Κυριακή 23 Μαΐου 2010

Πάουλ Κλέε “Angelus Novus” κι άλλες όμορφες ιστορίες.

Της Ρίτσας Mασούρα

Η πρώτη φορά που «συναντήθηκα» με τον Ελβετό ζωγράφο Πάουλ Κλέε ήταν όταν σε νεαρή ηλικία διάβασα το βιβλίο του Ερνστ Φίσερ «Η αναγκαιότητα της Τέχνης». Σ’ ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου, ο Φίσερ, μέσα από σκέψεις διάσημων διανοητών και συγγραφέων επιχειρεί να περιγράψει τις νέες πραγματικότητες, τον αγώνα του ανθρώπου ενάντια στα κλισέ, στα δόγματα και τις κενές φράσεις και ενάντια στις προκαταλήψεις. Κι εκεί, στη γεμάτη προσδοκίες αναζήτηση, ωθεί στην πρώτη γραμμή τον Βάλτερ Μπένζαμιν. Μαζί του, σαν δεκανίκι τής τότε πραγματικότητας, ο «Άγγελος» του Κλέε!

«Υπάρχει ένας πίνακας του Κλέε που ονομάζεται Angelus Novus», λέει ο Μπένζαμιν. «Δείχνει έναν άγγελο που φαίνεται σα να ετοιμάζεται να απομακρυνθεί από κάτι που κοιτάζει. Τα μάτια του είναι ορθάνοιχτα, το στόμα του χάσκει, τα φτερά του είναι τεντωμένα. Τέτοια ύψη πρέπει να ’χει ο άγγελος της Ιστορίας. Εκεί όπου εμείς βλέπουμε μπροστά μας μια αλυσίδα συμβάντων, αυτός βλέπει μια και μόνη καταστροφή και ασταμάτητα σωρεύει ερείπια πάνω στα ερείπια και τα εκσφενδονίζει στα πόδια του. Θα ήθελε να χασομερήσει, να ξυπνήσει τους νεκρούς και να μαζέψει ό,τι έχει γκρεμιστεί. Αλλά μια θύελλα φυσά από τον παράδεισο κι έχει μπερδέψει τα φτερά του, ώστε ο άγγελος να μην μπορεί πια να τα κλείσει. Αυτή η θύελλα τον ωθεί αδιάκοπα προς το μέλλον, προς το οποίο γυρίζει την πλάτη του, ενώ ο σωρός των ερειπίων μπροστά του υψώνεται ως τα ουράνια. Αυτό που ονομάζουμε πρόοδο είναι η θύελλα», καταλήγει ο Μπένζαμιν.

Ζορζ Μπρακ

Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που ώθησε τον Κλέε να ζωγραφίσει έναν διχασμένο άγγελο. Μπορώ όμως να υποθέσω ότι ο ζωγράφος ήταν επηρεασμένος από το μετέωρο βήμα της εποχής του, που πάλευε να ισορροπήσει ανάμεσα στον πόλεμο και την ειρήνη. Αυτές τις μέρες και μέχρι τις 19 Ιουλίου στο Μουσείο Orangerie, στο Παρίσι, εκτίθενται έργα του από τη συλλογή του ιδρύματος Ernst Beyeler. Ο Κλέε ασπάστηκε τη ζωγραφική, όπως κάποιος θα ασπαζόταν τη θρησκεία. Αφιερώθηκε στην τέχνη με την ίδια προσήλωση που θα αφιερωνόταν στον Θεό. Με μέσα απλά και ποιητικά. Για πολλούς, όμως, παρέμεινε ένα αίνιγμα. Γεννήθηκε το 1879. Ανήκε στη γενιά του Πικάσο, του Ζορζ Μπρακ και του Αντρέ Ντερέν, αλλά ήταν σχεδόν άγνωστος στους Γάλλους ώς το 1925, όταν για πρώτη φορά παρουσίασε ένα τμήμα της σουρεαλιστικής δουλειάς του. Ούτε και τότε όμως αγαπήθηκε όσο του άξιζε. Απόδειξη ότι ελάχιστα βιβλία γράφτηκαν για την προσωπικότητα του μελαγχολικού άνδρα, που γεννήθηκε στη Βέρνη από Γερμανό πατέρα και που στην εφηβεία του ταλαντευόταν ανάμεσα στην ποίηση, τη μουσική και τη ζωγραφική. Η ζωγραφική τελικά τον κέρδισε οριστικά το 1914, ενώ βρισκόταν στην Τυνησία, όπου τυφλωμένος από τον δυνατό ήλιο αναφώνησε: «Με κατέκτησε το χρώμα. Από δω και πέρα θα του ανήκω, αυτό και εγώ θα μείνουμε για πάντα ενωμένοι. Είμαι ζωγράφος».

Η πορεία προς τη διασημότητα ήδη είχε ξεκινήσει μέσα από σχέδια με έντονα χρώματα και φανταστικές υδατογραφίες. Το 1920, ο διευθυντής της διάσημης σχολής Μπάουχαους Βάλτερ Γκρόπιους κάλεσε τον Κλέε να διδάξει στη Βαϊμάρη. Ετσι ο ζωγράφος βρέθηκε ξανά δίπλα στον Καντίνσκι με τον οποίον είχε συναντηθεί και παλαιότερα. Κι ήταν ο Καντίνσκι αυτός που τον έφερε σε επαφή με τον «Γαλάζιο Καβαλάρη», μια από τις πιο δραστήριες ομάδες – κινήματα της avant-garde αισθητικής στη Γερμανία που έτρεφε μεγάλο ενδιαφέρον για τη μεταφυσική. (Το κίνημα του Γαλάζιου Καβαλάρη ήταν για τον Καντίνσκι και την παρέα του κάτι ευρύτερο από ένα κίνημα στη ζωγραφική. Ουσιαστικά ήταν έκκληση για πνευματική αναγέννηση σε όλες τις μορφές τέχνης.)

Στο Μπάουχαους, ο Κλέε υπήρξε δάσκαλος των μορφών στο εργαστήρι βιβλιοδεσίας και παράλληλα προσέφερε τις γνώσεις του στα εργαστήρια τοιχογραφίας και υαλογραφημάτων. Εκείνη την εποχή μάλιστα και πριν αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη σχολή έγραψε το βιβλίο «The thinking Eye», μοναδικό, απ’ ό,τι λέγεται, εγχειρίδιο για την «επιστήμη» του σχεδιασμού. Ο εκκεντρικός ζωγράφος που θαύμαζε την πολύμορφη ελευθερία των παιδιών και σεβόταν απεριόριστα την αθωότητά τους έβλεπε τον κόσμο σαν πλανητάριο που λειτουργούσε με τη βοήθεια κοσμικού ωρολογοποιού –ο Ελβετός Θεός– με στόχο την πνευματική αλήθεια. Ήταν η οπτική ματιά ενός καλλιτέχνη που πίστευε ότι αν ο κόσμος δεν είχε οριστική πραγματικότητα θα μπορούσε να την αναπαριστά με το πιο ελεύθερο, το πιο σχηματικό πνεύμα… Κάτι που λείπει από την εποχή μας, καθώς ο δικός μας Άγγελος κοιτάζει συνεχώς τα συσσωρευμένα ερείπια του κόσμου, αρνούμενος να προχωρήσει.

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: