Τρίτη 15 Ιουνίου 2010

Εως 50% ακριβότερα πουλάνε οι πολυεθνικές στην Ελλάδα



Οι μισθοί πέφτουν, αλλά οι Ελληνες εξακολουθούν να πληρώνουν ακριβότερα, έως και κατά 50%, από τους άλλους Ευρωπαίους τα εμπορεύματα στα ράφια των σούπερ μάρκετ.

Την ώρα που οι μισθοί στο Δημόσιο ψαλιδίζονται, σε μια προσπάθεια να μειωθεί το έλλειμμα, και οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα βρίσκονται στην… κλίνη του Προκρούστη από την Ε.Ε., την ΕΚΤ και το ΔΝΤ στο όνομα της ανταγωνιστικότητας, οι πολυεθνικοί όμιλοι που ελέγχουν την ελληνική αγορά βασικών καταναλωτικών αγαθών εξακολουθούν να πουλάνε τα προϊόντα τους ακριβότερα στην Ελλάδα από ό,τι σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Μπορεί ο γενικός διευθυντής του ΔΝΤ, Ντομινίκ Στρος-Καν, να ζήτησε μείωση μισθών και τιμών σαν φάρμακο για να βγει η χώρα από την κρίση, όμως στην Ελλάδα φαίνεται ότι η μείωση ισχύει μόνο για τους μισθούς και όχι για τις τιμές των προϊόντων.

Και αυτό γιατί η ελληνική αγορά βασικών καταναλωτικών αγαθών παραμένει μη ανταγωνιστική, με ολιγοπωλιακή δομή στους βασικούς κλάδους της που ελέγχονται κυρίως από πολυεθνικές εταιρείες, γεγονός που τους επιτρέπει να πουλάνε ακριβότερα από ό,τι σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

Τι δείχνουν τα συγκριτικά στοιχεία
Ερευνα τιμών που πραγματοποίησε το «Χρήμα» σε τρεις ευρωπαϊκές χώρες (Βέλγιο, Γαλλία, Μεγάλη Βρετανία) και στην Ελλάδα δείχνει ότι σε αρκετά προϊόντα- κυρίως πολυεθνικών εταιρειών- τα οποία κατέχουν σημαντική θέση στο καλάθι των Ελλήνων καταναλωτών, οι διαφορές τιμών σε σχέση με το κόστος σε άλλες χώρες είναι μεγάλο. Για παράδειγμα, δημητριακά για παιδιά, γνωστής εταιρείας, οι Ελληνες τα αγοράζουν στην τιμή των 2,86 ευρώ το πακέτο, όταν οι Βρετανοί πληρώνουν για το ίδιο προϊόν 1,89 ευρώ (51% φθηνότερα) και οι Γάλλοι 2,25 ευρώ (27% φθηνότερα). Για την αγορά ίδιας οδοντόβουρτσας ο Ελληνας καταναλωτής πληρώνει 3,74 ευρώ και ο Βρετανός 2,46 ευρώ (52% φθηνότερα), ενώ για την ίδια συσκευασία αναψυκτικών ο Ελληνας πληρώνει 3,1 ευρώ, ο Βέλγος 2,76, ο Γάλλος 2,3 και ο Βρετανός 2,68 ευρώ. Η κατάσταση αυτή στην αγορά δεν είναι σημερινή, όμως με δεδομένη την οικονομική κρίση και τη μείωση των εισοδημάτων των ελληνικών νοικοκυριών το πρόβλημα μεγεθύνεται, καθώς οι Ελληνες διαθέτουν μόλις το 94% της αγοραστικής δύναμης του μέσου Ευρωπαίου σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (που δημοσιοποιήθηκαν τον Δεκέμβριο του 2009) και πληρώνουν ακριβότερα τα προϊόντα σε σχέση με τους πλέον εύπορους της Ε.Ε., μεταξύ των οποίων είναι οι Αγγλοι, οι Γάλλοι και οι Βέλγοι, που η αγοραστική τους δύναμη είναι μεταξύ 110% και 130% του μέσου όρου.

Στο στόχαστρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού
Το μεγάλο άνοιγμα στην ψαλίδα των τιμών στα προϊόντα αρκετών πολυεθνικών εταιρειών στην Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη βρίσκεται ήδη στο στόχαστρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού, που δείχνει αποφασισμένη να «κυνηγήσει» τις πολυεθνικές που απαγορεύουν στους λιανεμπόρους να κάνουν τις δικές τους, παράλληλες εισαγωγές των προϊόντων τους προκειμένου να εξασφαλίσουν καλύτερες τιμές για τους πελάτες τους.

Η έρευνα της Επιτροπής εστιάζεται σε 16 κατηγορίες προϊόντων καθημερινής χρήσης (στοματικής υγιεινής, μαλλιών, σώματος, ξυριστικά, απορρυπαντικά όλων των ειδών, ρούχα, είδη οικοσκευής κ.ά.) και μελετά από το περασμένο καλοκαίρι συμβάσεις ανάμεσα σε λιανεμπόρους και πολυεθνικές αναζητώντας αθέμιτες πρακτικές που έχουν ως αποτέλεσμα τις φουσκωμένες τιμές στην Ελλάδα. Οπως λένε στελέχη της Επιτροπής Ανταγωνισμού, οι ρήτρες απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών αποτελούν σημαντική παράβαση, με πολλαπλές επιπτώσεις στην αγορά.

«Η ρήτρα απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών αποτελεί ένα βασικό εργαλείο που χρησιμοποιούν ορισμένες εταιρείες, με αποτέλεσμα να στρεβλώνουν τον ανταγωνισμό δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για αποκλίσεις τιμών σε ίδια προϊόντα που διακινούνται σε διαφορετικές χώρες», λέει στέλεχος της Επιτροπής. Η πρακτική που ακολουθούν σε αρκετές περιπτώσεις πολυεθνικές εταιρείες, είναι να μην ανταγωνίζεται η μια θυγατρική τους (που, για παράδειγμα, δραστηριοποιείται στην Ελλάδα) μια άλλη θυγατρική που δραστηριοποιείται σε άλλη χώρα της Ε.Ε., και αυτό επι τυγχάνεται με τη δέσμευση των λιανεμπόρων να μην πραγματοποιούν μόνοι τους εισαγωγές της πολυεθνικής από άλλη χώρα σε χαμηλότερες τιμές. Με αυτόν τον τρόπο οι επιχειρήσεις καταφέρνουν να μοιράζονται τις εθνικές αγορές. Ιδιαίτερη σημασία στις μέχρι τώρα έρευνες της Επιτροπής Ανταγωνισμού φαίνεται να έχει και το γεγονός ότι, ακόμα και σε περιπτώσεις που έχουν παύσει οι απαγορευτικές ρήτρες, οι αλυσίδες σούπερ μάρκετ εξακολουθούν να μην προχωρούν σε φθηνότερες εισαγωγές από άλλες χώρες, κάτι που προκαλεί σκέψεις για ενδεχόμενες «συνεννοήσεις» μεταξύ των εταιρειών και των λιανεμπόρων «κάτω από το τραπέζι». Ηδη η Επιτροπή Ανταγωνισμού έχει διαπιστώσει αθέμιτες πρακτικές στον κλάδο των απορρυπαντικών παραπέμποντας δύο από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές που δραστηριοποιούνται στη χώρα αλλά και αλυσίδες σούπερ μάρκετ οι οποίες είχαν συναινέσει σε αυτό. Στην πρώτη περίπτωση, η Επιτροπή διαπίστωσε την ύπαρξη αντι-ανταγωνιστικών συμπράξεων (ρήτρες απαγόρευσης παράλληλων εισαγωγών) κατά παράβαση της εθνικής και κοινοτικής νομοθεσίας σε συμβάσεις που είχε συνάψει η εταιρεία Unilever Ηellas ΑΕΒΕ με 6 αλυσίδες σούπερ μάρκετ κατά τη χρονική περίοδο 2000-2002. Μάλιστα, για την υπόθεση αυτή η Επιτροπή επέβαλε τον περασμένο Απρίλιο συνολικό πρόστιμο στους εμπλεκομένους συνολικού ύψους 8 εκατ. ευρώ. Αθέμιτες πρακτικές εντόπισε η Επιτροπή και σε μια ακόμα περίπτωση, στην οποία εμπλέκονται οι εταιρείες Colgate Ρalmolive και Colgate Ρalmolive Εμπορική, καθώς και λιανέμποροι. Η υπόθεση αυτή βρίσκεται σε εξέλιξη, καθώς η Ολομέλεια της Επιτροπής έκρινε το περασμένο καλοκαίρι ότι θα πρέπει η έρευνά της να επεκταθεί και σε άλλες κατηγορίες προϊόντων που διακινεί η εταιρεία στην Ελλάδα.

Το μεγάλο άνοιγμα της ψαλίδας στις τιμές μπήκε ήδη στο στόχαστρο της Επιτροπής Ανταγωνισμού, η οποία εστιάζει την έρευνά της σε 16 κατηγορίες προϊόντων καθημερινής χρήσης (στοματική υγιεινή, μαλλιά, σώμα, ξυριστικά, απορρυπαντικά όλων των ειδών, ρούχα, είδη οικοσκευής κ.ά.)

Κοστολογικοί έλεγχοι για τις ανατιμήσεις προϊόντων

Το μεγάλο άνοιγμα της ψαλίδας στις τιμές αλλά και οι αυξήσεις σε βασικά καταναλωτικά αγαθά έχουν μπει στο μικροσκόπιο και του υπουργείου Οικονομίας. Στη Γενική Γραμματεία Εμπορίου βρίσκονται στην τελική ευθεία για την εφαρμογή του ελέγχου των «ενδο-ομιλικών τιμολογήσεων», το λεγόμενο «transfer pricing». Η υπουργός Λούκα Κατσέλη έχει δώσει εντολή στον γενικό γραμματέα Εμπορίου, Σ. Κομνηνό, να προχωρήσει στην εφαρμογή του ελέγχου των «ενδο-ομιλικών τιμολογήσεων».

Πρόκειται για μια πρακτική που εφαρμόζεται ήδη σε 16 χώρες της Ε.Ε. Το μέτρο αυτό επιβάλλει στις πολυεθνικές επιχειρήσεις να δικαιολογούν και να τεκμηριώνουν με οικονομικά κριτήρια τους λόγους για τους οποίους προχωρούν σε αυξήσεις των τιμών των προϊόντων τους.

Αυτό στην Ελλάδα θα γίνει με την αποστολή στοιχείων στο υπουργείο Οικονομίας, το οποίο και θα προχωρά στους απαραίτητους ελέγχους. Ετσι, οι αρμόδιες υπηρεσίες θα παραλαμβάνουν τα κοστολογικά στοιχεία των εταιρειών και θα εξετάζουν αν δικαιολογούνται οι αυξήσεις αλλά και οι αποκλίσεις των τιμών σε σύγκριση με άλλες χώρες της Ευρώπης. Με την εφαρμογή του μέτρου αυτού το υπουργείο εκτιμά ότι θα καταφέρει να περιορίσει τη μεγάλη διαφορά τιμών σε διάφορα βασικά προϊόντα, τα οποία οι Ελληνες καλούνται να πληρώσουν πολύ ακριβότερα από άλλους Ευρωπαίους, αλλά και τις αδικαιολόγητες αυξήσεις.

Η Γενική Γραμματεία Εμπορίου, σε συνεργασία με το Ινστιτούτο Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών, αρχίζει την εκπαίδευση υπαλλήλων, οι οποίοι θα αποτελέσουν ειδική ομάδα για τον έλεγχο των στοιχείων. Στην αναζήτηση δεδομένων και στη σύγκριση χρήσιμων στοιχείων εργαλείο θα αποτελέσει το ειδικό ηλεκτρονικό πρόγραμμα «Αmadeus», το οποίο χρησιμοποιείται από όλα τα κράτη που εφαρμόζουν το «transfer pricing».

Ολιγοπώλια και τεχνολογική υστέρηση οι μαύρες τρύπες της ανταγωνιστικότητας
ΡΕΠΟΡΤΑΖ: ΜΑΡΙΑ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Εισάγουμε πολύ περισσότερα από όσα παράγουμε ή εξάγουμε. Η μόνιμη επωδός αναλυτών, οικονομολόγων και διεθνών οργανισμών που έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου εδώ και χρόνια, βρίσκεται πάλι στο προσκήνιο. Αφορμή η πρόταση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου για να ενισχυθεί η ανταγωνιστικότητα της ελληνικής οικονομίας, χρειάζεται να μειωθούν οι μισθοί στον ιδιωτικό τομέα. Ομως, ειδικοί υποστηρίζουν κατηγορηματικά ότι η ενίσχυση της εξωστρέφειας της χώρας περνάει μέσα από ευρύτερες και πιο ριζικές διαρθρωτικές αλλαγές.

Φταίνε τα ολιγοπώλια
«Οι μισθοί δεν συμβάλλουν στην επιδείνωση της ανταγωνιστικότητας», δηλώνει κατηγορηματικά ο κ. Γκίκας Χαρδούβελης, καθηγητής Χρηματοοικονομικής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς και οικονομικός σύμβουλος του ομίλου Εurobank ΕFG. Κατά την άποψή του, «η χαμηλή ανταγωνιστικότητα οφείλεται κυρίως στον τρόπο λειτουργίας των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών, οι οποίες κυριαρχούνται από ολιγοπωλιακές πρακτικές, με αποτέλεσμα να μη λειτουργεί ο ανταγωνισμός». Ως αποτέλεσμα, τα παραγόμενα προϊόντα και υπηρεσίες διατίθενται σε υψηλές τιμές, εξέλιξη που μειώνει τη ζήτηση των εγχωρίως παραγόμενων προϊόντων, όχι μόνο στο εσωτερικό αλλά και στο εξωτερικό. «Οταν διαθέτεις πιο ακριβά προϊόντα από αυτά που παράγονται σε άλλες χώρες, πώς είναι δυνατόν να πουλήσεις;», παρατηρεί ο κ. Χαρδούβελης, ο οποίος απορρίπτει κατηγορηματικά την προοπτική μείωσης των μισθών στον ιδιωτικό τομέα και υποστηρίζει ότι «η άνοδος των μισθών ακολούθησε την αύξηση της παραγωγικότητας».

Σχεδόν σε όλες τις κατηγορίες αγαθών οι εισαγωγές είναι πολλαπλάσιες των εξαγωγών. Ανάμεσα σε περίπου 100 κατηγορίες, μόνο σε 11 οι εισαγωγές ξεπερνούν τις εξαγωγές και η αξία τους καταλαμβάνει πολύ μικρό μέρος του εμπορικού ισοζυγίου. Οι εξαγωγές είναι μεγαλύτερες σε κατηγορίες όπως είναι τα βρώσιμα φρούτα, τα λάδια, τα είδη ζαχαροπλαστικής, τα παρασκευάσματα λαχανικών και φρούτων, το μαλλί, το βαμβάκι, το αλουμίνιο, τα κοινά μέταλλα. Επιδόσεις που δείχνουν ότι η διάρθρωση της ελληνικής παραγωγής έχει μείνει πίσω και ανταποκρίνεται στη ζήτηση περασμένων δεκαετιών.

Αντίθετα, στα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας οι εισαγωγές απορροφούν ετησίως σημαντικά κονδύλια, ενώ οι εξαγωγές είναι εξαιρετικά χαμηλές. Το 2009 οι εισαγωγές σε μηχανές και εξοπλισμό έφτασαν τα 6,2 δισ. ευρώ, ενώ οι εξαγωγές ήταν μόλις 867 εκατ. ευρώ. Οπως παρατηρούν στελέχη της Τραπέζης της Ελλάδος, η χαμηλή διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα συνδέεται με την αδυναμία της εγχώριας προσφοράς να ανταποκριθεί επαρκώς στη σύνθεση, αλλά και τον ρυθμό ανόδου της εγχώριας και της εξωτερικής ζήτησης.

Κόντρα στη ζήτηση η παραγωγή
«Στην Ελλάδα παράγουμε προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας, ενώ η ζήτηση, τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό, είναι για προϊόντα μέσης και υψηλής τεχνολογίας», παρατηρεί ο κ. Γιάννης Στουρνάρας, γενικός διευθυντής του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών. Οπως επισημαίνεται, άλλωστε, σε έκθεση του ΙΟΒΕ, αν και τα τελευταία χρόνια καταγράφηκε ανοδική πορεία στις εξαγωγές μέχρι τουλάχιστον το 2008, δομικές αλλαγές στη διάρθρωση του εξαγωγικού μείγματος δεν έχουν πραγματοποιηθεί.

Αντίθετα την τελευταία δεκαπενταετία πολλές χώρες αλλάζουν τον εξαγωγικό τους προσανατολισμό. Χώρες όπως η Βραζιλία, η Ρωσία, η Ινδία, και πρωτίστως η Κίνα εκμεταλλεύτηκαν το χαμηλό κόστος και τη γεωγραφική τους θέση. Ετσι, τα προϊόντα που κυρίως εξάγονταν από την Ελλάδα (κλωστοϋφαντουργικά κ.ά.), πλέον παράγονται από χώρες με αρκετά χαμηλότερο κόστος. Παράλληλα, η Ελλάδα δεν ακολούθησε τον προσανατολισμό άλλων οικονομιών, οι οποίες προσαρμόστηκαν στην παραγωγή προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία.

Η μείωση των μισθών δεν θα διορθώσει την κατάσταση
Παρ΄ ότι η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα αποτελεί το κυριότερο πρόβλημα, παράγοντες της Τραπέζης της Ελλάδος υποστηρίζουν ότι δεν θα πρέπει να παραβλέπουμε την επιβάρυνση που δέχεται εξαιτίας του κόστους εργασίας. Η διεθνής ανταγωνιστικότητα της χώρας παραμένει σε πτωτική πορεία επί μία εικοσαετία ως προς τις τιμές και το κόστος εργασίας. Ομως, κατά τον κ. Στουρνάρα η μείωση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα δεν θα διορθώσει την κατάσταση και δεν θα συμβάλει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.


πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: