Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Τα Μοναστήρια ως αναγκαιότητα διαφύλλαξης τής εκκλησιαστικής ζωής

π. Ιωάννη Ρωμανίδη
Στην αρχαία Εκκλησία, όπως διασώζεται στις Επιστολές του Αποστόλου Παύλου, οι Χριστιανοί είχαν ενεργώς το Άγιον Πνεύμα, ήταν ναοί του Αγίου Πνεύματος, είχαν το χάρισμα της νοεράς προσευχής και είχαν διάφορα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος. Αυτό μαρτυρούν, μεταξύ των άλλων, οι δύο προς Κορινθίους Επιστολές του Αποστόλου Παύλου. Από αυτούς τους χαρισματούχους πιστούς-λαικούς εξελέγονταν οι Κληρικοί.
Με την πάροδο, όμως, του χρόνου εκκοσμικεύονταν οι κατά τόπους Εκκλησίες και ενορίες, χανόταν αυτή η παράδοση η οποία μετατοπίσθηκε στις ερήμους κατ’ αρχάς και στην συνέχεια στις Σκήτες και τις Ιερές Μονές. Έτσι, στον μοναχισμό επιτυγχανόταν ό,τι και στις ενορίες, κατά την αρχαία Εκκλησία.
«Με την πάροδο του χρόνου φθάνουμε σε ένα σημείο, που αντί να έχουν ψήφο για τον Επίσκοπο οι γιατροί, αποκτούν ψήφο και οι νοσοκόμοι και σιγά-σιγά και οι μάγειροι και οι καθαρίστριες κ.ο.κ. Μέσα στο νοσοκομείο, δηλαδή, με τρόπο δημοκρατικό. Εκτοπίζουν τους Προφήτες, ας πούμε, από την ιεραρχία και αυτοί μαζεύονται πλέον στις ερήμους και γίνονται καλόγεροι σε Μοναστήρια και δημιουργείται μια αντιπαράθεση μεταξύ των Μοναστηρίων και των ενοριών. Γι' αυτό, ένα από τα πρώτα ονόματα του Μοναστηριού είναι νοσοκομείο. Επικρατούσε το ίδιο το Μοναστήρι να λέγεται νοσοκομείο, αντί Εκκλησία.
Και τι ζούσαν μέσα σε αυτό το νοσοκομείο; την Αποστολική ζωή έλεγαν. Αυτή ήταν η Αποστολική ζωή που σώζεται στο Μοναστήρι και όχι τόσο πολύ στις ενορίες. Και βλέπουμε παραδείγματα που πάνε από τον κόσμο προσκυνητές στην έρημο και βρίσκουν τους ερημίτες, δηλαδή, και ο ερημίτης να ερωτάει εάν ακόμα υπάρχει Εκκλησία στον κόσμο. Δεν εννοεί εάν υπάρχουν Επίσκοποι, παπάδες και ενορίτες στον κόσμο, εννοεί εάν υπάρχει η γλωσσολαλία ακόμα στον κόσμο, εάν υπάρχει η νοερά ευχή στον κόσμο, διότι αυτά είναι τα μέλη της Εκκλησίας. Και φθάνουν στο σημείο που εκείνος ο ιδιώτης, ο οποίος λέει το "αμήν", δηλαδή, αυτός είναι ο λαϊκός κατά τους Πατέρες της Εκκλησίας».
«Γι' αυτό ο μοναχισμός δεν είναι καινούριο φαινόμενο στην Εκκλησία. Ο μοναχισμός υπήρχε σε κάθε ενορία, διότι κάθε Χριστιανός ήταν ένας καλόγερος στην αρχαία Εκκλησία».
Στην πραγματικότητα με την εμφάνιση του μοναχισμού και την συγκρότηση των Μοναστηριών συνεχίζει η Εκκλησία τον σκοπό της. Που είναι ο αγιασμός των ανθρώπων. Αυτό, βέβαια, συνεχίζεται και στις ενορίες, από αυτούς που ακολουθούν την Ορθόδοξη διδασκαλία. Οι Επίσκοποι γνώριζαν τα δόγματα και έδιναν κατά την χειροτονία τους την ομολογία ότι θα τα διαφυλάξουν ανόθευτα. Οι Χριστιανοί κατηχούντο από τους Επισκόπους, βάσει των δογμάτων, και μερικοί που είχαν ζήλο πήγαιναν στα Μοναστήρια προκειμένου «να μεταβάλλουν αυτά τα δόγματα σε ζωή», Έτσι, τα Μοναστήρια έγιναν οι χώροι όπου οι άνθρωποι γίνονταν ναοί του Αγίου Πνεύματος, πραγματώνοντας τον σκοπό του Βαπτίσματος και του Χρίσματος. 
«Εάν κανένας δει τον μοναχισμό από αυτής της απόψεως, βλέπει σαφώς ότι το Μοναστήρι του μεσαίωνος και της Τουρκοκρατίας δεν είναι τίποτα άλλο παρά η συνέχεια της ενοριακής ζωής της αρχαίας Εκκλησίας.
Στην αρχαία Εκκλησία κάθε ενορία είχε επικεφαλής τέτοιους Πνευματικούς Πατέρες που είχαν αυτήν την ασκητική και ήσαν ικανοί να οδηγήσουν τους πιστούς στον φωτισμό του νοός κλπ. Και όταν ξέπεσε και χαλάρωσε η ενορία από αυτής της απόψεως, δηλαδή δεν ευρίσκοντο πλέον πολλοί Πνευματικοί Πατέρες να καθοδηγήσουν τον λαό, μετά φούντωσαν τα Μοναστήρια. Ώστε μετά έχουμε μία κατάσταση που η ενορία και η ίδια η επισκοπή, μπορεί να είναι ένα προκαταρκτικό στάδιο και μετά η τελείωση της μεταμορφώσεως του δόγματος σε βίωμα ανατέθηκε στους Πατέρες που συγκεντρώνονταν γύρω από τα ασκητήρια, Μοναστήρια κ.ο.κ.».
Όποιος εισερχόταν στο Μοναστήρι, εκλαμβανόταν ως κατηχούμενος, που έπρεπε να φθάσει στον φωτισμό, δηλαδή να ενεργοποιήσει την Χάρη που είχε λάβει με το Βάπτισμα και το Χρίσμα. Έτσι, η θεραπεία, που είναι η μέθοδος της Ορθοδόξου ζωής, βιώθηκε μέσα στα Μοναστήρια, τα οποία αποτέλεσαν κέντρα πνευματικού και εκκλησιαστικού βίου.
«Όταν αναπτύχθηκε ο μοναχισμός, η πραγματική θεραπεία έφυγε στα Μοναστήρια και μείνανε οι ενορίες. Εκεί γινόταν διάγνωση και θεραπεία. Και επεκράτησε ο Επίσκοπος τουλάχιστον, δηλαδή οι Μητροπολίτες, οι Αρχιεπίσκοποι, οι Πατριάρχες, τουλάχιστον αυτοί, να προέρχονται από τα Μοναστήρια, οπότε έχουμε αγάμους Μητροπολίτες κ.ο.κ. Και φαίνεται ότι επεκράτησε η παράδοση αυτή μεταξύ των αγάμων, κυρίως.
Και γι' αυτό χρειάζεται να διαβάσετε προσεκτικά τον Μέγα Βασίλειο: γιατί φεύγει κανείς στην έρημο κλπ; Διότι η αγαμία και η φυγή είναι διευκόλυνση στην απόκτηση της αενάου μνήμης Θεού κλπ. Είναι διευκόλυνση, διότι όταν κανείς είναι πολυάσχολος και ασχολείται με πολλά θέματα, δεν μπορεί εύκολα να αφοσιωθεί. Διότι είναι μεγάλο αυτό, το να μεταφερθεί η μνήμη Θεού από εδώ (λογική) να πάει κάτω (καρδιά) και μετά να είναι αδιάλειπτη η μνήμη αυτή. Θέλει πολλή άσκηση αυτό το πράγμα, δεν γίνεται εύκολα δηλαδή. Και δεν μπορεί να αποσπάται η προσοχή του ανθρώπου για να φθάσει μέχρι εκεί. 
Όταν, όμως, φθάσει αυτός ο ίδιος που έχει αποκτήσει την ευχή αυτή, την μονολόγιστη ευχή, τότε μπορεί να γίνει Δεσπότης και να ασχοληθεί με την διοίκηση, γιατί έχει την ευχή και ό,τι και να κάνει και όπου να πάει, έχει την ευχή. Οπότε, φεύγει για να αποκτήσει και μετά επανέρχεται. Καταλάβατε; Δεν είναι έτσι. Και επανέρχεται και έχει την ευχή και συνεχίζει να είναι ασκητής».



Πηγή: "Εμπειρική Δογματική τής Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας κατά τις προφορικές παραδόσεις τού π. Ι. Ρωμανίδη" Τόμος Β΄.  Τού σεβ. Μητρ. Ναυπάκτου και αγ. Βλασίου Ιεροθέου.

Δεν υπάρχουν σχόλια: