Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

"Λάζαρε δεύρο έξω"




Τέσσερις μέρες έμεινα
στις φυλακές του Άδη
έχοντας μόνη συντροφιά
το ζοφερό σκοτάδι.

Ήλιος εκεί δεν έβλεπε,
πουλί δεν κελαηδούσε,
δένδρο, φυτό δε φύτρωνε,
λουλούδι δεν ανθούσε.

Γέλια, χαρές δεν άκουσα
μόνο βρυγμούς και πόνους,
φρικτές φωνές και στεναγμούς
από ανθρώπους μόνους.

Ψυχές ανθρώπων που μιλιά
δε βγάζαν μεταξύ τους,
με βήμα αργό, βλέμμα κενό
βάδιζαν στο κελί του.

Σε μια γωνιά απόμερα
σφυχταλυσοδεμένος
καθόμουν κι έκλαιγα κι εγώ
μονάχος ο καημένος.

Θρηνούσα λογιζόμενος
την πρώτη αμαρτία
που έριξε τον άνθρωπο
σ’ αυτή τη δυστυχία.

Κι εκεί που αναρωτιόμουνα
«Τον Άδη πώς θ’ αντέξω»
Μία φωνή με προσκαλεί:
«Λάζαρε δεύρο έξω!»

Μία φωνή τόσο γνωστή
σαν πόππυσμα αιπόλου
μ’ ελευθερώνει απ’ τα δεσμά
του πονηρού διαβόλου.

Τότε κι εγώ σηκώνομαι
για να ακολουθήσω
αυτή τη μακρινή φωνή
και να Τον συναντήσω.

Πέρασα μέρη άγνωστα
που άνθρωπος δεν ξέρει
και νους κανένας δε μπορεί
εικόνα τους να φέρει.

Ανάλαφρη σαν το φτερό
που το φυσά ο αγέρας,
τρέχει η ψυχή μου και θωρεί
ξανά το φως της μέρας.

Φτάνει στο κρύο μνήμα μου
και βλέπει πεθαμένο
το σώμα μου δίχως πνοή
σαβανοτυλιγμένο.

Τι δυσωδία νεκρική
στον τάφο μου δεσπόζει!
Σαπίζει, λιώνει το κορμί
Κι όλος ο τόπος όζει.

Μια δύναμη όμως πάνω του
με ρίχνει. Πάλι σμίγουν!
Ψυχή και σώμα ενώνονται
κι οι οφθαλμοί ανοίγουν!

Ξυπνώ σαν από λήθαργο
ξανά στη Βηθανία,
βλέπω γνωστούς και συγγενείς,
τη Μάρθα, τη Μαρία.

Μα μες στο πλήθος το πολύ
Εκείνος ξεχωρίζει,
Εκείνος που Ανάσταση
με μια λαλιά χαρίζει.

Βλέπω στη θεία Όψη Του
αδαμαντένιο δάκρυ
να κρέμεται τρεμάμενο
απ’ του ματιού την άκρη...

  (ποίημα Σελίμου Β. Παναγιώτου)

Δεν υπάρχουν σχόλια: