Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2018

Άνθρωπος, ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού, ούτως εξανθήσει.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας
Μικροί παρατηρούσαμε τα μυρμήγκια. Νομίζω ότι τα πιό πολλά παιδιά το έχουν κάνει (όσα είχαν την τύχη να ζούν κοντά σε χώμα - αλήθεια, υπάρχει μια αξεδιάλυτη σχέση ανάμεσα στο χώμα και τον άνθρωπο).
Τί ήταν εκείνο που μας έκανε να καθόμαστε αρκετή ώρα και να χαζεύουμε τον μικρόκοσμό τους; Ίσως η αίσθηση ότι υπήρχε κάτι πολύ μικρότερο από εμάς που μπορούσαμε να το θεωρούμε αφ' υψηλού. Ίσως παρά το μικρό της ηλικίας μας να αντιλαμβανόμασταν βαθιά μέσα μας την αστειότητα της υπερβολικής τους μέριμνας: φωλιές με περιποιημένο στρογγυλό ανάχωμα γύρω γύρω, και ατέλειωτες ουρές μικρά μυρμήγκια να πηγαινοέρχονται σχεδόν αγχωμένα μεταφέροντας τροφή. Και αρκούσε μια δυνατή μπόρα ή μια δική μας άτσαλη και βίαιη κίνηση, για να φανεί η αστειότητα της μέριμνας.

Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει.
Ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ, και ουχ υπάρξει, και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού.

Άνθρωπος. Η διάρκεια της ζωής του σαν το χόρτο,
σαν το λουλούδι του αγρού το άνθισμά του.
Το φύσηξε το αεράκι και δεν υπάρχει πιά
και δεν φαίνεται καν που ήταν φυτρωμένο.

Τα μυρμήγκια δεν το ήξεραν. Και σύναζαν καρπούς για τον χειμώνα υπάκουα και πειθήνια στη γνώση που είχε συσσωρευτεί για χιλιάδες αιώνων στα γονίδιά τους. Στην φύση τους.
Το σύστημα, για να μας μάθει τα καλά της αποταμίευσης, μας δίδασκε, ευκαιρίας δοθείσης, την ιστορία του προνοητικού μέρμηγκα και του ρέμπελου τζίτζικα. Και αν η έκθεσή μας την ημέρα της αποταμίευσης ήταν καλή (καλύτερη από των άλλων μυρμηγκιών) παιρναμε σαν βραβείο τον κουμπαρά από το ταχυδρομικό ταμιευτήριο. Εκείνον τον μεταλλικό που κλείδωνε, με την λεπτή σχισμή που από μέσα κάτι πρέπει να είχε σαν παραπέτο και εμπόδιζε τα κέρματα να ξαναβγούν έξω όταν μπορεί να θέλαμε κανά λαθραίο τάλληρο να πάρουμε το μίκι μάους. Για τα χαρτονομίσματα ούτε κάν προσπαθούσαμε. Αυτά αφού είχαν περάσει στριμμένα σε ρολό την στενή - και τεθλιμμένη - στρογγυλή του πύλη, είχαν ξεδιπλωθεί στο εσωτερικό, η πύλη ήταν μιάς κατεύθυνσης.

Εμείς όμως βαθιά μέσα μας, συντασσόμασταν με τον τζίτζικα. Μας φαινόταν πολύ σκληρός ο θάνατός του από ασιτία τον χειμώνα. Και αντιπαθούσαμε τα μυρμήγκια που δεν τούδιναν κι αυτού λίγο καρπό από τον συναγμένο για να μην πάει καλιά του. Τι κακό έκανε το φουκαριάρικο τζιτζίκι; Που τραγουδούσε αμέριμνο; Τουλάχιστον το χαιρότανε. Ρούφαγε όλον τον καλοκαιρινό ήλιο και ευτυχισμένο τον ανταπέδιδε σε τραγούδι. Τόσο δυνατό, που το καλοκαίρι στον εσπερινό του Προφήτη Ηλία πάνω στο κάστρο, κάλυπτε το κατευθυνθήτω των ψαλτάδων και απέμενε μόνο το θυμίαμα που ανέβαινε ενώπιον Του, μαζί με την προσευχή και το τραγούδι του τζίτζικα.

Αλλά δεν ήταν μόνο η λύπηση που μας έκανε να παίρνουμε το μέρος του τζίτζικα. Εμείς ξέραμε - το είχαμε παρατηρήσει - πόσο μάταια μεριμνούσε το μυρμήγκι. Ξέραμε ότι από την ιστορία των μεγάλων που μακάριζε τον μέρμηγκα, έλειπε κάτι, έλειπε η βροχή, η βίαιη κίνηση.
Δυστυχώς όμως μεγαλώσαμε. Και μάλλον η ιστορία που μάθαμε κι ο κουμπαράς βραβείο, έκαναν καλά την δουλειά τους. Τώρα δεν γίνονται διαγωνισμοί στα σχολεία, ούτε υπάρχουν έπαθλα. Τώρα δεν έχει ούτε χώμα να παρατηρήσουμε τα μυρμήγκια και να μάθουμε. Όμως ακόμα το τραγούδι των τζιτζικιών στο καλοκαιρινό πανηγύρι, καλύπτει το κατευθυνθήτω.

Άνθρωπος ωσεί χόρτος αι ημέραι αυτού, ωσεί άνθος του αγρού ούτως εξανθήσει. Ότι πνεύμα διήλθεν εν αυτώ, και ουχ υπάρξει, και ουκ επιγνώσεται έτι τον τόπον αυτού.

Το δε έλεος του Κυρίου απο του αιώνος, και έως του αιώνος επί τους φοβουμένους αυτόν.

Ανώνυμος είπε...

Ωραίος ο τζιτζικας κι ο μέρμηγκας. Ωραία τα έγραψες φίλε..