Σάββατο 24 Ιανουαρίου 2026

Θαυμαστὴ ἐμφάνιση τῆς ὁσίας Ξένης τῆς διὰ Χριστὸν σαλῆς στὴν Τεχεράνη

Τῇ αὐτῇ ἡμέρᾳ, μνήμη τῆς ὁσίας μητρὸς ἡμῶν Ξένης τῆς διὰ Χριστὸν σαλῆς ἐν Πετρουπόλει τῆς Ῥωσίας. (1790)

 Στίχοι·
Ξένον βίον ζήσασα ἐν κόσμῳ Ξένη,
Ξένων δωρεῶν παρὰ Θεοῦ μετέσχες.
Στίχ. Ἔχει σε τύμβος, ἀλλὰ μέχρι σαρκίου,
Καύχημα πέλεις Ἐγκλείστρᾳ σῇ φοιτῶσι.
ᾬετο ἐχθρὸς βαλεῖν σε καιρίως λίθῳ,
Χριστὸς δὲ ζωῆς ἡ πέτρα σῴζει, Πάτερ.
Στίχ. Χρυσοῦν πλέξασα ἱδρώτων καὶ αἱμάτων,
Στέφανον αὐτὸν φορεῖ ἡ Χρυσοπλόκη.

  ΑΝΝΑ Ἀννανόβα, γεννημένη στὴν Ἁγία Πετρούπολι, τῆς ὁποίας ἡ μητέρα της γιαγιάς της εἶχε γνωρίσει ζωντανὴ τὴν ἁγία Ξένη, γράφει ἀπὸ τὸν Λίβανο το 1955.
«Ἐδῶ καὶ τέσσερα χρόνια, το 1951, ἔτυχε να συναντήσω μία γυναῖκα ἀπὸ τὴν ἴδια ἐπαρχία, μεγαλωμένη καὶ σπουδασμένη στὴν Ἁγία Πετρούπολι. Συχνὰ συναντιόμαστε καὶ περνούσαμε ευχάριστες στιγμές μαζί. Ξαναθυμόμαστε τὴν περίφημη Ἁγία Πετρούπολι και ψάχναμε για κοινούς γνωστούς στὶς συζητήσεις καὶ ἀναμνήσεις μας. Σὲ μιὰ συνάντησί μας ἡ φίλη μου μοῦ ἀνέφερε τὸ ἑξῆς καταπληκτικό».

«Κατὰ τὰ πρῶτα χρόνια τῆς μεταναστεύσεώς μας (ἀπὸ τὴν Ρωσία) ὁ ἄνδρας μου κι ἐγὼ εὑρεθήκαμε, μαζὶ μὲ τὰ δυὸ μικρὰ παιδιά μας, στὴν πνιγηρὴ Τεχεράνη (πρωτεύουσα τῆς Περσίας). Ὁ σύζυγός μου ἔπεσε ἐπικίνδυνα ἄρρωστος κι ἐγὼ ἤμουν ἤδη γιὰ τρίτο μήνα ἀσθενής. Ἡ κατάστασίς του χειροτέρευε καὶ φαινόταν σίγουρο ὅτι τὸ τέλος του πλησίαζε. Γιὰ ἀρκετὲς ἡμέρες δὲν εἶχε ἀνοίξει τὰ χείλη του, δὲν εἶχε φάει καὶ κειτόταν μὲ τὰ μάτια κλειστά. Ζωὴ δὲν ὑπῆρχε μέσα του. Ὁ γιατρός φεύγοντας, μὲ παρετήρησε στὰ μάτια κάπως παράξενα καὶ εἶπε ὅτι θὰ ἐρχόταν τὴν ἄλλη μέρα το πρωί. Πήγα τὰ παιδιὰ σὲ γείτονες ποὺ ζοῦσαν δυο σπίτια μακρύτερά μας, τὴν οἰκογένεια Πιρόγκωφ. Ἤθελα ἡσυχία καὶ προσευχή. Ἡ ζέστη ήταν ἀνυπόφορη, καταθλιπτική. Ἄνοιξα ὅλες τὶς πόρτες γιὰ νὰ γίνη ρεῦμα. Οἱ πιὸ ἄσχημες καὶ λυπηρές σκέψεις μὲ συνεπῆραν. Ἐκτὸς ἀπὸ τὴν θλίψι γιὰ τὴν ἀπώλεια που πλησίαζε τοῦ πιστοῦ καὶ ἀφωσιωμένου συζύγου μου, ἡ προοπτικὴ νὰ μείνω μόνη σὲ ξένη χώρα καὶ νὰ ἀναθρέψω τὰ παιδιά μου με τρόμαζε. Σκεφτόμουν, ἐὰν τώρα ἤμουν στὴν πατρίδα μου, στὴν Ἁγία Πετρούπολι, θὰ εἶχα πάει στὸ Κοιμητήριο του Σμολένσκ, στὴν Μακαρία Ξένη, καὶ ἐκεῖ, πέφτοντας στὸ μνῆμα της, θὰ ἔλεγα τον πόνο μου.

Ὁ θόρυβος τῆς καγκελόπορτας, ποὺ ἔκλεισε μὲ δύναμι, ἐξαφάνισε τὶς σκέψεις μου. Σκέφθηκα ὅτι κάποιος εἶχε μπεῖ στὸν κῆπο μας. Κατόπιν, στὸ ἄνοιγμα τῆς πόρτας ἐμφανίσθηκε σιωπηλὰ μιὰ ἄγνωστη ἐπισκέπτρια. Δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ πῶ τὴν ἡλικία της, ἀλλὰ τὸ πιὸ παράξενο ἦταν τὰ ροῦχα της: ζεστά, μαλακὲς κετσεδένιες μπότες, μακρύ σακκάκι μὲ εἰδικό κόψιμο, ὅλα μὲ πτυχές (πλισεδένια) καὶ στὸ κεφάλι της ἦταν ἕνα μεγάλο γεμάτο πούπουλα μαντήλι, τοῦ ὁποίου τὰ ἄκρα ἔσφιγγαν στὸν λαιμό της, ὁ τύπος ποὺ οἱ χωριάτισσες φοροῦσαν τὰ παλιά χρόνια στὰ μέσα τοῦ χειμῶνος. Ὁ ὅλος ἀέρας (τὸ ὕφος) της ήταν ἀσυνήθιστα συμπαθητικός.“ Πές μου, ἀγαπητή μου, που μένει ἡ οἰκογένεια τῶν Πιρόγκωφ; Ψάχνω γι’ αὐτούς,” εἶπε. “Δυο σπίτια παρακάτω”, ἀπάντησα. Με προσπέρασε σιωπηλὰ μὲ τὶς κετσεδένιες μπότες της κατευθυνομένη πρὸς τὸ δωμάτιο του συζύγου μου καὶ τὸν ἐκοίταξε γιὰ μιὰ στιγμή. “ Εἶναι ὁ ἄνδρας σου άρρωστος; ” δείχνοντας πρὸς τὸ δωμάτιο ὅπου κειτόταν ὁ μελλοθάνατος σύζυγός μου. “Πρόσεξε, ἀγαπητή μου!”, εἶπε προχωρώντας πρὸς ἐμένα, “μὴ στενοχωριέσαι! Χθες ἕνας πολύ σπουδαῖος γιατρός ἀπὸ τὴν Πετρούπολι ἦταν ἐδῶ, τόσο σπου δαῖος ἐπιστήμων, ὥστε εἶναι φοβερό. Εἶπε ὅτι ὁ σύζυγός σου πρέπει νὰ ταΐζεται κάθε μισὴ ὥρα, μόνο λιγάκι, δύο κουταλάκια τσαγιού κάθε φορά. Λοιπόν, υπάρχει γάλα, τσάϊ, σούπα καὶ ἔπειτα μπορεῖς νὰ σκεφθῆς γιὰ ἄλλα μόνη σου. « ̓Αλλὰ δὲν ἔχει ἀνοίξει τὰ χείλη του γιὰ τρίτη ἡμέρα!”, ἀπάντησα. “Δὲν πειράζει, δὲν πειράζει προσπάθησε! Λοιπόν, χαίρετε! Εἶναι ὥρα γιὰ μένα νὰ φεύγω”. Εξαφανίσθηκε.

Αὐτὴ τὴν φορὰ ἡ πόρτα τοῦ κήπου δεν κτύπησε. Βγῆκα ἔξω στὸ μπαλκόνι. Μποροῦσε κανεὶς νὰ δῆ τὸν δρόμο για πολλὴ ἀπόστασι δεξιὰ καὶ ἀριστερὰ καὶ ἦταν γεμάτος ἀπὸ τὶς ἡλιακτίδες, ἀλλὰ ἡ χειμερινὴ ἐπισκέπτριά μου δεν φαινόταν πουθενά. Μόνο τότε συνειδητοποίησα τὴν ἀντίθεσι τῆς χειμωνιάτικης ἐνδυμασίας της μέσα σ’ αὐτὴ τὴν ἀφόρητη ζέστη τοῦ ἀπογευματινοῦ τῆς Τεχεράνης. Πῆγα στὸν ἑτοιμοθάνατο ἄνδρα μου. ̓́Ανοιξε τὰ μάτια του καὶ μόλις ποὺ ἀκουγόταν ζήτησε κάτι νὰ πιῆ. Με τρεμάμενα χέρια τοῦ ἔφερα ἕνα φλυτζάνι τσάι, μὴ θέλοντας να πιστέψω ἀκόμη ὅτι αὐτὴ ἡ ἀναλαμπὴ ἦταν σημάδι ἀναρρώσεως. “Ποιός ἦλθε κοντά μου;”, ἐρώτησε. Δὲν ἤξερα τί νὰ τοῦ ἀπαντήσω. “Μιὰ ἄγνωστη γυναίκα“ εἶπα. Ὁ σύζυγός μου ἀναστέναξε βαθιά, σὰν νὰ εἶχε ἀνακουφισθῆ ἀπὸ κάποιου είδους βαρύ φορτίο. Αἰσθάνομαι καλύτερα. “Ποιός με πλησίασε;”, ξαναρώτησε βυθιζόμενος σε ἐλαφρὺ ὕπνο.

Τὰ παιδιὰ γύρισαν. Τὰ ἐρώτησα, ἐὰν μιὰ γυναίκα μὲ σακκάκι καὶ κετσεδένιες μπότες καὶ ἕνα μαντήλι στὸ κεφάλι εἶχε ἔλθει στοὺς Πιρόγκωφ. Τὰ παιδιὰ εἶπαν ὅτι δὲν εἶχαν δεῖ καμμιὰ γυναῖκα ούτε κανέναν ἄλλον να μπή μέσα. Πήγα στὸν ἄνδρα μου μέ ἕνα φλυτζάνι γάλα. Εἶχε ἕνα ἀμυδρό μειδίαμα στὸ ἀποχαυνωμένο πρόσωπό του, τὸ ὁποῖο ἦταν κάτισχνο, ὥστε νὰ εἶναι σχεδόν αγνώριστος. Ηπιε μισό φλυτζάνι γάλα καὶ μὲ ρώτησε πάλι: “Ποιὸς ἦλθε κοντά μου;”. Τοῦ ἐξήγησα όσο καλύτερα μποροῦσα τὴν ἐμφάνισι τῆς μυστηριώδους ἐπισκεπτρίας καὶ πρόσθεσα ὅτι θὰ κατέβαινα στοὺς Πιρόγκωφ κατ ̓ εὐθεῖαν τώρα νὰ ἀνακαλύψω ποιὰ ἦταν αὐτή, ἀφοῦ ἔψαχνε γι’ αυτ τους. Πήγα στους Πιρόγκωφ καὶ ἄρχισα νὰ τοὺς ἐρωτῶ γιὰ τὴν γυναῖκα μὲ τὶς κετσεδένιες μπότες καὶ τὸ σακκάκι, ποὺ ἔψαχνε γι ̓ αὐτούς. Διεπιστώθη ὅτι καμμιά τέτοια χειμωνιάτικη ἐπισκέπτρια δὲν εἶχε ἔλθει σ ̓ αὐτοὺς καὶ ἄρχισαν νὰ ἀστειεύωνται καὶ νὰ χαριεντίζωνται μαζί μου: “Νὰ ἐμφανισθῆ μὲ σακκάκι καὶ κετσεδένιες μπότες με τέτοια ζέστη! Ἤ ἦταν καμμιὰ Ἁγία ἢ βλέπεις φαντασίες!”. Χωρὶς νὰ πῶ τίποτε περισσότερο, γύρισα σπίτι.

Ὁ σύζυγός μου καθόταν ἤδη στὸ κρεβάτι, ἀκουμπώντας σ’ ἕνα μαξιλάρι. “Λοιπόν, ἀνεκάλυψες;” ἦταν ἡ πρώτη κουβέντα του. “Όχι, δεν εὐρήκα τίποτε. Αὐτὴ δὲν πῆγε ἐκεῖ”. “Πρόσεξέ με”, εἶπε ὁ ἄνδρας μου. “Γνωρίζεις ὅτι πέθαινα, καθὼς τὸ γνώριζα ἐπίσης. Δὲν εἶχα τὴν δύναμι ἀκόμη καὶ νὰ ἀνοίξω τὰ μάτια μου οὔτε καὶ νὰ σὲ φωνάξω καὶ ἡ ζωὴ μὲ ἐγκατέλειπε. Ξαφνικὰ αἰσθάνθηκα ὅτι κάποιος μὲ πλησίασε καὶ ἕνα εἶδος ζωογόνου δροσιάς φύσηξε ἐπάνω μου. Κράτησε μόνο για μια στιγμή. Προσπάθησα νὰ πιάσω αὐτὸ τὸ δροσερὸ ρεῦμα. Τώρα γνωρίζω ὅτι πάω καλά. Σὲ ποιὸν προσευχόσουν γιὰ μένα;”. “Μακαρία Ξένη”, εἶπα καὶ ἄρχισα νὰ κλαίω. Ὅταν ὁ σύζυγός μου ἀνέλαβε πλήρως, ἄρχισε νὰ ἐρευνᾶ (γιὰ τὸ ποιὸς γιατρὸς ἀπὸ τὴν Ἁγία Πετρούπολι ἦταν στὴν Τεχεράνη ἐκεῖνο τὸν καιρό. Κανείς γιατρὸς δὲν εἶχε περάσει καὶ ἐπίσης κανεὶς δὲν εἶχε δεῖ τὴν γυναῖκα μὲ τὰ χειμωνιάτικα.
Στὴν ψυχή μου, ἔχω τὴν πληροφορία, ὅτι ἡ Μακαρία Ξένη ἐμφανίσθηκε στὸ κάλεσμά μου».

58. Βλ. βιβλίο «The Life and Miracles…», σ. 63, τὸ ὑπ’ ἀριθ. 26 θαῦμα
59. Κετσές, πίλημα: εἶδος ὑφάσματος ἀπὸ συμπιεσμένο τρίχωμα (μαλλί)
πηγή:Από το Βιβλίο ”Η Οσία Ξένη η Ρωσίδα, η διά Χριστόν Σαλή”, έκδοση Ιεράς Μονής Αγίων Κυπριανού και Ιουστίνης, Φυλής Αττικής, σελ.Σελ. 92-95

Δεν υπάρχουν σχόλια: