Πέμπτη 20 Φεβρουαρίου 2014

4350 - Αδελφότης Νικομηδαίων. Ο Γερο Αρσένιος ο ξυλογλύπτης και οι υποτακτικοί του



α) Γέρων ρσένιος ξυλογλύπτης.



Καταγόταν ἀπὸ τὸ χωριὸ Βρισιὰ τῆς Μυτιλήνης. Γεννήθηκε τὸ 1866. Τὸ 1885, σὲ ἡλικία 19-20 ἐτῶν, ἦλθε στὰ Καυσοκαλύβια, στὴν Καλύβη τῶν Ἁγίων Πάντων καὶ ὑποτάχθηκε στὸν Γέροντα Νικόδημο, ἁγιογράφο καταγόμενο ἀπὸ τὶς Σέῤῥες. Τὸ 1890 χρημάτισε Δικαῖος. Σὲ κάποια ὑποσημείωση διαβάζουμε ὅτι τὴν χρονιὰ αὐτὴ ὁρίσθηκε στὴν τελετὴ τῆς Μεγάλης Πέμπτης, νὰ βγαίνει ὁ Ἐσταυρωμένος καὶ ὄχι Εἰκόνα, ὅπως συνηθιζόταν παλαιότερα.

Ὁ Γέρων Ἀρσένιος ἔμαθε κοντὰ στὸν Γέροντά του τὴν ἁγιογραφία μὲ τὴν ἐπικρατούσα τότε τεχνοτροπία τῶν Ἰωασαφαίων, δηλαδὴ τὴν ῥωσικὴ τεχνοτροπία, μὲ λάδι. Τὸ ἐργαστήριο τῶν Ἰωασαφαίων εἶχε ἀναγνωριστῇ ὡς Σχολή καὶ ἔπρεπε οἱ ὑπόλοιποι ἁγιογράφοι τῆς περιοχῆς νὰ πηγαίνουν τὶς εἰκόνες καὶ νὰ παίρνουν τὴν ἔγκριση καὶ τὴν σφραγίδα τῶν Ἰωασαφαίων, γιὰ νὰ εἶναι δεκτὲς ἀπὸ τοὺς ἀγοραστάς, οἱ ὁποῖοι τότε ἦσαν κυρίως Ῥώσοι.

Ἀυτὸ ὅμως ἔφερε ἀρκετὲς δυσκολίες, καὶ δὲν τὸ ἀποδεχόνταν ἀρκετοὶ Πατέρες, ὅπως καὶ ἡ συνοδεία τοῦ Γέροντα Νικοδήμου. Ἀποστέλλεται γιὰ αὐτὸ ὁ μοναχὸς Ἀρσένιος στὸν Γέροντα μοναχὸ Γρηγόριο Κατσάνο, ἐξαιρετικὸ ξυλογλύπτη καὶ θαυμάσιο δάσκαλο, στὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Εὐθυμίου στὸν Ἅγιο Νεῖλο, νὰ μάθει πλέον τὴν ξυλογλυπτικὴ τέχνη. Γρήγορα προοδεύει, καὶ ἀπὸ τὰ ἁπλὰ ἁγιασματάρια (σταυρούς), μὲ τὶς σχεδιαστικὲς γνώσεις ποὺ εἶχε ἀπὸ τὴν ἁγιογραφία, κατέληξε νὰ γίνει ἄριστος ξυλογλύπτης εἰκόνων καὶ πολύπλοκων παραστάσεων. Ὁ Γέρων Νικόδημος ἀπεβίωσε τὸ 1907, στὴν Καλύβη τῶν Ἁγίων Πάντων. Λίγο ἀργότερα συνέβη μεγάλη καταιγίδα καὶ διαπέρασε ὑπογείως τῆς Καλύβης ῥεῦμα ὕδατος πρὸς τὴν θάλασσα. Ἀπὸ τὴν ὁρμή, παρασύρθηκε τὸ μέρος τῆς Καλύβης ποὺ εἶναι πρὸς τὴν θάλασσα. Φοβούμενοι μήπως καταστραφεῖ καὶ ἡ ὑπόλοιπη Καλύβη μὲ τὴν ἐκκλησία τῶν Ἁγίων Πάντων, ἀγόρασαν τὴν Καλύβη τῆς Ζωοδόχου Πηγῆς, μὲ Γέροντα πλέον τὸν μοναχὸ Ἀρσένιο, καὶ συνοδεία τὸν μοναχὸ Γερμανὸ ἀπὸ τὸ Ἀλιβέρι Καρυστίας, τὸν ἱερομόναχο Νικόδημο ἀπὸ τὴν Σμύρνη, μὲ τὸν ἀνηψιό του πατρὸς Νικοδήμου τὸν ἱερομόναχο Ἐπιφάνιο.


Αρσένιος μοναχός Καυσοκαλυβίτης, ο ξυλογλύπτης (1866-1956)
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)



Ἡ ἡσυχία πάντοτε ἐνισχύει τὸν μοναχὸ ποὺ θέλει νὰ ζήσει ἔντονη πνευματικὴ ζωή, καὶ νὰ ἑνωθῇ μὲ τὸν Θεό. Ἕνα ἐξαιρετικὸ παράδειγμα ἀποτελεῖ ὁ μοναχὸς Ἀρσένιος. Ἀγαποῦσε τὴν ἡσυχία καὶ μὲ τὴν σιωπή του πέρασε τὴν παρούσα ζωή, ἀθόρυβα.

Ἦταν ἐπιτηδειότατος στὴν ξυλογλυπτικὴ τέχνη. Ἔκανε μεγάλα ξυλόγλυπτα ἔργα γιὰ τὶς βασιλικὲς οἰκογένειες τῆς Ἑλλάδος, τῆς Ῥουμανίας καὶ τῆς Βουλγαρίας. Φιλοτέχνησε ἐπίσης καὶ τήν· νάστασις τν Νεκρν, καὶ μία παράσταση τῆς Σταυρώσεως, μὲ ἐπιγραφή· ΤΕΤΕΛΕΣΤΑΙ, τὰ ὁποῖα βρίσκονται στὴν Ἀμερική. Ἑτέρα δὲ παράστασις κοσμεῖ τὸ Συνοδικὸν τῆς Μεγίστης Λαύρας. Ἔκανε καὶ ἄλλα σπουδαῖα ἔργα, σκορπισμένα σήμερα σὲ ὅλον τὸν κόσμο. Τὴν τέχνη τῆς ξυλογλυπτικῆς δίδαξε ὁ Γέρων Ἀρσένιος καὶ σὲ ἄλλους μοναχοὺς τῆς περιοχῆς. Ἕνας ἀπὸ τοὺς εὐδοκιμώτερους μαθητάς του ὑπῆρξε ὁ Γέρων μοναχὸς Δανιὴλ Πετράκης, ἀπὸ τὴν Καλύβη τοῦ Ἁγίου Εὐσταθίου.

Ὁ Γέρων Ἀρσένιος τηροῦσε τὰ τυπικὰ τῶν παλαιοτέρων Πατέρων. Πρὶν ἀπὸ τὴν Θεία Κοινωνία νήστευε τρεῖς μέρες, ὅπως καὶ ἄλλο βιασταὶ Πατέρες, καὶ τὸ βράδυ πρὶν ἀπὸ τὴν Θεία Μετάληψη ἔκανε ἀγρυπνία μὲ τὴν ἀκολουθία τοῦ Ἁγίου τῆς ἡμέρας, τὸν κανόνα του καὶ μὲ πλούσιο κομποσχοίνι συμπλήρωνε τὴν ὑπόλοιπη ὥρα τῆς νύκτας. Μεταλάμβανε συνήθως κάθε Σάββατο στὸν κοιμητηριακὸ Ναό. Τὴν λειτουργία τὴν ἔκαναν τότε πολύ πρωί. Τελείωνε δύο ὥρες πρὶν ξημερώσει, γιὰ νὰ ἐξυπηρετηθοῦν οἱ ἀγρυπνοῦντες καὶ νὰ ἔχουν μετὰ χρόνο νὰ ἀναπαυθοῦν, ὥστε νὰ ἀντέξουν τὸν κόπο τῆς ἡμέρας.

καλλιτεχνική του ψυχή, γράφει ὁ π. Χερουβεὶμ Καράμπελας, στίς· Νοσταλγικς ναμνήσεις του, ταν γιασμένη π τν σκηση. Τν ργασία του τν συνόδευε πάντοτε νηστεία κα προσευχή. Στ πρόσωπό του βλεπες τν νθρωπο πο ζοσε μόνο γι τν Θεό, κα πηρετοσε μ τν λεπτότατη τέχνη. Τ μάτια του φωτεινά, σν μικρο παιδιο. Τ λευκό του πρόσωπο, χωρς καμία γεροντικ υτίδα κτινοβολοσε, ν σπρη γενειάδα τν κανε περισσότερο σεβάσμιο. λους σους εχαν τν ελογία π τν Θε ν τν γνωρίσουν, τος συνέπαιρνε. Τ σοφ λόγια βγαιναν π μι γιασμένη καρδιά. Ἔψαλλε ταπεινά, καὶ κατανυκτικά, στὸ Κυριακό. Ἡ ἀνάγνωση τοῦ Ἁγίου Ἐπιφανίου στήν: Ες δου Κάθοδο, τὸ βράδυ τῆς Ἀναστάσεως, ἦταν πάντοτε δική του. Ἦταν μεγάλης ἀντοχῆς, οὐδέποτε φόρεσε μάλλινες φανέλες, ἐργαζόμενος 12-14 ὥρες ἡμερησίως μεταξὺ θύρας καὶ παραθύρων ἀνοικτῶν, μὴ λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τὸ ῥεῦμα. Κανένα ἀπὸ τὰ δόντια του δὲν ἔλειπε μέχρι τὴν μέρα τοῦ θανάτου του. Ἔπαθε ἡμιπληγία, ἐνῶ ἤδη εἶχε χάσει τὸ φῶς τῶν ὀφθαλμῶν του ἀπὸ τριετίας. Ἔμεινε κλινήρης, ἔπαθε καὶ ἀγκύλωσις τῶν ποδιῶν, διατήρησε ὅμως μέχρι τέλους τὴν διανοητικὴ διαύγεια.

Κοιμήθηκε στὶς 24 Δεκεμβρίου τοῦ 1956, σὲ ἡλικία 90 ἐτῶν.





αα) ποτακτικός το Γέροντος ρσενίου, παπα-Νικόδημος



Ὁ ὑποτακτικός τοῦ Γέροντος Ἀρσενίου, παπα-Νικόδημος, εἶχε τελειώσει τὸ Σχολαρχεῖο, καταγόταν ἀπὸ τὴν Σμύρνη καὶ γεννήθηκε τὸ 1880. Στὸ Ἅγιον Ὄρος ἦλθε τὸ 1898, μόλις δεκαοχτὼ χρονῶν. Προχώρησε ἀνδρείως τὸν δρόμο τῆς ἀφιερωμένης ζωῆς. κάθε σαρκικὴ κλήση καὶ ἐπιθυμία ἐσφάγη στὸν βωμὸ τοῦ πνεύματος. Ὁδηγήθηκαν τὰ βήματά του στὴν ἔρημο τῶν Καυσοκαλυβίων, στὴν ἁγιοτόκο αὐτὴ Σκήτη μὲ τὰ λαμπρὰ πρότυπά της.

Κοντὰ στὶς ἀρετές, θαυμαστὰ ἦσαν καὶ τὰ ἔργα τῆς μεγάλης ὐπομονῆς των, τὰ ἐξαιρετικὰ καὶ πολυσύνθετα ξυλόγλυπτα, τὰ ὁποῖα μαζὶ μὲ τὸν Γέροντά του καὶ τὸν παράδελφό του μοναχὸ Ἀρσένιο τεχνούργησαν ὑπογράφοντας: ργον Συνοδείας Νικοδημαίων.

Καθημερινῶς ἱερουργοῦσε μὲ ἄκρα εὐλάβεια ὁ παπα-Νικόδημος. Ὑπῆρξε ξακουστὸς πνευματικός, στὸν ὁποῖον πήγαιναν νὰ ἐξομολογηθοῦν ἢ νὰ πάρουν τὶς συμβουλές του πολλοὶ Πατέρες τοῦ Ἁγίου Ὄρους. Εἶχαν στενὲς σχέσεις μὲ τὸν μητροπολίτη Μιλητουπόλεως Ἱερόθεο, ὁ ὁποῖος ἀρκετὲς φορὲς φιλοξενεῖτο στὴν Καλύβη τους. Τὸν προσκαλοῦσαν σὲ διάφορες μητροπόλεις μέσω τῆς Μονῆς γιὰ ἐξομολόγηση καὶ ἡ διακονία του αὐτὴ εἶχε πλούσια καρποφορία. Ἡ ἀνταπόκρισις ποὺ εἶχε στοὺς λαϊκοὺς ἀδελφοὺς τὸ ἔργο του ὡς Πνευματικοῦ καταφαίνεται καὶ στὸν παρακάτω ἐπικήδειο ποὺ ἐκφώνησε τὴν 25η Αὐγούστου 1936, ὁ διδάσκαλος Κωνσταντῖνος Βαλάτης, ποὺ ἐξομολογοῦνταν σὲ αὐτόν:



Πανοσιώτατε Πάτερ κα Πνευματικέ μου.

Ξένος κα γ στν ξένη γ, στν για τούτη χώρα,

ρχομαι σν διδάσκαλος ν σο προσφέρων δρα.

χι λιβάνι κα κερί, λάδι γι τν ψυχή σου

μόνο κενα πο μέσα μου νιώθω πς στν ζωή σου

κτέλεσες κα πραξες κα μ τ παραπάνω.

Γι ατ νομίζω πς ποτ τ λόγια δν φτάνουν.

Πάτερ μου, πόσο σ’ γαπ, πόσο πον γι σένα

κα καρδιά μου θλίβεται, προπάντων ‘δ στ ξένα.

γνώρισα Πνευματικούς, γνώρισα Πατέρας,

εσαι π τος σπάνιους, σ σένα πρέπει γέρας.

Α ρεταί σου λάμπουνε, χαρίσματα τ τόσα

κα πο ν τ ξιστορ μ τν φων τν ζσα;

Παρηγορι πνευματική, πνευματικ στολίδι

τ μόνο σ στν Σκήτη μας δν θ ξαναΐδει.

ν ζησες ες τν ζω πενήντα τόσα χρόνια,

μως πολιτεία σου θ ζ πάντα αώνια.

ματαιότης δι σ εναι μηδν ες λα,

διότι τν πέφυγες κα ζοσες δίχως λόγια.

Πράξεις κα ργα πάντοτε, παντο πο πγες

λήθεια διεκήρυττες, γία ζω διγες.

Ποιός θ ξεχάσει, Πάτερ μου, τν τόση καλωσύνη

τ ταπειν χαμόγελο ζωγραφιστ στ χείλη;

Ποιός θ ξεχάσει, Πάτερ μου, τ λόγια τ χρυσά,

πο βγαιναν μετρημένα κα σαν ταπεινά.

Ποιός θ ξεχάσει, Πάτερ μου, τώρα τ τελευταα

πο τόσα ‘σ πέφερες, λλ πολ γενναα;

Κανείς, κανες δν βρίσκεται, λλ’ λοι ο Πατέρες,

εναι σιμά σου βρίσκονται, χ πόσες μέρες.

Κι ὅσο ὀλίγοι εἶναι ἐδῶ, τόσο πολλὴ ἡ δόξα.

Κοιμήθηκε νέος, (56 ἐτῶν), στὶς 24 Αὐγούστου τοῦ 1936.







αβ) τερος ποτακτικός το Γέροντος ρσενίου, παπα-πιφάνιος.



Επιφάνιος ιερομόναχος Καυσοκαλυβίτης (1911-1988)
(Φωτογραφία: Σπύρος Μελετζής, 1950)



Στὴν συνοδεία εἶχε προστεθῆ καὶ ὁ ἀνιψιὸς τοῦ προειρημένου Νικοδήμου, Ἐπιφάνιος, τὸν ὁποῖο εἶχε πάρει κοντά του ἀπὸ μικρό, μόλις 13 ἐτῶν, τὸ 1922. Σὰν μικρὸς ποὺ ἦταν ἔπαιζε, καὶ ὅταν τὰ μουλάρια κουβαλοῦσαν ξύλα, ἔτρεχε καὶ πηδοῦσε πάνω τους γιὰ νὰ κάνει περιπάτους. Τοῦ εἶχαν φτιάξει καὶ μία βαρκούλα μὲ ἐλατήριο ποὺ κούρδιζε γιὰ νὰ παίζει στὴν στέρνα τῆς Καλύβης. Πέρασαν τὰ παιδικὰ χρόνια μαζὶ μὲ τὴν ἐκμάθηση τῆς ξυλογλυπτικῆς καὶ τὴν εἰσαγωγή του στὰ μοναχικὰ καθήκοντα, καὶ στὸ 18ο ἔτος τῆς ἡλικίας του, τὸ 1927, ἔγινε μοναχός. Τὸ 1929 ἱεροδιάκονος καὶ ἱερομόναχος τὸ 1936. Διακόνησε ἀρκετὰ χρόνια τὴν Σκήτη καὶ τὸ Κυριακό.







αγ) τερος ποτακτικός το Γέροντος ρσενίου, μοναχς Γερμανός.



Ὁ ἄλλος ὑποτακτικὸς τοῦ Γέροντα Ἀρσενίου, ὁ μοναχὸς Γερμανός, ἀνέλαβε νὰ μεταφέρει τὰ δύο περίφημα μεγάλα ξυλόγλυπτα ποὺ ἀναφέραμε στὴν Ἀμερικὴ πρὸς πώληση. Ἐκεῖ, μέχρι νὰ βρεῖ ἀγοραστάς, ἐπειδὴ τὰ ἔργα αὐτὰ ἦταν μεγάλης ἀξίας, ἄργησε καὶ ἀμέλησε κάπως τὰ μοναχικά του καθήκοντα. Ἀλλά, καὶ ὅταν τελικὰ τὰ πώλησε, παρέτεινε τὴν διαμονή του στὸ φθοροποιὸ αὐτὸ περιβάλλον. Ἡ φιλάνθρωπη ὅμως πρόνοια τοῦ Θεοῦ, ἐπέτρεψε νὰ πάθει παράλυση, ἡ ὁποία τὸν καθήλωσε στὸ κρεβάτι. Αὐτό, ἔγινε ἀφορμὴ νὰ ποθήσει τὸν εὐλογημένο τόπο ποὺ εἶχε ἀφήσει. Ἄρχισε νὰ θερμοπαρακαλῇ τὴν προστάτιδα του Κελλιοῦ τους Ζωοδόχο Πηγή, τὴν ἔφορο τοῦ Ἁγίου Ὄρους, νὰ τὸν θεραπεύσει μὲ τὴν ὑπόσχεση νὰ ἐπιστρέψει κοντά Της. Ἡ Παναγία, δὲν ἄργησε νὰ ἀνταποκριθῇ στὶς ἱκεσίες τοῦ παιδιοῦ Της. Ὁ π. Γερμανός, μετὰ ἀπὸ λίγο καιρὸ θεραπεύτηκε τελείως καὶ ἀμέσως ἐκπλήρωσε τὴν ὑπόσχεσή του. Ὁ παπα-Νικόδημος εἶχε τότε κοιμηθεῖ. Ὁ Γέροντάς του Ἀρσένιος καὶ ὁ ἱερομόναχος πλέον Ἐπιφάνιος, τὸν δέχτηκαν μὲ ἄμετρη χαρά, καὶ ἀνέκφραστη ἀγάπη.

Ὅταν λίγα χρόνια ἀργότερα ἔφθασε ὁ καιρὸς τῆς ἀναχωρήσεώς του γιὰ τὴν ἀληθινὴ ζωή, εἶπε στὸν π. Ἐπιφάνιο: δελφέ, νομίζω τι λθε ρα ν φύγω π ατ τν ζωή. Γι ατό, ν θέλεις, παρακάλεσε τος Πατέρες τς Σκήτης ν κάνουν θερμ προσευχ πρς τν Κύριο γι τν ταλαίπωρη ψυχή μου κα Θες ν λεήσ κα σένα κα λους τος δελφούς.

Μετὰ ἀπὸ λίγο καιρό, ἐνῶ ἦταν παρόντες ὁ Ἐπιφάνιος καὶ ἄλλοι Πατέρες τῆς Σκήτης, ἄρχισε ἕνας φοβερὸς διάλογος, στὸν ὁποῖο ὁ π. Ἐπιφάνιος ἀπαντοῦσε μονολεκτικά, μὲ ἕνα Ναί, ἢ ἕνα χι, ποὺ ἄκουγαν μὲ κατάπληξη οἱ Πατέρες. Μερικὲς φορές, ἐκτὸς ἀπὸ αὐτὰ ἔλεγε: χι, ατ δν τ καμα, ψέματα λέτε, γι κενο καμα ατ τ καλό, γι ατ καμα ατ τν μετάνοια· καὶ πάλι: Να τ καμα, λλ δωσα λεημοσύνη· καὶ ἄλλοτε· χι, ατ δν τ καμα. Αὐτὸ διήρκεσε ἀρκετὴ ὥρα καὶ σὲ αὐτὴ τὴν κατάσταση παρέδωσε τὸ πνεῦμά του, τὸ 1955.

πηγή:Ἱερομονάχου Μαξίμου Καυσοκαλυβίτου:

Ἀσκητικὲς Μορφὲς καὶ Διηγήσεις ἀπὸ τὸν Ἄθω,

Ἱ. Κελλίον Ἁγ. Ἀντωνίου, Κρύα Νερά,

Ἅγιον Ὄρος, 2006

Δεν υπάρχουν σχόλια: