Παρασκευή 16 Ιανουαρίου 2026

«αναλώνω, ανάλωση, κατανάλωση, αναλώσιμα»

________
◾ Ετυμολογία και σημασίες του ρήματος "ἀναλίσκω"
📖 Από το αρχ. ρ. "ἀναλόω / ἀναλίσκω" «ξοδεύω, χρησιμοποιώ κάτι εξαντλώντας το» προέρχεται το ουσ. "ἀνάλωσις" «ξόδεμα, εξάντληση πράγματος από τη χρήση».
Το ρ. χρησιμοποιήθηκε ακόμη σε χρήσεις όπως "ἀναλίσκω εἰς τι" «ξοδεύω κάτι για κάτι / για κάποιον σκοπό», και μεταφορικά "ἀναλίσκω λόγους, ὕπνον" «ξοδεύω λόγια, χρόνο σε ύπνο κ.ά.».
Στη συνέχεια πέρασε στη σημασία «καταναλώνω (για τρόφιμα)», π.χ. "ἀναλίσκω σιτία / κρέα", για να καταλήξει στη σημ. «(για πρόσωπα) σκοτώνω, καταστρέφω».
Μπορεί να είναι εικόνα λίμνη και κείμενο που λέει "ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΛΕΞΕΩΝ αναλώνω, ανάλωση, κατανάλωση, αναλώσιμα"
________
◾ 🧩 "καταναλίσκω", "κατανάλωσις", "αναλώνω"
Οι τύποι με την πρόθεση "κατά" ("καταναλίσκω", "κατανάλωσις") είναι επίσης αρχαίοι και έχουν τις ίδιες σημασίες με τα "ἀναλίσκω", "ἀνάλωσις", εκτός από τη σημ. «σκοτώνω, καταστρέφω»:
"καταναλίσκω χρήματα / τάλαντα εἰς τὴν στρατείαν",
"καταναλίσκω τὸ πλεῖστον τοῦ βίου ἐν ὁμιλίᾳ",
"τὴν τροφήν" κ.ά.
Στα μεσν. χρόνια ο τύπος "ἀναλόω" μεταπλάστηκε σε ρήμα σε "-ώνω" → "αναλώνω", πβ. "κυκλόω" → "κυκλώνω", "ἐλευθερόω" → "ἐλευθερώνω", "(ὑπο)δουλόω" → "(ὑπο)δουλώνω" κ.ά.
________
◾ 🕰️ Νεότερες σημασίες και χρήσεις
Η σημασία του "καταναλώνω" «αγοράζω προϊόντα, ξοδεύω χρήματα σε αγορές (ως οικονομικός όρος)» είναι νεότερη, αντιδιαστελλόμενη στο "παράγω" (προϊόντα)
(αντιστοίχως: "παραγωγή–κατανάλωση", "παραγωγός–καταναλωτής").
Νεότεροι είναι και οι όροι "υπερκατανάλωση" και "καταναλωτισμός".
Ο τελευταίος αποδίδει τον αγγλ. "consumerism", ο οποίος αρχικά (1944) σήμαινε «προστασία των συμφερόντων των καταναλωτών», για να προσλάβει μέσα σε μία δεκαετία τη σημασία της κατανάλωσης ως επιθυμητής οικονομικής πολιτικής.
________
◾ 🌍 Ενσωμάτωση ξένων όρων στα Ελληνικά
Οι αγγλ. όροι, όπως και οι αντίστοιχοι γαλλ. ("consommer" «καταναλώνω», "consommation" «κατανάλωση», "consumérisme" «καταναλωτισμός»), ανάγονται στο λατ. ρ. "consumere", που είχε τις ίδιες σημασίες με το "ἀναλίσκω".
(Οι γαλλ. τύποι προέρχονται από το λατ. "consummare" «αθροίζω», το οποίο συγχεόταν με το "consumere", εξ ου και ενδιάμεσοι τύποι όπως "consummer".)
Ενδιαφέρον έχει ότι η γαλλ. λέξη "consommation", λόγω της σημασίας «παραγγελία, κατανάλωση ποτού σε καφέ / μπαρ», πέρασε αυτούσια στα Ελληνικά ως "κονσομασιόν", δηλώνοντας την πρακτική γυναικών που κρατούν συντροφιά σε πελάτες για να καταναλώνουν περισσότερα ποτά.
Κοινής ετυμολογικής προέλευσης είναι και η σούπα "κονσομέ" (γαλλ. "consommé").
________
◾ 🏛️ Σύγχρονες και λόγιες χρήσεις των λέξεων
Η λέξη "αναλώσιμα" αποτελεί νεότερο μεταφραστικό δάνειο (πβ. αγγλ. "consumables", γαλλ. "[des biens] consommables").
Ο ξένος όρος θα μπορούσε να είχε αποδοθεί με τον ελλην. "καταναλώσιμα", αφού το επίθ. "καταναλώσιμος" καταγράφεται ήδη από τα τέλη του 19ου αι. από τον Στέφανο Κουμανούδη, όπως και οι νεόπλαστοι όροι "καταναλωτής" (1853), "καταναλώτρια" (1887), "καταναλωτικός" (1871).
Σημειώνεται ότι, ενώ σήμερα χρησιμοποιούμε τον όρο "κατανάλωση" για τρόφιμα και άλλα αγαθά, στις επιγραφές προϊόντων όπου αναγράφεται η ημερομηνία λήξης χρησιμοποιείται ο όρος "ανάλωση".
Τέλος, ενδιαφέρον παρουσιάζει η αρχ. λέξη "ἀνάλωμα", με αρχική σημασία «δαπάνη, έξοδο», αντιδιαστελλόμενη στη λέξη "λήμμα" (< "λαμβάνω"), πβ. "λήμμα και ανάλωμα" «έσοδα και έξοδα».
Από τη δοτική πληθ. "ἀναλώμασι" προήλθε η λόγια έκφραση που χρησιμοποιείται ακόμη "ἰδίοις ἀναλώμασι" «με δικά του έξοδα», π.χ. «το βιβλίο τυπώθηκε ιδίοις αναλώμασι».
Η λέξη "ἀνάλωμα" επιβιώνει επίσης εμμέσως στη σύνθετη μορφή "παρανάλωμα" (ήδη ελληνιστική) στην τυποποιημένη έκφραση «παρανάλωμα του πυρός».
____________

Δεν υπάρχουν σχόλια: