
Μιαν ανθισμένη αμυγδαλιά στον ήλιο του χειμώνα αξέγνοια
καθρεφτίζεται στον ήσυχο λιμνιώνα μα ξάφνου ο κακός βοριάς αρχίζει
να φουσκώνει κι όλα τα νέφη τ`ουρανού από πίσω να ζυγώνει.
Χάνεται το αντιλάμψισμα και τα νερά θολώνουν τα σύννεφα στραταριστά στο χώμα χαμηλώνουν.
Χτυπά ο αέρας τα κλαδιά και τ`άνθη της σκορπίζει και φαίνεταί σου ως πέφτουνε αρχίζει να χιονίζει...
Το νυφικό ματώθηκε τα χείλη εμαραθήκαν το πέπλο και τα στέφανα χάμε στη γης τ`αφήκαν.
Λουδοβίκος των Ανωγείων
καθρεφτίζεται στον ήσυχο λιμνιώνα μα ξάφνου ο κακός βοριάς αρχίζει
να φουσκώνει κι όλα τα νέφη τ`ουρανού από πίσω να ζυγώνει.
Χάνεται το αντιλάμψισμα και τα νερά θολώνουν τα σύννεφα στραταριστά στο χώμα χαμηλώνουν.
Χτυπά ο αέρας τα κλαδιά και τ`άνθη της σκορπίζει και φαίνεταί σου ως πέφτουνε αρχίζει να χιονίζει...
Το νυφικό ματώθηκε τα χείλη εμαραθήκαν το πέπλο και τα στέφανα χάμε στη γης τ`αφήκαν.
Λουδοβίκος των Ανωγείων

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου