητα τού Θεού.
Κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο η βίωση τής υποστατικής αρχής έχει σχέση με την φανέρωση τού Θεού στον άνθρωπο, την ανακάλυψη τού χώρου τής καρδίας, την ανάπτυξη τής νοεράς προσευχής, και τής ορμής προς τον Θεό, την βίωση τής προσευχής τής Γεθσημανή, δηλαδή τής προσευχής για όλο το ανθρώπινο γένος, την μέθεξη τού μυστηρίου τού Σταυρού και τής Αναστάσεως τού Χριστού, την πρόγευση τών εσχάτων από την παρούσα ζωή.
Ο Γέροντας Σωφρόνιος όταν μιλούσε για τον άνθρωπο ως πρόσωπο, περισσότερο προτιμούσε να χρησιμοποιή την λέξη υπόσταση και την έβλεπε μέσα από το χωρίο τού Αποστόλου Παύλου, το οποίο αναφέρθηκε προηγουμένως (Εβρ. γ΄,14), δηλαδή μέσα από την προοπτική τής πορείας τού ανθρώπου από το κατ’ εικόνα στο καθ’ ομοίωση. Το ίδιο βλέπουμε και στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ο οποίος γράφει ότι η ουσία είναι το κατ' εικόνα, ο λόγος, ενώ το καθ' ομοίωσιν, ο βίος, είναι η υπόσταση, και από αυτά τα δύο συμπληρώνεται η αρετή.
Κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο ο Θεός αποκαλύπτει τον εαυτό Του στον άνθρωπο, ο άνθρωπος αισθάνεται ότι ο Θεός είναι πρόσωπο, και όχι μια απρόσωπη ιδέα, αρχίζει να μετανοή, αναπτύσσεται η υποστατική αρχή, δηλαδή η Χάρη τού Θεού ζωγραφίζει το καθ’ ομοίωση πάνω στο κατ’ εικόνα, εργοποιείται το κατ’ εικόνα με την θεία Χάρη, και όταν ο Θεός θελήση, τότε ο άνθρωπος συμμετέχει στην δόξα Του, εν Προσώπω Ιησού Χριστού. Αυτό γίνεται με την μετάνοια, την άσκηση, την τήρηση τών εντολών τού Χριστού, και τα Μυστήρια τής Εκκλησίας, ήτοι το Βάπτισμα, το Χρίσμα και την θεία Ευχαριστία, δηλαδή την όλη εκκλησιαστική ζωή.
Έτσι, κατά τον Γέροντα Σωφρόνιο η βίωση τής υποστατικής αρχής έχει σχέση με την φανέρωση τού Θεού στον άνθρωπο, την ανακάλυψη τού χώρου τής καρδίας, την ανάπτυξη τής νοεράς προσευχής, και τής ορμής προς τον Θεό, την βίωση τής προσευχής τής Γεθσημανή, δηλαδή τής προσευχής για όλο το ανθρώπινο γένος, την μέθεξη τού μυστηρίου τού Σταυρού και τής Αναστάσεως τού Χριστού, την πρόγευση τών εσχάτων από την παρούσα ζωή.
 
Αγαπητοί μου,
Αυτά που μού είπε ο Γέροντας Σωφρόνιος, κατά την πρώτη συνάντησή μας  τον Ιούλιο τού έτους 1976, τα προσέλαβα εμπειρικά. Τα είχα διαβάσει προηγουμένως στους Πατέρες τής Εκκλησίας, γιατί όταν συνάντησα τον Γέροντα Σωφρόνιο είχα διαβάσει πέρα από την Αγία Γραφή, τους Πατέρες τού 4ου αιώνος, κυρίως τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο, καθώς επίσης και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, τους Πατέρες τής Φιλοκαλίας τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, αλλά και μερικά κείμενα τού π. Ιωάννου Ρωμανίδη. Στον Γέροντα Σωφρόνιο βρήκα έναν ζωντανό οργανισμό.
Έτσι, προσέλαβα την διδασκαλία τού Γέροντα Σωφρονίου μέσα στην πατερική αυτή προοπτική, έχοντας τα αυθεντικά πατερικά και εκκλησιαστικά ερμηνευτικά κλειδιά. Με τον τρόπο αυτό κατάλαβα ότι ο Γέροντας Σωφρόνιος είναι διάδοχος τών Πατέρων στην εποχή μας, ο οποίος χρησιμοποίησε μια σύγχρονη ορολογία, αλλά την ενέταξε μέσα στην όλη προφητική, αποστολική και πατερική παράδοση, χωρίς να ταυτίζεται με σύγχρονους φιλοσοφούντες θεολόγους.
Έχω συναντήσει σύγχρονους θεολόγους που παρερμηνεύουν τον Γέροντα Σωφρόνιο, αφ’ ενός μεν γιατί δεν έχουν οι ίδιοι εμπειρία τής θεοπτίας, όπως την έζησαν οι Προφήτες, οι Απόστολοι και Πατέρες, αφ’ ετέρου δε γιατί θέλουν να καλύψουν την δική τους μεταπατερική θεολογία. Όμως, ο Γέροντας Σωφρόνιος δεν προσφέρεται για μια τέτοια ενέργεια, και όσοι το κάνουν αυτό αδικούν τον Γέροντα.
Επαναλαμβάνω και πάλι ότι ο Γέροντας Σωφρόνιος ήταν Προφήτης, Απόστολος και Πατέρας τής Εκκλησίας στην εποχή μας, έζησε μέσα σε βαθειά μετάνοια το μυστήριο τής σωτηρίας, είχε θεοπτικές εμπειρίες τού ακτίστου Φωτός και δίδαξε αυθεντικώς καθοδηγώντας τους ανθρώπους και αναπτύσσοντας σε αυτούς την έμπνευση, τον πόθο και την ορμή προς τον Θεό.


 
Πηγή: Περιοδικό: "Εκκλησιαστική Παρέμβαση" Τεύχος 250 - Μάϊος 2017. Ομιλία στο Ιάσιο Ρουμανίας, την 13η Νοεμβρίου 2016.

Δεν υπάρχουν σχόλια: