Δευτέρα, 22 Μαΐου 2017

Η καταξίωση του παραλόγου



Ἔρως τῆς Ἐκκλησίας 

Ἀνθρώπινη ἀνάγκη εἶναι νὰ μπαίνουν σ΄ἕνα δρόμο τὰ πράγματα. Φόβοι καὶ δισταγμοὶ καὶ μέχρι τῆς στιγμῆς ποὺ γράφω ἀναστέλλουν κάθε σαφὴ τοποθέτηση. Ἀκούω μιὰ φωνή, ποὺ προσπαθεῖ νὰ μὲ πείσει, ὅτι τοποθετούμενος θὰ πάψω νὰ ὑφίσταμαι, θὰ κονιορτοποιηθῶ ἐντελῶς. Χρόνια τώρα σφυρηλατήθηκα ἀπ΄αὐτὴ τὴν αἴσθηση τῆς κονιορτοποιήσεως. Πιθανὸν νὰ εἶναι συγγενὴς στόν ἄνθρωπο. Πάντως, ὅταν τὸ καλοκαίρι τοῦ 1933 πρωτοπῆγα στὸ Ἅγιον Ὄρος, διατηροῦσα εἰσέτι πολλὲς βεβαιότητες διὰ τὸ συμπαγὲς σχῆμα τοῦ ἐγώ. Ἐξαιτίας αὐτοῦ θυμᾶμαι ἔκλεισα ἀμέσως τὸν Συναξαριστή, ποὺ εἶχα πάρει νὰ διαβάσω, ὅταν συνάντησα τὴ φράση, πὼς ἕνας Ἅγιος ἀπὸ βρέφος ἔδειχνε ὅτι θὰ γινόταν εὐσεβής, ἀποποιούμενος τὸ μαστὸ τῆς μητέρας του καὶ νηστεύοντας κάθε Τετάρτη καὶ Παρασκευή.

Ἀλλὰ ἤδη ἀπὸ τὸ 1937, δὲν ἐκφραζόμουν πιὰ κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο. Διέβλεπα στὴν παραπάνω φράση καὶ σὲ ἄλλες ἀνάλογες μιὰ ἀλήθεια, πού, μὴ ξέροντας πῶς νὰ τὴν ἀποδείξω, γινόμουνα πεισματάρης, νιώθοντας, παράλληλα πρὸς τὸ πεῖσμα μου καὶ ἴσως ἐξαιτίας αὐτοῦ, μιὰ μεγάλη ντροπή, ποὺ δὲ μποροῦσα λογικὰ νὰ κυριαρχῶ τῶν συζητητῶν, ἀλλὰ τὸ ἐναντίον, διαρκῶς ἡττῶμην. Ἡ συνεχὴς ἧττα ἀντίκρυ στοὺς ὑποστηρίζοντας σαφῶς καὶ μὲ λογικὴ τὰ περὶ κόσμου, μόνο καὶ μόνο γιὰ νὰ διατηρήσω τὸ παράλογο ποὺ μέσα μου ἔνιωθα νὰ μεγαλώνει, ἀποτελώντας ὅλη μου τὴ χαρά καὶ τὴ ζωή, τὴν ὥρα πού, μετὰ ἀπὸ μιὰ συναισθηματικὴ κρίση, διατεινόμουν δίχως κανεὶς νὰ μὲ πιστεύει, πὼς ἤμουν ἕνας πεθαμένος ἄνθρωπος, μὲ πλησίαζε ὁλοένα ἐγγύτερα πρὸς τοὺς τρελλούς, ποὺ βλέπουμε νὰ καταφεύγουν, ξένοι πρὸς τὸν τριγύρω κόσμο, στὸ πλῆθος τῶν ναῶν καὶ παρεκκλησίων, ποῦ κοσμοῦν τὴν ἑλληνικὴ γῆ.Ἐνῶ εἶχα ἀρχίσει νὰ περιηγοῦμαι, μᾶλλον σὰν τουρίστας, τὰ μνημεῖα, ποὺ ἄφησε ἡ ὀρθόδοξος χριστιανικὴ πίστη, τῶν ἀειμνήστων βυζαντινῶν μας πατέρων, σὺν τῷ χρόνῳ διαφοροποιούμουνα. Ἀρχιτεκτονική, ζωγραφικὸς διάκοσμος τῶν ναῶν, ποίηση καὶ μουσικὴ τῶν ἐν αὐτοῖς τελουμένων, χωρὶς τὴ σοβαρότητα τῆς ἀντικειμενικῆς ἐπιστημονικῆς ἐρεύνης, ποὺ θὰ μποροῦσε νὰ μὲ ξεκουράσει μὲ τὸν τίτλο τοῦ βυζαντινολόγου, χωρὶς τὴν τάξη τοῦ πιστοῦ ἐκ παραδόσεως, ποὺ λυτρώνεται παρακολουθώντας τακτικὰ τὴ λειτουργία, ἑνούμενα μὲ τὸν πυρήνα τοῦ παραλόγου ἐντός μου, σιγά σιγά ἄρχισαν νὰ μοῦ ἐπιτρέπουν τὴν ἐπικοινωνία μ΄ἕναν ἄλλο κόσμο. Παρ΄ὅλο ποὺ ὁ φόβος, μήπως χαρακτηρισθῶ ὡς ἐξοφλημένο ἀπὸ τὴ ζωὴ γραΐδιον ἢ σωστὰ τρελλός, ἀπὸ τοὺς συνοδεύοντας τὴν ἐκφορὰ τῶν κεκοιμημένων, δὲν μοῦ ἐπέτρεπε τὸν κόσμο αὐτὸ τὸ νέον, νὰ τὸν ὁμολογήσω σὰν βεβαίωση τῆς ἐνταῦθα ζωῆς, διὰ τῆς ὁποίας καὶ πάλιν αὐτὸς βεβαιοῦται. Πέρα ὅμως ἀπὸ κάθε φόβο, μ΄ἐνθουσίαζε στὴν Ἐκκλησία ἡ καταξίωση τοῦ παραλόγου. Ἔνιωθα μὲ ἱκανοποίηση ὅτι, εἰς τοὺς κόλπους της, ὁ καθένας μποροῦσε νά΄χει τὴ θέση του καὶ μάλιστα ἀνεξάρτητα πρὸς τὸ ὑπ΄αὐτοῦ ἐκτελούμενον ἔργο καὶ μόνον ἐκ τῆς προαιρέσεώς του. Πρέπει νὰ ὁμολογήσω, ὅτι πτωχὸς στὸ πνεῦμα, πολλαπλῶς διὰ τῆς Ἐκκλησίας ἐνισχύθην. Ξεφυλλίζοντας τὴν Ἱερὰ Σύνοψη, μποροῦμε ν΄ἀναγνώσουμε, σὲ ἦχο γ΄, τὸ ἔξοχο αὐτόμελο ἐξαποστειλάριο: «Τὸν νυμφῶνά σου βλέπω, Σωτήρ μου, κεκοσμημένον καὶ ἔνδυμα οὐκ ἔχω, ἵνα εἰσέλθω ἐν αὐτῷ· λάμπρυνόν μου τὴν στολὴν τῆς ψυχῆς, Φωτοδότα καὶ σῶσόν με». Ἐὰν ἤθελα μὲ ἐνδύματα δικά μου νά΄μπω στὴν Ἐκκλησία, νὰ προσκυνήσω τὸν ἱερὸ τῆς σωτηρίας νυμφώνα, ὅπου ὁ Θεὸς Αἷμα καὶ Σάρκα προσφέρεται, διὰ τῆς θαυμαστῆς μετουσιώσεως τοῦ ἄρτου καὶ τοῦ οἴνου, ἀσφαλῶς, ἐμποδίζοντάς με, θά΄κλειναν οἱ πόρτες, ὅπως μπροστὰ στὴν ὁσία Μαρία τὴν Αἰγυπτία, ποὺ μόνο ἀφοῦ μετεβλήθη, σκορπίζοντας σὲ σύννεφο φωτὸς τὸ πάγιο σχῆμα τοῦ ἐγώ, ἀξιώθηκε τῆς θείας μεταλήψεως.

Πεντζίκης Νικόλαος Γαβριὴλ

Δεν υπάρχουν σχόλια: