Τρίτη, 13 Ιουνίου 2017

Τοπικές και Οικουμενικές Σύνοδοι: Σε τι διαφέρουν και πώς καθιερώθηκαν;




Είναι οι Οικουμενικές Σύνοδοι πιο έγκυρες από τις τοπικές; Γιατί τις συγκαλούσαν Αυτοκράτορες; Πώς λειτουργούσαν οι σύνοδοι πριν τον Μεγάλο Κωνσταντίνο;

π. Ιωάννη Ρωμανίδη
Οι Σύνοδοι διαιρούνται σε Τοπικές, οι οποίες αποτελούνται από επισκόπους των επί μέρους Επαρχιών και σε οικουμενικές, στις οποίες συμμετέχουν όλοι οι Επίσκοποι στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Κατ’ αρχάς, οι αποφάσεις των Συνόδων έχουν μεγάλη σημασία, όπως και τα κείμενα της Αγίας Γραφής, Στην Ορθόδοξη Εκκλησία κάνουμε λόγο για Αγία Γραφή και Ιερά Παράδοση, στην οποία Ιερά Παράδοση, μεταξύ των άλλων, συγκαταλέγονται και οι αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων. Τα κείμενα αυτά είναι φάρμακα για να οδηγηθεί κανείς στην κάθαρση, τον φωτισμό και την θέωση. Μόνον όταν φθάσει κάποιος στην θέωση, στην βίωση των αρρήτων ρημάτων, τότε υπερβαίνονται τα κτιστά ρήματα και νοήματα χωρίς να καταργούνται.
Αρχαιότεροι και εκκλησιαστικότεροι συνοδικοί θεσμοί ήταν οι Τοπικές Σύνοδοι, που συγκαλούνταν στις διάφορες Επαρχίες.
«Εάν δεν γινόταν Οικουμενική Σύνοδος, εάν η Εκκλησία δεν είχε επικρατήσει στη ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, εάν οι αυτοκράτορες δεν είχαν αποφασίσει η Ορθόδοξη Εκκλησία να είναι η επιστήμη Εκκλησία του Κράτους κλπ., τι θα ήταν ο θεσμός; Ο θεσμός θα ήταν αυτό που ήταν πάντοτε; Οι Επίσκοποι οργανωμένοι στις Τοπικές Συνόδους, οι οποίες ήσαν οι Σύνοδοι που ελέγχανε την χειροτονία των Επισκόπων. Αυτοί ελέγχανε την χειροτονία, μετά στέλνανε η μία Σύνοδος στην άλλη ειρηνικές Επιστολές. Κυρίως, όταν εξελέγετο αρχηγός μιας Συνόδου, έστελνε επιστολές σε άλλες Συνόδους, ας πούμε, και ανήγγελε την εκλογή και την χειροτονία. Και αυτοί να στείλουν αντιπροσώπους να συμμετέχουν στην χειροτονία. Λοιπόν, όταν εμφανιζόταν μία αίρεση σε μία Εκκλησία, καταδικαζόταν από την ίδια την Εκκλησία και μετά στέλνονταν οι αποφάσεις σε άλλες Εκκλησίες και όλοι συμφωνούσαν: είναι αιρετικός αυτός που καταδικάζεται».
Τον Άρειο τον κατεδίκασε ως αιρετικό η Τοπική Σύνοδος στην Αλεξάνδρεια, όπου εκείνος υπηρετούσε ως Πρεσβύτερος, όταν υποστήριξε ότι ο Λόγος είναι κτίσμα.
Πριν συγκληθεί η Α' Οικουμενική Σύνοδος είχαν αναφανεί πολλές αιρέσεις στην Εκκλησία και όλες αντιμετωπίσθηκαν από τις Τοπικές Συνόδους. Η Α' Οικουμενική Σύνοδος συγκλήθηκε από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα Κωνσταντίνο για να διαπιστώσει ποια είναι η πίστη της Εκκλησίας. Άλλοι αυτοκράτορες ήθελαν να θεμελιώσουν τον Χριστιανισμό ως επίσημη θρησκεία του Κράτους. Το ίδιο ακριβώς έγινε και με τις μεταγενέστερες Οικουμενικές Συνόδους.
«Υπάρχουν μερικοί ανόητοι που πιστεύουν ότι ο αρειανισμός καταδικάσθηκε στην Α' Οικουμενική Σύνοδο. Αυτό είναι βλακεία. Καταδικάσθηκε στην Αλεξάνδρεια πρώτα. Και η καταδίκη του αρειανισμού στην Αλεξάνδρεια έγινε αποδεκτή από όλες τις Τοπικές Συνόδους της Ορθοδόξου Εκκλησίας και στην Δύση και στην Ανατολή. Ξεκινάει η καταδίκη από την Αλεξάνδρεια, μετά κοινοποιείται η καταδίκη σε όλες τις άλλες Εκκλησίες, γίνεται αποδεκτή η καταδίκη του Αρείου από όλους τους Ορθοδόξους.
Δηλαδή, η ομοιομορφία στην πίστη υπήρχε προ της συγκλήσεως της Συνόδου. Μετά συγκλήθηκε η Α' Οικουμενική Σύνοδος και καταδίκασαν τον Άρειο οι Επίσκοποι, οι οποίοι ήδη τον είχαν καταδικάσει στις Τοπικές Συνόδους. Οπότε, ο αρειανισμός δεν καταδικάσθηκε για πρώτη φορά στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Τώρα, εάν δεν υπήρχε Χριστιανός αυτοκράτωρ και εάν δεν υπήρχε η θέλησις ορισμένων αρχηγών του Ρωμαϊκού Κράτους να θεμελιώσουν το Χριστιανισμό ως θρησκεία του Ρωμαϊκού Κράτους, δεν θα είχαμε Α΄ Οικουμενική Σύνοδο ούτε Β΄ ούτε Ε΄ ούτε Η΄, κλπ. Θα είχαμε Τοπικός Συνόδους των Επισκόπων, οι οποίοι ασχολούνται με την αίρεση, κοινοποιούν την απόφαση σε όλες τις άλλες Συνόδους της Εκκλησίας, οι οποίες άλλες Σύνοδοι αμέσως αναγνωρίζουν ότι αυτός ήταν αιρετικός και καλώς καταδικάσθηκε.
Προ της Α΄ Οικουμενικής Συνόδου δεν είναι η πρώτη αίρεση του Αρείου στην Εκκλησία. Υπήρχαν και άλλες αιρέσεις. Οι πιο χτυπητές αιρέσεις ήταν των Σαβελλιανών και των Σαμοσατιανών. Έχουμε δύο αιρέσεις: του Παύλου Σαμοσατέως δηλαδή και του Σαβελλίου, οι οποίες φαίνονται ότι είναι άκρες αντίθετες, αλλά δεν είναι άκρες αντίθετες».
Οι Οικουμενικές Σύνοδοι στην πραγματικότητα είναι «μια επέκταση και συγχώνευση» όλων των Τοπικών Συνόδων και ήταν αποτέλεσμα της ανάγκης του Κράτους να εισαγάγει τις αποφάσεις των Οικουμενικών Συνόδων στην νομολογία του, ώστε να επικρατεί ενότητα στη ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
«Γιατί έγινε η Α' Οικουμενική Σύνοδος; Διότι έχουμε την αρειανή έριδα, ξέσπασε δηλαδή ο αρειανισμός ως αίρεση στους κόλπους της Εκκλησίας και το Κράτος είχε αναγνωρίσει την Εκκλησία ως θρησκεία της αυτοκρατορίας. Έχουμε μία αναγνωρισμένη Εκκλησία από το Κράτος. Και τώρα οι Επίσκοποι μαλώνουν μεταξύ τους.
Η μία παράταξη είναι οι Αρειανοί και η άλλη είναι οι Ορθόδοξοι, Το Κράτος, εφ' όσον είναι επίσημη θρησκεία του Κράτους, πρέπει να ξέρει τι είναι η πίστη της Εκκλησίας. Οπότε, υποχρεώνεται ο αυτοκράτωρ να καλέσει εκπροσώπους όλων των Ορθοδόξων Συνόδων της Εκκλησίας να συνέλθουν κάπου και να ασχοληθούν με όλα τα θέματα, με το θέμα του Πάσχα, γιατί μια αυτοκρατορία θέλει όλοι οι Χριστιανοί, μέσα στην αυτοκρατορία τουλάχιστον, να εορτάσουν όλοι μαζί το Πάσχα. Οι Μικρασιάτες εορτάζουνε με την ισημερία, την 14η μαζί με τους Εβραίους εόρταζαν το Πάσχα, οποιαδήποτε ημέρα. Όλοι οι άλλοι εορτάζανε το Πάσχα την Κυριακή μετά το Εβραϊκό Πάσχα. Ήτανε πράξη της Εκκλησίας.
Οπότε, και αυτό το θέμα απασχόλησε την Σύνοδο, και μάλιστα ίσως και πολύ περισσότερο από το δόγμα του Αρείου. Ο Άρειος αμέσως καταδικάσθηκε, διότι όλοι ξέρανε ότι ήταν αιρετικός. Δεν έγινε μεγάλη συζήτηση στην Σύνοδο για την διδασκαλία του Αρείου. Οπότε, ήδη ο Άρειος είχε καταδικασθεί από όλες τις Τοπικές Συνόδους, εκτός από τις Συνόδους που δεν υπήρχε Ορθόδοξος Αρχιεπίσκοπος, αφού υπήρχαν ορισμένες Εκκλησίες που είχαν αρειανική τάση.
Πάντως γενικά, εκείνο που κανείς αβίαστα συμπεραίνει από την μελέτη των Πρακτικών των Οικουμενικών Συνόδων, τουλάχιστον όσων σώζονται, είναι ότι αυτή η Σύνοδος είναι μια επέκταση, είναι μία συγχώνευση όλων των Τοπικών Συνόδων και δεν κλήθηκε η Σύνοδος για τις ανάγκες της Εκκλησίας, διότι η Εκκλησία δεν είχε ανάγκη από καμία Οικουμενική Σύνοδο. Όλες οι αιρέσεις που έχουν καταδικασθεί στις Οικουμενικές Συνόδους, είχαν ήδη καταδικασθεί στις Τοπικές Συνόδους. Οπότε, η Εκκλησία δεν είχε ανάγκη από την Σύνοδο αυτή. Το Κράτος είχε ανάγκη της Συνόδου, για να μπορεί να θεσπίσει την Ορθοδοξία και το Κανονικό δίκαιο των Ορθοδόξων Εκκλησιών ως νόμους του Κράτους».
Η Εκκλησία ήξερε ότι ο Άρειος ήταν αιρετικός. Στην Α΄ Οικουμενική Σύνοδο επιβεβαιώθηκε, επικυρώθηκε η αίρεση του Αρείου. Μερικοί, όμως ασχολούνται με τις Συνόδους ωσάν να μάλωναν οι Πατέρες με τον Άρειο λογικά για την αναζήτηση της αλήθειας.
«Και πώς ασχολήθηκε η Α' Οικουμενική Σύνοδος; Απαντούν οι δικοί μας στοχαστικά. Υπήρχε φιλοσοφία των Πατέρων περί Θεού και μαλώνανε μεταξύ τους οι Χριστιανοί φιλόσοφοι περί Θεού, ο Άρειος με τον Αθανάσιο και τον έναν και τον άλλον και μετά ήρθε το Άγιον Πνεύμα για να πει ποιο ήταν το Ορθόδοξο, ποιο ήταν το αιρετικό.
Οπότε, δεν ξέρανε ποιο ήταν το αιρετικό μέχρις ότου έρθει η Σύνοδος και καταδικάσει την αίρεση, δηλαδή. Τότε μαθαίνανε τι είναι το αιρετικό στην Σύνοδο, δηλαδή. Προ της Συνόδου δεν ξέρανε ότι ο Άρειος είναι αιρετικός; Πρέπει να συνέλθει η Σύνοδος για να μας πει ότι ο Άρειος είναι αιρετικός; Είναι σαν να λέμε σήμερα ότι εμφανίζεται ένας κομπογιαννίτης, ένας χασάπης χειρουργός και δύο άλλοι γιατροί δεν το ξέρουν ότι είναι χασάπης, μέχρις ότου συνέλθουν σε μία σύσκεψη και αποφασίσουν ότι είναι χασάπης, δηλαδή. Και δεν ξέρουν ότι είναι χασάπης, επειδή σκοτώνει τους ανθρώπους. Αυτό δεν αρκεί, ότι σκοτώνει τους αρρώστους, πρέπει να το από φασίσουν ότι είναι χασάπης. 
Κάτι παρόμοιο γίνεται, δηλαδή. Δεν ξέρουμε ότι ο Άρειος είναι αιρετικός, επειδή είναι καλός άνθρωπος, διδάσκει ωραία πράγματα, φιλοσοφικά, ωραία, και πρέπει να συνέλθει η Σύνοδος για να δούμε ότι ο Άρειος είναι αιρετικός;».
Η Εκκλησία, όταν εμφανιζόταν κάποια αίρεση, την αντιμετώπιζε με θεολογικά και εκκλησιολογικά κριτήρια. Όταν όμως το Κράτος ήθελε να θεσπίσει εκκλησιαστικούς νόμους για την ενότητα της Αυτοκρατορίας, ήθελε να πληροφορείται επισήμως από τους Επισκόπους όλων των επαρχιών την απόφασή τους. Μέσα στα πλαίσια αυτά λειτουργούσαν οι Οικουμενικοί Σύνοδοι.
«Έχουμε την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο. Καλά, οι Εκκλησίες περίμεναν την σύγκληση της Β΄ Οικουμενικής Συνόδου για να καταδικαστούν οι Πνευματομάχοι και οι Ευνομιανοί; Τους Πνευματομάχους και τους Ευνομιανούς τους είχαν περισυγυρίσει καλά καλά οι ίδιοι οι Επίσκοποι της Εκκλησίας, πριν συγκληθεί η Β΄ Σύνοδος και ήδη ήταν καταδικασμένες διδασκαλίες από Τοπικές Συνόδους και μετά συνέρχεται η Β΄ και καταδικάζει. Επαναλαμβάνει την καταδίκη.
Το ίδιο συμβαίνει και με την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Εκεί ο Νεστόριος, επίσημα πλέον, καταδικάσθηκε από την Σύνοδο της Αλεξανδρείας. Κοινοποιήθηκε η από φάση σε άλλες Συνόδους. Οι δύο Εκκλησίες που δεν δέχθηκαν την απόφαση της Αλεξανδρείας, ήταν η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως, διότι Πατριάρχης ήταν ο ίδιος ο Νεστόριος, και μετά η Εκκλησία της Αντιοχείας, που ήταν διηρημένη, διότι υπήρχαν όλοι οι μαθητές του Θεοδώρου Μομψουεστίας στην Αντιόχεια. Οπότε, υπήρχε μια δυσκολία, και υπήρχε διαφωνία ριζική επάνω στο θέμα του Νεστορίου. Η Εκκλησία της Ρώμης αμέσως κατεδίκασε τον Νεστόριο».
«Μετά έχουμε την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Και πάλι ο Ευτυχής δεν καταδικάσθηκε στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, καταδικάστηκε στις ενδημούσες Συνόδους της Κωνσταντινουπόλεως. Και αυτές οι αποφάσεις έγιναν αποδεκτές από την Ρώμη και από την Αντιόχεια, ενώ η Αλεξάνδρεια ήταν αμφιταλαντευόμενη, επειδή δεν ήταν βέβαιο το τι ήταν η διδασκαλία του Ευτυχούς. Το βέβαιον όμως ήταν ότι κατεδίκασε την αίρεση του Ευτυχούς, χωρίς να αναφέρεται στο πρόσωπο του Ευτυχούς, διότι δεν ήταν βέβαιοι εάν ο Ευτυχής δίδασκε αυτά για τα οποία κατηγορήθηκε».
Επομένως, η Οικουμενική Σύνοδος θεσπίσθηκε από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, προκειμένου να λυθούν τα εκκλησιαστικά ζητήματα που απασχολούσαν όλες τις επαρχίες, ώστε οι αποφάσεις τους να γίνουν νόμοι του Κράτους και να επέλθει ειρήνη στην αυτοκρατορία. Αυτό σημαίνει ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι, δεν αντικαθιστούσαν ή υποκαθιστούσαν τις Τοπικές Συνόδους, αλλά ήταν μια επικύρωσή τους σε οικουμενική βάση. Το Κράτος, όπως απέβλεπε στην πολιτική ενότητα, έτσι ενδιαφερόταν και για την θρησκευτική ενότητά του.
«Οι Οικουμενικές Σύνοδοι είναι ένα συνάθροισμα των Τοπικών Συνόδων σε αυτοκρατορική βάση, δηλαδή είναι ο αυτοκράτορας που καλύπτει την Οικουμενική Σύνοδο, ώστε οι Τοπικές Σύνοδοι να ενημερώσουν το Κράτος, την αυτοκρατορία περί πίστεως και πράξεως της Εκκλησίας. Και τότε ήταν ευκαιρία η Εκκλησία ως σύνολο ή οι Εκκλησίες κατά τόπους να συνέρχονται και να ενημερώνουν το Κράτος περί της πίστεως της Εκκλησίας, καθώς επίσης περί της πράξεως της Εκκλησίας, ώστε οι αποφάσεις που θα έπαιρναν να είναι ομοιόμορφες σε όλη την αυτοκρατορία.
Γι' αυτό, οι κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων δεν είχαν σκοπό να αντικαταστήσουν τους κανόνες των Τοπικών Συνόδων, δηλαδή. Οι Τοπικές Σύνοδοι είχαν κανόνες, δηλαδή υπήρχαν κανόνες των Τοπικών Συνόδων, κανόνες της λειτουργίας της Συνόδου ή τών διαφόρων Εκκλησιών της Συνόδου και ήταν μια ευκαιρία να τυποποιήσουν πλέον την κοινή πράξη της Εκκλησίας, να φτιάξουν κανόνες Οικουμενικών Συνόδων, οι οποίοι θα αναγνωρίζονταν από το Κράτος ως οι νόμοι της Εκκλησίας. Και η διατύπωση της πίστεως και όλα, δηλαδή, της πίστεως».
«Όταν κανείς μελετήσει προσεκτικά τα ιστορικά θεμέλια, τα ιστορικά πλαίσια μαζί με την παράδοση της Εκκλησίας που υπήρχε μέχρι την Α' Οικουμενική Σύνοδο, φαίνεται σαφώς πλέον ότι ξέσπασε αυτή η μεγάλη διαμάχη μεταξύ των Αρειανών και  των Ορθοδόξων και ήθελε το Κράτος να λάβει θέση επάνω στο θέμα αυτό. Διότι υπήρχε η ιδέα ότι ενώ το Κράτος ήταν πάντοτε διηρημένο επάνω στο θρησκευτικό θέμα και υπήρχε μία ένωση που βασιζότανε επάνω στα όπλα κυρίως, επάνω στην αστυνομία, υπήρχε και μία εθνική ταυτότητα μεταξύ των Ρωμαίων, κυρίως μετά την νομοθεσία του Καρακάλλα το 212, που όλοι οι ελεύθεροι πολίτες μέσα στην αυτοκρατορία απέκτησαν την ρωμαϊκή ιθαγένεια και το δικαίωμα το Ρωμαίου πολίτου κλπ., μετά το 212 μέχρι το 313. Εκατόν ένα χρόνια μετά, δηλαδή, υπήρχε η ιδέα ότι, για να μπορεί αυτή η αυτοκρατορία να επιζήσει και να βλαστήσει και να μεγαλώσει, να δυναμώσει κλπ. χρειάζεται και μια θρησκευτική ενότητα μέσα σ' αυτό το Κράτος».
Καίτοι οι Οικουμενικές Σύνοδοι δημιουργήθηκαν από το Ρωμαϊκό Κράτος, εν τούτοις έχουν και την θεολογική τους σημασία, διότι σε αυτές συμμετέχουν Επίσκοποι που συζητούν θεολογικά-δογματικά ζητήματα και επεκτείνουν το έργο των Τοπικών Συνόδων. Αυτό σημαίνει ότι και οι Τοπικές Σύνοδοι, όταν συγκροτούνται με Ορθόδοξες προϋποθέσεις, είναι θεόπνευστες.
«Ο θεσμός των Οικουμενικών Συνόδων είναι καθαρά Ρωμαϊκός και τίποτε άλλο. Εάν δεν είχε αναγνωρισθεί η Εκκλησία από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία, αμφιβάλλω εάν θα είχαμε Οικουμενικές Συνόδους, διότι αυτό ήταν έργο των αυτοκρατόρων, ουσιαστικά.
Γι' αυτό και, μετά την άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, υπάρχει μία άποψη μεταξύ των δικών μας, ότι δεν μπορούμε τώρα να έχουμε Οικουμενικές Συνόδους, εφ' όσον δεν έχουμε αυτοκράτορα. Ξέρετε, οι καθηγηταί του Κανονικού Δικαίου προσπαθούν να αντικαταστήσουν τώρα τον αυτοκράτορα με τον Πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως.
Πάντως, έχουμε από το ένα μέρος το ιστορικό θέμα και από το άλλο μέρος το θεολογικό, δηλαδή το δογματικό. Και προ της αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως εμφανίσθηκε η ίδια σ' εμάς η ιδέα ότι η ανωτάτη εξουσία μέσα στην Εκκλησία, η ανωτάτη εξουσία είναι η Οικουμενική Σύνοδος, και μόνο η Οικουμενική Σύνοδος μπορεί να θεσπίσει αυθεντικά πράγματα τα οποία θα εκτελεί η ιεραρχία κατά την ιστορική εξέλιξη της Εκκλησίας. Και αυτό συνδέεται, σήμερα τουλάχιστον, με το θέμα της θεοπνευστίας. 
Οπότε, συμφωνούν συνήθως όλοι ότι η Αγία Γραφή είναι θεόπνευστη. Υπάρχει θεοπνευστία των συγγραφέων της Αγίας Γραφής, μετά υπάρχουν εκείνοι που πιστεύουν ότι θεοπνευστία υπάρχει και στην Οικουμενική Σύνοδο. Δεν βρίσκονται πολλοί εξ αυτών που δέχονται ότι μπορεί να υπάρχει θεοπνευστία σε μία Τοπική Σύνοδο. Είναι μάλλον σε Οικουμενική Σύνοδο η θεοπνευστία. Εκφράζεται και μέσω της Ιεραρχίας, όταν η ιεραρχία συμφωνεί επάνω σε κάποιο θέμα».
Στις Οικουμενικές Συνόδους οι Πατέρες δεν συμμετείχαν μόνον ως πρόσωπα, αλλά ως εκπρόσωποι ολοκλήρων τοπικών Εκκλησιών. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπήρχε διάκριση μεταξύ των Τοπικών και των Οικουμενικών Συνόδων, ως κατωτέρων των μεν και ανωτέρων των δε. Αλλά μάλλον με την ένδειξη ότι οι Οικουμενικές Σύνοδοι ήταν προέκταση των Τοπικών Συνόδων.
«Οπότε, έχουμε την Ρωμαϊκή Σύγκλητο, την Γερουσία των Ρωμαίων και την Σύγκλητο των Ρωμαίων, έχουμε τον αυτοκράτορα ο οποίος θέσπιζε τους νόμους. Η Σύγκλητος δέχεται τα θεσπίσματα του αυτοκράτορος και έβαζε την σφραγίδα κ.ο.κ. Και όταν ο αυτοκράτωρ υπέγραφε έναν νόμο γινόταν νόμος του Κράτους και συμπεριλαμβανόταν στο Ρωμαϊκό δίκαιο πλέον. Το Κράτος εφήρμοσε την ίδια νομοθετική μέθοδο στα θρησκευτικά θέματα. Οπότε, δεν μπορούσε ο αυτοκράτωρ να αποφασίσει τι είναι το δόγμα της Εκκλησίας. Έπρεπε η Εκκλησία να αποφασίσει. Ο Μέγας Κωνσταντίνος από κάποια έμπνευση, δεν ξέρω αν ήτανε θεοπνευστία ή όχι, συγκάλεσε την Α Οικουμενική Σύνοδο, όχι μόνο για να μάθει τι είναι η πίστη της Εκκλησίας, αλλά για να μπορεί και να θεσπίσει την πίστη της Εκκλησίας.
Οπότε, η Εκκλησία συνέρχεται στην Οικουμενική Σύνοδο, στέλνουν όλες οι Εκκλησίες τους εκπροσώπους και έχει πολύ μεγάλη σημασία ότι εκπροσωπούνται οι Τοπικές Σύνοδοι στην Οικουμενική Σύνοδο. Δεν πάνε οι Επίσκοποι ως Επίσκοποι. Οι Επίσκοποι πηγαίνουν στην Οικουμενική Σύνοδο πάντοτε, ως μέλη της Εκκλησίας στην οποία ανήκουν. Οπότε, ηγέτης της κάθε αντιπροσωπείας είναι ο Μητροπολίτης ή ο Αρχιεπίσκοπος από κάθε Εκκλησία και μετά γίνεται ο Πατριάρχης ή ο εκπρόσωπος του Πατριάρχη.
Οι Επίσκοποι σε κάθε Οικουμενική Σύνοδο δεν μιλάνε ως άτομα, ως μέλη της Πανορθοδόξου Εκκλησίας, αλλά μιλάνε ως εκπρόσωποι της Τοπικής Συνόδου των. Όπως γίνεται σήμερα στην Πανορθόδοξο. Δεν πάνε ο κάθε ένας να εκπροσωπίσει τον εαυτό του στην Πανορθόδοξο, αλλά πηγαίνουν ως εκπρόσωποι της Εκκλησίας των και κάθε Εκκλησία έχει την ίδια εκπροσώπηση, την ίδια ψήφο κ.ο.κ. Γι' αυτό και στα Πρακτικά των Συνόδων που σώζονται, δεν μιλάνε οι Επίσκοποι στις Συνόδους, αλλά μιλάνε οι Μητροπολίτες. Ο πρόεδρος κάθε Συνόδου μιλάει ή κάποιος στον οποίο αναθέτει να πει την γνώμη της Συνόδου. Οπότε, εκφράζεται σε κάθε Οικουμενική Σύνοδο η άποψη της Τοπικής Εκκλησίας.
Το πιο κλασσικό παράδειγμα είναι στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Οι Επίσκοποι της Αιγύπτου, όταν εκλήθησαν να υπογράψουν τα Πρακτικά, είπαν ότι δεν μπορούμε να υπογράψουμε τα Πρακτικά, διότι δεν έχουμε Αρχιεπίσκοπο. Δηλαδή, για να υπογράψουν τα Πρακτικά, έπρεπε να συνεδριάσει η Εκκλησία της Αιγύπτου ως Εκκλησία, με πρόεδρο τον Πρόεδρό της και να αποφασίσει η Σύνοδος της Αιγύπτου να υπογράψουν τα Πρακτικά. Αλλά δεν είχαν Πρόεδρο, διότι ο Διόσκουρος καταδικάσθηκε από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο.
Αυτή η δικαιολόγηση είναι μια τρανή ένδειξη το πώς βλέπουνε οι Τοπικές Σύνοδοι την Οικουμενική Σύνοδο. Δεν θεωρούσαν την Οικουμενική Σύνοδο ανωτέρα από την Τοπική Σύνοδο· βέβαια ούτε και κατωτέρα. Δεν είναι ούτε ανωτέρα ούτε κατωτέρα, είναι απλώς μια προέκταση της Τοπικής Συνόδου. Και αυτό είναι πολύ σημαντικό, ότι η Β΄ Οικουμενική Σύνοδος δεν πρόσθεσε στο Σύμβολο της Πίστεως, αλλά και διόρθωσε το Σύμβολο της Πίστεως βάσει νέας ορολογίας που δεν υπήρχε στην εποχή της Α' Οικουμενικής Συνόδου. Γίνεται μια διόρθωση εξ απόψεως ορολογίας, όχι εξ επόψεως διδασκαλίας ούτε προσθήκη έγινε εξ επόψεως διδασκαλίας. Έγιναν ορισμένες ρυθμίσεις στην ορολογία που είχε επικρατήσει πλέον σε όλες τις Εκκλησίες. Διότι οι Εκκλησίες είχαν κοινή την πίστη αλλά ήθελαν να έχουν και κοινή ορολογία. Δεν ήταν αρκετό πλέον να έχουν κοινή πίστη, πρέπει να έχουν και κοινή ορολογία.
Θεσπίζουν Κανόνες για να έχουν κοινή σύμπραξη όλων των Εκκλησιών μεταξύ τους. Ήτανε μια καλή ευκαιρία να συντονίσουν και το Κανονικό δίκαιο· ήταν μια ευκαιρία, και το κάνανε. Γιατί το κάνανε όμως; Διότι, οι αποφάσεις της Οικουμενικής Συνόδου και οι Κανόνες των Οικουμενικών Συνόδων, εφ' όσον υπογραφούν από τον αυτοκράτορα γίνονται νόμος του Κράτους. Οπότε, έπρεπε αυτή η πράξη της Τοπικής Εκκλησίας να μπει μέσα στο Κανονικό δίκαιο που διαμορφώνεται τώρα για πρώτη φορά βάσει της μεγάλης αυτοκρατορικής ενότητας για να μπορεί να καταχωρηθεί στο Ρωμαϊκό δίκαιο, ώστε να είναι υποχρεωμένος κάθε δικαστής, κάθε Ρωμαίος αξιωματούχος της αυτοκρατορίας, να εφαρμόσει αυτήν την απόφαση που γίνεται πλέον νόμος του Κράτους. Λοιπόν, έχουμε την Α΄ Σύνοδο, την Β΄, κλπ. Και έχουμε μια ολόκληρη σειρά από Οικουμενικές Συνόδους, με αποφάσεις Κανονικές, δογματικές κλπ., που γίνονται νόμοι του Κράτους.
Μέσα σε αυτά τα πλαίσια βλέπει κανείς την Οικουμενική Σύνοδο. Αυτή η μοντέρνα "Ορθόδοξη" αντίληψη, ότι συγκαλείται η Σύνοδος για να μάθει η Εκκλησία τι διδάσκει ή να αποφασίσει τι να διδάξει αυτή, είναι βλακείες, Σκέτη βλακεία. Καμιά σχέση με την πραγματικότητα».
Οι αυτοκράτορες, προκειμένου να συγκροτήσουν Οικουμενικές Συνόδους, πέρα από το ότι ήθελαν να γνωρίσουν τις απόψεις των κατά τόπους Εκκλησιών, ώστε να υπάρξει κοινή νομοθεσία, συγχρόνως είχαν διακρίνει τον θεραπευτικό χαρακτήρα της Ορθοδόξου Εκκλησίας, οπότε ήθελαν να επιβάλουν την Ορθόδοξη πίστη ως ένα θεραπευτικό σύστημα για τους κατοίκους της αυτοκρατορίας. Δηλαδή, ήθελαν να στηρίξουν την συνοχή των πολιτών σε μία αληθινή θεραπευτική μέθοδο.
«Το βασικό κριτήριο του αυτοκράτορα και του Κράτους ήταν ότι ήξεραν πως η Εκκλησία με την κάθαρση και τον φωτισμό θεραπεύει την νοερά ενέργεια. Αυτό όλοι το ήξεραν, δεν υπήρχε άνθρωπος που να μην το ξέρει. Βλέπει κανείς στα Πρακτικά των Συνόδων τον αυτοκράτορα να λέει: "ας κρίνει έκαστος τω νοΐ αυτού". "Έκαστος τω νοΐ αυτού", δεν σημαίνει με την λογική του. Σημαίνει με το πνεύμα που έχει στην καρδιά του».
Σήμερα επικρατεί η άποψη ότι δεν μπορεί να συγκληθεί Οικουμενική Σύνοδος, επειδή δεν υπάρχει ο αυτοκράτωρ για να την συγκαλέσει, γι' αυτό γίνεται λόγος για Πανορθόδοξο Σύνοδο ή για Αγία και Μεγάλη Σύνοδο. Οι πανορθόδοξες Σύνοδοι συγκαλούνται από τον Οικουμενικό Πατριάρχη, ενώ οι γνωστές Οικουμενικές Σύνοδοι συγκαλούνταν από τον Ρωμαίο αυτοκράτορα.
«Έχει δικαίωμα ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως να συγκαλέσει Οικουμενική Σύνοδο με την συναίνεση όλων των άλλων Εκκλησιών. Καλά, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπάρχει τέτοιο δικαίωμα, διότι, εάν οι Ορθόδοξες Εκκλησίες θέλουν να συνβουλευθούν και να συνέλθουν σε μια Σύνοδο, αυτό είναι δικαίωμά τους, δηλαδή.
Αλλά δεν πρέπει αυτό να συγχυσθεί με την παράδοση των Οικουμενικών Συνόδων. Διότι, η παράδοση των Οικουμενικών Συνόδων σημαίνει παράδοση των αυτοκρατορικών Συνόδων. Δηλαδή, όταν λέγανε "οικουμένη" οι Ρωμαίοι, οικουμένη είναι universa Rom ana, στα Λατινικά, είναι η Οικουμενική Ρωμανία, δηλαδή Οικουμενική αυτοκρατορία. Και, όταν λέγανε "οικουμένη" οι Ρωμαίοι, δεν εννοούσαν όλον τον κόσμο, εννοούσαν την αυτοκρατορία.
Γι' αυτό στην Κωνσταντινούπολη υπήρχε οικουμενικός διδάσκαλος, οικουμενικός τούτο και το άλλο, κάθε τι είχε και έναν οικουμενικό, δηλαδή ο πρώτος της αυτοκρατορίας σε οποιαδήποτε θέση αυτός ελέγετο οικουμενικός. Και όχι μόνο Οικουμενικός Πατριάρχης. Δηλαδή, η λέξη "οικουμενικός" στην Κωνσταντινούπολη είχε την έννοια "αυτοκρατορικός", όπως θα λέγαμε σήμερα ο κυβερνητικός τάδε».


Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: