Κυριακή 21 Οκτωβρίου 2012

Εκ τού ρύπου σμιχθείσα τής ασωτίας, φαιδρά πρόσεισι τώ Θεώ Ταϊσία.

Τους αγαπάμε πολύ τους ασώτους αγίους και τις άσωτες αγίες της πίστης μας, γιατί δείχνουν ξεκάθαρα πώς ακόμα και το ακραίο λαγνικό πάθος μπορεί να μεταμορφωθεί σε θεϊκό έρωτα, που υπερβαίνει, με λεβεντιά και φιλότιμο,τα σχήματα αυτού του κόσμου τον φόβο της φθοράς και του θανάτου.Σήμερα γιορτάζουν δυό αγίες εκ πορνών , η οσία Πελαγία και η οσία Ταϊσία.
Η δεύτερη σε μιά στιγμή κυριολεκτικά, έκαψε ολα της τα υπάρχοντα, αξίας 600 λιβρών χρυσού, κι έγινε καλόγρια κάπου στην Αίγυπτο υπό την καθοδήγηση  του απίστευτου εκείνου γέροντα , του δια Χριστόν σαλού Σεραπίωνος του Σινδόνιου, ο οποίος επονομάστηκε έτσι επειδή συχνά κυκλοφορούσε μόνο με έναν σεντόνι, καθώς πουλούσε τα ρούχα του για να ελεήσει φτωχούς.
nunholysepulchre.jpg
Η ΜΕΤΑΝΟΙΑ ΤΗΣ ΑΓΙΑΣ ΤΑΪΣΙΑΣ ΤΗΣ ΠΡΟΤΕΡΟΝ ΠΟΡΝΗΣ

(Η Αγία Ταϊσία εορτάζει 8 Hκτωβρίου)

Εκ τού ρύπου σμιχθείσα τής ασωτίας
φαιδρά πρόσεισι τώ Θεώ Ταϊσία.

 Η μακαριωτάτη Ταϊσία ήτο καλή εις την όψιν, χαριεστάτη καί πολύ ωραία, ότε δέ ήτο δέκα επτά περίπου χρόνων, λαβούσα ταύτην η μήτηρ της, η οποία από μικράν την εξώθει εις το κακόν, τήν ωδήγησεν εις  τόν τόπον τής απωλείας, ήτοι εις τόπον πορνείας. Επειδή δε ήτο ωραία, διέδραμε πανταχού η φήμη του κάλλους του προσώπου της, ως φλόγα δε κατέκαιεν η μανία τής αγάπης της τάς καρδίας τών εραστών της. Πλείστοι δε άλλοι ακούοντες τά περί τού κάλλους της, επώλουν πάντα τά υπάρχοντά των, προκειμένου νά απολαύσουν τής αγάπης της.
Ακούσας ο αββάς Σεραπίων περί αυτής, προσηυχήθη πρός τόν Θεόν υπέρ αυτής λέγων: «Κύριε Ιησού Χριστέ ο  Θεός ημών, ο θέλων πάντας σωθήναι και εις επίγνωσιν αληθείας ελθείν, ούτω καί νύν εμφύτευσον τόν φόβον σου εις τήν καρδίαν αυτής, δια  να επιστρέψη, μετανοήση καί σωθή». Μετά ταύτα εφόρεσε ρούχα κοσμικά, έλαβε μεθ½ εαυτού έν νόμισμα καί απήλθε πρός αυτήν, ως δήθεν στρατιώτης. Ελθών δέ εις τόν τόπον εις τόν οποίον διέμενεν, έδωκεν είς αυτήν τό νόμισμα, το  οποίον λαβούσα μετά χαράς η Ταϊσία είπε πρός αυτόν: «Άς εισέλθωμεν είς τόν κοιτώνα μου». Λέγει δέ καί ο Αββάς Σεραπίων: «άς εισέλθωμεν». Εισελθών δέ ο όσιος βλέπει κλίνην εστρωμένην υψηλοτάτην, ανελθούσα δε η κόρη είς την κλίνην εκάλει και τον γέροντα να ανέλθΓ εις αυτήν. Ο δε Γέρων είπεν εις αυτήν: «δέν υπάρχει έτερον κελλίον ενταύθα;» Λέγει του η κόρη: «υπάρχει». Λέγει προς αυτήν ο Γέρων «Ας υπάγωμεν να καθίσωμεν ολίγον εκεί». Λέγει η Ταϊσία: «Εφ΄όσον ουδείς άνθρωπος βλέπει ημάς εις τόν τόπον τούτον, καλόν είναι νά συνομιλήσωμεν καί να ποιήσωμεν εδώ τήν επιθυμίαν μας, διότι όπου καί αν απέλθωμεν βλέπει ημάς ο Θεός».

   Ακούσας ο Γέρων τον λόγον  τούτον είπε προς αυτήν: «Γνωρίζεις ότι υπάρχει θεός και κρίσις και ανταπόδοσις και Βασιλεία και Κόλασις»;Λέγει εκείνη :«Ναι ,γνωρίζω» Τής απεκρίθη ο Γέρων:«Εφ΄όσον λοιπόν γνωρίζεις διατί καταστρέφεοις τους υιούς των ανθρώπων»~Ταύτα και άλλα πολλά ευρών την ευκαιρίαν να τής αναπτύξη ο Γέρων, τής έδειξεν ύστερον και το μοναχικό Σχήμα, το οποίον εφόρει εσωτερικώς, αποκαλύψας εις αυτήν και την αιτίαν δια την οποίαν ήλθεν εις το κελλί της.

Τότε η Ταϊσία ρίψασα εαυτήν εις τούς πόδας τού Γέροντος έλεγε μετά δακρύων:«Γνωρwζεις,τίμιε πάτερ, εάν υπάρχη μετάνοια και δια τους αμαρτήσαντας; Δέχεται και εμέ ο Θεός εάν μετανοήσω;» Λέγει ο Γέρων :«Εύσπλαγχνος είναι ο Θεός και πολύ μακρόθυμος δεχόμενος πάντας τους μετανοούντας μετά χαράς, διό και πολλή χαρά γίνεται εν ουρανώ «επί ενί αμαρτωλώ μετανοούντι».Η δε λέγει προς αυτόν: «Ανάμεινον με, πάτερ, τρείς μόνον ώρας έπεια δε πράξον εις εμέ ό,τι και αν βούλεσαι υπέρ των κακών τα οποία έπραξα διότι γνωρίζω ότι από Θεού απεστάλης εις εμέ». Ο δε όσιος υποδείξας εις αυτήν το πού θα τον εύρη ανεχώρησεν εκ του κελλίου της.Η δε μακαρία παραλαβούσα όσα είχεν αποκτήσει εκ της πορνείας , έκαυσε ταύτα εις το μέσον τής πόλεως λέγουσα: «Ελάτε πάντες οι μετ΄εμού πορνεύσαντες και ίδετε κατά την ώραν ταύτην πώς κατέκαυσα πάντα εκείνα τα οποία εκ τής πορνείας απέκτησα».Ήσαν δε τα καυθέντα υπό της αγίας αξίας εξακοσίων λίτρων χρυσίου, εκτός τού ιματισμού και τών στολών.

Αφού εποίησε ταύτα η αγία απήλθε προς τον Γέροντα.Παραλαβών δε αυτήν ο Γέρων την εισήγαγεν εις φροντιστήριον παρθένων 8μοναστήριον)και ενέκλεισεν αυτήν εις έν κελλίον, εσφράγισε δε την θύραν δια σφραγίδος μολυβδίνης, αφήσας μόνον μικράν θυρίδα, δια τής οποίας θα ελάμβανε η Ταϊσία τα προς συντήρησιν.Παρήγγειλε δε ο Γέρων εις την ηγουμένην τού Μοναστηρίου να παρέχη εις αυτήν ανά δύο ημέρας άρτον ξηρόν ολίγον και ολιγοστόν ύδωρ.Είπε δε προς τον Γέροντα η μακαρία από τής θυρίδος : «Προσεύχου , τίμιε πάτερ, εις τον Θεόν δια να συγχωρήση ο Θεός τας πολλά μου αμαρτίας ». Λέγει δε προς αυτήν ο γέρων : «Έχε προς τον Θεόν συνεχώς την διάνοιαν σου λέγουσα αεί τον λόγον τούτον :" Κύριε ο Θεός μου, ο πλάσας με, ελέησον με κατά το μέγα σου έλεος».

Παρέμεινε λοιπόν η μακαρία Ταϊσία εις το κελλίον εκείνο έτη τρία πράττουσα πάντα τα ανωτέρω μετά πάσης κατανύξεως και προθυμίας.Βλέπων δε ο αββάς Σεραπίων την μετάνοια της , την ευσπλαγχνίσθη  και επήγεν εις τον Μέγαν Ααντώνιον να τον ερωτήση, εάν εδέχθη ο Θεός την επιστροφήν της.Αφού λοιπόν διηγήθη εις τον Μ.Αντώνιον όλον τον βίον της και την μετάνοιαν της, τότε ο μέγας πατήρ εκάλεσε τους μαθητάς του και τούς είπε: «κλείσατε εαυτούς εις τα κελλία σας όλην την νύκτα προσευχόμενοι θερμώς δια το ζήτημα τού αββά Σεραπίωνος, δια να ίδωμεν τι θα μάς αποκαλύψη ο Θεός». Εποίησαν δε έκαστος εξ αυτών καθώς προσετάχθησαν.Πολλής δε ώρας παρελθούσης τής νυκτός, προσέχει ο αββάς Παύλος , ο μεγαλύτερος τών μαθητών τού Μ.Αντωνίου , και βλέπει εις τον ουρανόν κλίνην εστρωμένην εν μεγάλη δόξη και μεγαλοπρεπεία, και τρείς παρθένους κρατούσας λαμπάδας έμπροσθεν τής κλίνης , στέφανος δε αμάραντος ευρίσκετο επ΄αυτής.Εσκέφθη τότε ο αββάς Παύλος ότι αυτή η κλίνη και ο στέφανος ασφαλώς θα ανήκουν εις τον Γέροντα του, τον Μ.Αντώνιον.Ταύτα αυτού διαλογιζομένου ήλθε προς αυτόν λέγουσα : «Δεν είναι ,Παύλε,τού πατρός σου Αντωνίου, αλλά της Ταϊσίας της πάλαι πόρνης». Πρωϊας δε γενομένης διηγήθη εις τους πατέρας την οπτασίαν και επληροφορήθησαν άπαντες ότι εδέχθη ο Θεός την μετάνοιαν της μακαρίας Ταϊσίας.

Επιστρέψας ο αββάς Σεραπίων εκ τού Μ.Αντωνίου επήγε κατ΄ευθείαν εις το Μοναστήριον τής Ταϊσίας και διέταξεν αυτήν να εξέλθη πλέον τού κελλίου της, δια να συνδιάγη μετά των άλλων αδελφών , διότι ο Θεός εδέχθη την μετάνοιαν της.Η δε μακαρία τού έλεγε :«Πίστευσον μοι, τίμιε πάτερ, ότι αφ΄ής ώρας ήλθον εις το κελλίον τούτο,ποιήσασα τας αμαρτίας μου ως φορτίον μέγα έστησα αυτό προ τού προσώπου μου και όπως η πνοή μου δεν εσταμάτησε ουδέ στιγμήν, ούτω και εγώ δεν έπαυσα καθόλου να σκέπτομαι τα πληθη των ανομιών μου έως τής ώρας ταύτης».
Και ο γέρων τής απεκρίθη:«Τούτο εγένετο (δηλαδή η συγχώρησίς της) όχι δια την ιδικήν σου αξίαν, αλλά δια τον ταπεινόν λογισμόνσου, εις τον οποίον ευαρετσείται ο Θεός».Ούτως εξέβαλεν αυτήν τού κελλίου ο Γέρων δια να παραμείνη μετά την υπερβάλλουσαν αυτής μετάνοιαν δεκαπέντε μόνον ημέρας μετά τών αδελφών!
Κατόπιν μετέστη προς τον Κύριον μετά δόξης και τιμής μεγάλης απολαβούσα την επουράνιον βασιλείαν.Ταύτης και ημείς, αγαπητοί μου αδελφοί και αδελφαί, ας ζηλώσωσμεν την μετάνοιαν , διότι τις ευρίσκεται καθαρός  από ρύπου έστω και μία ημέρα εάν είναι ο βίος του επί τής γής, ώστε να αξιωθώμεν τής επουρανίου μακαριότητος  ευφραινόμενοι μετά πάντων τών αγίων εις αιώνας αιώνων.Αμήν.

Δεν υπάρχουν σχόλια: