Τό βλέπω πώς σοῦ ἒπερνε, ἡ νιότη τά μυαλά σου,
καθώς καθρεφτιζόσουνα, μέ σκέρτσο καί περίσσεια,
νιρβάνα ἀποχαύνωσης, φορώντας τά καλά σου,
σέ μία ἡλιοστάλαχτη, ἀγκάλη πελαγίσια
καθώς καθρεφτιζόσουνα, μέ σκέρτσο καί περίσσεια,
νιρβάνα ἀποχαύνωσης, φορώντας τά καλά σου,
σέ μία ἡλιοστάλαχτη, ἀγκάλη πελαγίσια
κι ὀνόμαζες τήν χάρη σου, Βασίλισσα Σουλτάνα
καί φλόγιζαν τά χρώματα, στό φῶς κι ἀντανακλοῦσαν,
τούς πόθους πού σέ κύκλωναν κι ἢσουν τρελή τσιγγάνα,
ἀδέσμευτη στίς θάλασσες, πού ἒτσι σέ ποθοῦσαν….
καί φλόγιζαν τά χρώματα, στό φῶς κι ἀντανακλοῦσαν,
τούς πόθους πού σέ κύκλωναν κι ἢσουν τρελή τσιγγάνα,
ἀδέσμευτη στίς θάλασσες, πού ἒτσι σέ ποθοῦσαν….


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου