Κυριακή 10 Φεβρουαρίου 2019

Η μεταστροφή του Ντοστογιέφσκι στον Χριστιανισμό και οι τελευταίες στιγμές του

Η-μεταστροφή-Ντοστογιέφσκι-S-Drekou-Aenai-EpAnastasi



«Αν όλος ο κόσμος βαδίσει προς μια κατεύθυνση,
κι ο Χριστός προς την άλλη,
εγώ θα πάω πίσω από τον Χριστό.» 
Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

Επιμέλεια Σοφία Ντρέκου
Ο Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι 11 Νοεμβρίου 1821 - 9 Φεβρουαρίου 1881) ήταν Ρώσος συγγραφέας, κορυφαία μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας.

«H καρδιά του ευαγγελίου είναι αυτή η ιστορία του Ασώτου. Η αγαπημένη μου ηθικοπλαστική ιστορία είναι αυτή του εξόριστου Ντοστογιέφσκι. Στον δρόμο για την εξορία, κάποια ευσεβής χριστιανή γιαγιά του χάρισε την Καινή Διαθήκη για παρηγοριά. Άθεος ο Ντοστογιέφσκι, έσκιζε τις σελίδες του βιβλίου για να καθαρίζει την πίπα του. Έσκισε τον Ματθαίο, τον Μάρκο και αρκετές σελίδες από τον Λουκά.

Ώσπου κάποια στιγμή, από περιέργεια ή βαριεστημάρα θέλησε να μάθει τί λέει επιτέλους αυτό το βιβλίο των χριστιανών. Και να! Τα φέρνει ο Θεός έτσι και η πρώτη σελίδα στο μισκοσκισμένο βιβλίο ήταν αυτή η περικοπή του Ασώτου (ιε' κεφάλαιο από τον Λουκά). Και αποκαλύπτεται στον Ντοστογιέφσκη ένας νέος κόσμος άφεσης, συγχώρησης, αγάπης. Γνωριμίας του Θεού. Και ο πρώην άσωτος μεταμορφώνεται σε έναν από τους σπουδαιότερους ορθοδόξους διανοητές.»[1]

Ν. Λυγερός: Ο αληθινός ιός 
δεν είναι η ασθένεια που νομίζεις
αλλά ένα βιβλίο του Ντοστογιέφσκι 
που πέθανε το 1881
που διαβάζεις μετά από αιώνες
στα είκοσί σου και σου αλλάζει
όλη τη ζωή σου όπου και να είναι
η καθημερινότητά σου 
μέσα σε μια κοινωνία της αδιαφορίας 
γι’ αυτό να προσέχεις
τα φάρμακα που απαγορεύουν
τέτοιου τύπου ιούς 
που είναι ανθρώπινοι.
Η μεταστροφή του Ντοστογιέφσκι

Να ’σαι είκοσι δύο χρονών και να ’σαι θανατοποινίτης! Να περιμένεις να σε κρεμάσουν! Η ζωή μπροστά γεμάτη ομορφιά και νειάτα και ’σένα να θέλουν να σε σκοτώσουν;

Και γιατί τέλος πάντων; Γιατί θέλησες να υπάρχει ισότητα και σωστό στην κοινωνία! Να μην υπάρχουν αφεντάδες και… δούλοι. Να ’μαστε όλοι ίσοι. Και να ’ναι όλα ίσια. 

Όχι στραβά κι ανάποδα. Και να ’χεις κι αυτές τις κυρούλες εδώ τώρα στο τρένο που σε πάει στην εξορία! Τσιμπούρια: - «Πάρε αδερφέ ένα ευαγγέλιο».
Δώρο στο δίνουν! Να τις προσβάλλεις; Ρίξτο στην τσέπη, πες «ευχαριστώ» και φεύγα. Αυτό και κάνεις. Φεύγοντας όμως έμεινες μόνος σου στην φυλακή! Εσύ πολιτικός κατάδικος θανατοποινίτης και οι άλλοι ποινικοί κατάδικοι… κάθε καρυδιάς καρύδι.
Εδώ καταλαβαίνεις στο πετσί σου την μοναξιά του πλήθους. Εδώ ζεις το ότι, την αποξένωση δεν την δημιουργούν τα χιλιόμετρα, αλλά η διάθεση. 
Ότι ο άνθρωπος γίνεται δικός σου όταν έχετε το ίδιο περιεχόμενο καρδιάς όχι την ίδια…στέγη. Ότι η ζωή και στα είκοσι, γεμάτη νειάτα κι ομορφιά, είναι ανυπόφορη χωρίς αγάπη. 
Τα καταλαβαίνεις…θυμώνεις…και καπνίζεις! Για να καθαρίσεις το τσιμπούκι σου κόβεις σελίδες από το ευαγγέλιο! Έτσι κι αλλιώς άχρηστο σου φαίνεται. 
Παπαδοκουβέντες!! Χα-χα! Να που σε κάτι φάνηκε χρήσιμο το δώρο των γυναικών! 
Μαζεύουν οι μέρες και συ έχεις «σκίσει» όλο το κατά Ματθαίον και κατά Μάρκον καθώς και δεκατέσσερα κεφάλαια από τον Λουκά. Έχεις πλαντάξει. Μονοτονία, προσμονή θανάτου, τσιγάρο και…μαυρίλα
Βαριεστημένος αφόρητα: «Δε διαβάζω να δω τι λέει;» σκέφτεσαι και το ανοίγεις. 
Κι «ανοίγει» η ζωή σου.
Ένας πατέρας που δεν ρωτάει «γιατί το ’κανες;». Μια αγκαλιά που ανοίγει πριν της το ζητήσεις. Μια αγάπη χωρίς όρους και όρια. Μια θυσία που βλέπει με στοργή τον άλλον. 
Το δεκαπέντε κεφάλαιο του κατά Λουκάν είναι η ιστορία του άσωτου υιού η μάλλον του εύσπλαγχνου πατέρα. Το ότι είμαι άσωτος το ξέρω. Αξία έχει που μαθαίνω ότι Αυτός δεν είναι αστυνόμος της ζωής μου, αλλά πατέρας που με αγαπά.

Αλλάζουν όλα. Αποχτούν νόημα. Τελειώνει η «ορφάνια». Δεν τρέχω και ζω, τζάμπα! Η ζωή γίνεται όμορφη όχι μόνο από τα νειάτα (υπήρχαν και πριν), αλλά κι από το νόημα που απόχτησε. Σε λίγο θα μας πεις: Ο άνθρωπος δεν θέλει μονάχα να ζει μα θέλει και να ξέρει γιατί ζει.[2] 
Το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιον, κεφάλαιον 15 (ιε')

Η παραβολή του άσωτου γιου                                        Νεοελληνική απόδοση

11 Εἶπε δέ· ἄνθρωπός τις εἶχε δύο υἱούς. 12 καὶ εἶπεν ὁ νεώτερος αὐτῶν τῷ πατρί· πάτερ, δός μοι τὸ ἐπιβάλλον μέρος τῆς οὐσίας. καὶ διεῖλεν αὐτοῖς τὸν βίον. 13 καὶ μετ᾿ οὐ πολλὰς ἡμέρας συναγαγὼν ἅπαντα ὁ νεώτερος υἱὸς ἀπεδήμησεν εἰς χώραν μακράν, καὶ ἐκεῖ διεσκόρπισε τὴν οὐσίαν αὐτοῦ ζῶν ἀσώτως. 14 δαπανήσαντος δὲ αὐτοῦ πάντα ἐγένετο λιμὸς ἰσχυρὸς κατὰ τὴν χώραν ἐκείνην, καὶ αὐτὸς ἤρξατο ὑστερεῖσθαι. 15 καὶ πορευθεὶς ἐκολλήθη ἑνὶ τῶν πολιτῶν τῆς χώρας ἐκείνης, καὶ ἔπεμψεν αὐτὸν εἰς τοὺς ἀγροὺς αὐτοῦ βόσκειν χοίρους. 16 καὶ ἐπεθύμει γεμίσαι τὴν κοιλίαν αὐτοῦ ἀπὸ τῶν κερατίων ὧν ἤσθιον οἱ χοῖροι, καὶ οὐδεὶς ἐδίδου αὐτῷ. 17 εἰς ἑαυτὸν δὲ ἐλθὼν εἶπε· πόσοι μίσθιοι τοῦ πατρός μου περισσεύουσιν ἄρτων, ἐγὼ δὲ λιμῷ ἀπόλλυμαι! 18 ἀναστὰς πορεύσομαι πρὸς τὸν πατέρα μου καὶ ἐρῶ αὐτῷ· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου. 19 οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου· ποίησόν με ὡς ἕνα τῶν μισθίων σου. 20 καὶ ἀναστὰς ἦλθε πρὸς τὸν πατέρα αὐτοῦ. ἔτι δὲ αὐτοῦ μακρὰν ἀπέχοντος εἶδεν αὐτὸν ὁ πατὴρ αὐτοῦ καὶ ἐσπλαγχνίσθη, καὶ δραμὼν ἐπέπεσεν ἐπὶ τὸν τράχηλον αὐτοῦ καὶ κατεφίλησεν αὐτόν. 21 εἶπε δὲ αὐτῷ ὁ υἱός· πάτερ, ἥμαρτον εἰς τὸν οὐρανὸν καὶ ἐνώπιόν σου, καὶ οὐκέτι εἰμὶ ἄξιος κληθῆναι υἱός σου. 22 εἶπε δὲ ὁ πατὴρ πρὸς τοὺς δούλους αὐτοῦ· ἐξενέγκατε τὴν στολὴν τὴν πρώτην καὶ ἐνδύσατε αὐτόν, καὶ δότε δακτύλιον εἰς τὴν χεῖρα αὐτοῦ καὶ ὑποδήματα εἰς τοὺς πόδας, 23 καὶ ἐνέγκαντες τὸν μόσχον τὸν σιτευτὸν θύσατε, καὶ φαγόντες εὐφρανθῶμεν, 24 ὅτι οὗτος ὁ υἱός μου νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη. καὶ ἤρξαντο εὐφραίνεσθαι. 25 ῏Ην δὲ ὁ υἱὸς αὐτοῦ ὁ πρεσβύτερος ἐν ἀγρῷ· καὶ ὡς ἐρχόμενος ἤγγισε τῇ οἰκίᾳ ἤκουσε συμφωνίας καὶ χορῶν, 26 καὶ προσκαλεσάμενος ἕνα τῶν παίδων ἐπυνθάνετο τί εἴη ταῦτα. 27 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἥκει καὶ ἔθυσεν ὁ πατήρ σου τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν, ὅτι ὑγιαίνοντα αὐτὸν ἀπέλαβεν. 28 ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν. ὁ οὖν πατὴρ αὐτοῦ ἐξελθὼν παρεκάλει αὐτόν. 29 ὁ δὲ ἀποκριθεὶς εἶπε τῷ πατρί· ἰδοὺ τοσαῦτα ἔτη δουλεύω σοι καὶ οὐδέποτε ἐντολήν σου παρῆλθον, καὶ ἐμοὶ οὐδέποτε ἔδωκας ἔριφον ἵνα μετὰ τῶν φίλων μου εὐφρανθῶ· 30 ὅτε δὲ ὁ υἱός σου οὗτος, ὁ καταφαγών σου τὸν βίον μετὰ πορνῶν, ἦλθεν, ἔθυσας αὐτῷ τὸν μόσχον τὸν σιτευτόν. 31 ὁ δὲ εἶπεν αὐτῷ· τέκνον, σὺ πάντοτε μετ᾿ ἐμοῦ εἶ, καὶ πάντα τὰ ἐμὰ σά ἐστιν· 32 εὐφρανθῆναι δὲ καὶ χαρῆναι ἔδει, ὅτι ὁ ἀδελφός σου οὗτος νεκρὸς ἦν καὶ ἀνέζησε, καὶ ἀπολωλὼς ἦν καὶ εὑρέθη.11 Είπε τότε: «Κάποιος άνθρωπος είχε δύο γιους. 12 Και ο νεότερος από αυτούς είπε στον πατέρα του: “Πατέρα, δώσε μου το μέρος της περιουσίας που μου ανήκει”. Εκείνος διαίρεσε σ’ αυτούς την περιουσία. 13 Και μετά από λίγες ημέρες, αφού τα σύναξε όλα ο νεότερος γιος, αποδήμησε σε χώρα μακρινή και εκεί διασκόρπισε την περιουσία του ζώντας άσωτα. 14 Και όταν αυτός τα δαπάνησε όλα, έγινε ισχυρός λιμός στη χώρα εκείνη, και αυτός άρχισε να στερείται. 15 Και τότε πήγε και προσκολλήθηκε σε έναν από τους πολίτες εκείνης της χώρας, και τον έστειλε στους αγρούς του να βόσκει χοίρους. 16 Και αυτός επιθυμούσε να χορτάσει από τα ξυλοκέρατα που έτρωγαν οι χοίροι, και κανείς δεν του έδινε. 17 Τότε συνήλθε και είπε: “Σε πόσους μισθωτούς του πατέρα μου περισσεύουν άρτοι, ενώ εδώ εγώ χάνομαι από λιμό. 18 Αφού σηκωθώ, θα πορευτώ προς τον πατέρα μου και θα του πω: Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου, 19 δεν είμαι άξιος πια να ονομαστώ γιος σου. κάνε με όπως έναν από τους μισθωτούς σου”. 20 Και σηκώθηκε και ήρθε προς τον δικό του πατέρα. Ενώ λοιπόν αυτός απείχε ακόμα μακριά, τον είδε ο πατέρας του και τον σπλαχνίστηκε και, αφού έτρεξε, έπεσε πάνω στον τράχηλό του και τον καταφίλησε. 21 Του είπε τότε ο γιος: “Πατέρα, αμάρτησα στον ουρανό και μπροστά σου, δεν είμαι άξιος πια να ονομαστώ γιος σου”. 22 Είπε όμως ο πατέρας προς τους δούλους του: “Γρήγορα, φέρτε έξω την πρώτη στολή και ντύστε τον, και δώστε δαχτυλίδι στο χέρι του και υποδήματα στα πόδια, 23 και φέρτε το καλοθρεμμένο μοσχάρι, σφάξτε το, και να φάμε να ευφρανθούμε, 24 γιατί αυτός ο γιος μου ήταν νεκρός και ξανάζησε, ήταν χαμένος και βρέθηκε”. Και άρχισαν να ευφραίνονται. 25 Ο γιος του ο πρεσβύτερος ήταν τότε στον αγρό. Και καθώς ερχόταν και πλησίασε στην οικία, άκουσε συμφωνίες οργάνων και χορούς 26 και, αφού προσκάλεσε έναν από τους δούλους, ζητούσε να μάθει τι σήμαιναν αυτά. 27 Εκείνος του είπε: “Ο αδελφός σου έχει έρθει, και έσφαξε ο πατέρας σου το μοσχάρι το καλοθρεμμένο, γιατί τον έλαβε πίσω υγιή”. 28 Αυτός τότε οργίστηκε και δεν ήθελε να εισέλθει, αλλά ο πατέρας του εξήλθε και τον παρακαλούσε να μπει μέσα. 29 Εκείνος αποκρίθηκε και είπε στον πατέρα του: “Ιδού, τόσα έτη σε υπηρετώ σαν δούλος και ποτέ δεν παράβηκα εντολή σου, αλλά σ’ εμένα ποτέ δεν έδωσες ένα κατσίκι, για να ευφρανθώ μαζί με τους φίλους μου. 30 Όταν όμως αυτός ο γιος σου ήρθε, που σου κατάφαγε το βιός μαζί με πόρνες, έσφαξες γι’ αυτόν το καλοθρεμμένο μοσχάρι”! 31 Εκείνος του είπε: “Παιδί μου, εσύ πάντοτε είσαι μαζί μου, και όλα τα δικά μου είναι δικά σου. 32 Έπρεπε όμως να ευφρανθούμε και να χαρούμε, γιατί αυτός ο αδελφός σου ήταν νεκρός και έζησε, και χαμένος και βρέθηκε”».[3]


Οι τελευταίες στιγμές του Ντοστογιέφσκυ.
εικ. Ο τάφος του Ντοστογιέφσκι στο Κοιμητήριο Τίχβιν 
της Μονής Αλεξάντερ Νιέφσκι στην Αγία Πετρούπολη
Είναι γνωστός ο μεγάλος χριστιανός συγγραφέας, Ντοστογιέφσκυ. Αυτός είχε πάντοτε αχώριστο σύντροφό του το άγιο Ευαγγέλιο. Όταν πέθαινε τράβηξε κάτω οπό το προσκέφαλο του το άγιο ευαγγέλιο, το έδωσε στον πρωτότοκο υιό του, το άνοιξε στο σημείο πού βρίσκεται η παραβολή του Ασώτου και τον παρακάλεσε να τη διαβάσει.

Όσο την διάβαζε, ο γέρο-Ντοστογιέφσκυ είχε τα μάτια του βουρκωμένα και έκλαιγε ακούγοντας την ωραιότατη αυτή παραβολή της χάριτος, της αγάπης και της ευσπλαχνίας του Κυρίου.

Όταν τελείωσε η ανάγνωση του είπε: 
  • «Αυτή είναι η χάρη και η σοφία του Θεού. Έτσι βλέπει ο Θεός τον κόσμο. Τέτοια σοφία όσο και να ψάξετε δεν θα τη βρείτε πουθενά. Όλα μου τα αγαθά σος τα έδωσα όσο ακόμα ήμουνα καλά. Αυτόν τον πολυτιμότερο μου θησαυρό –το Ευαγγέλιο- τον κρατούσα κοντά μου γιατί μου χρειαζόταν. Τώρα πια και αυτό δε μου χρειάζεται».
Το έδωσε στον πρωτότοκο υιό του δώρο, με την παράκληση να το διαβάζουν και να το έχουν όλοι στην καρδιά τους. Έκανε το σημείο του τιμίου και ζωοποιού Σταυρού και παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Κυρίου ζώντων και νεκρών.[4]

Η πίστη, στην πραγματικότητα, δεν πηγάζει 
από το θαύμα, αλλά το θαύμα από την πίστη. 
Η σιωπή είναι πάντα όμορφη και το σιωπηλό πρόσωπο είναι 
πάντα όμορφο από αυτό που μιλάει. Φιόντορ Ντοστογιέφσκι

Φιόντορ Μιχάηλοβιτς Ντοστογιέφσκι

Πίνακας του Konstantin Vasiliev, 
Fyodor Dostoyevsky, 1976

Κορυφαία μορφή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ρωσικής καταγωγής. Γεννήθηκε το 1821 στη Μόσχα. Σπούδασε στη Στρατιωτική Σχολή Μηχανικών της Πετρούπολης. Υπηρέτησε στο στρατό γιά ένα μικρό χρονικό διάστημα αλλά τον εγκατέλειψε γρήγορα γιά να αφοσιωθεί στη λογοτεχνία. Μελέτησε την κοινωνία και τον κόσμο όχι θεωρητικά αλλά στην πράξη.

Θέμα των έργων του, η ίδια η ζωή. Είδε από κοντά τις υποβαθμισμένες συνοικίες, γνώρισε τη φτώχεια, τον πόνο, την εξαθλίωση των ταπεινών ανθρώπων και στη συνέχεια μετέφερε τις εικόνες αυτές στα μυθιστορήματα του. Ασχολήθηκε με τον άνθρωπο και την κοινωνία και υπήρξε αγωνιστής και επαναστάτης. Εναντιώθηκε στην πολιτική του Τσάρου Νικολάου του Α'. Αυτή του η στάση είχε αποτέλεσμα να κατηγορηθεί γιά συνωμοσία και να καταδικαστεί σε τετραετή φυλάκιση.

Τα χρόνια του εγκλεισμού του στις φυλακές του Όμσκ υπέφερε τρομερά βασανιστήρια και εξευτελισμούς. Το 1859 επέστρεψε στην Πετρούπολη και εξέδωσε μαζί με τον αδελφό του δύο περιοδικά τα οποία, όμως, δεν σημείωσαν επιτυχία με αποτέλεσμα ο Ντοστογιέφσκι να βρεθεί καταχρεωμένος. Ο μόνος τρόπος γιά να συγκεντρώσει χρήματα και να ξεπληρώσει τα χρέη του ήταν η συγγραφή. Άρχισε λοιπόν να γράφει συνέχεια και ακούραστα με αποτέλεσμα να καταφέρει να ζήσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του σχετικά άνετα.

Σ' αυτό το διάστημα έγραψε τα καλύτερα του έργα: Ο παίκτης, Οι αδερφοί Καραμαζώφ, Έγκλημα και Τιμωρία, Ο Ηλίθιος, Οι δαιμονισμένοι. Όταν κατάφερε πλέον να ανασάνει από το βάρος των χρεών ανέλαβε τη διεύθυνση του περιοδικού Πολίτης και λίγα χρόνια αργότερα εξέδωσε το δικό του περιοδικό, Το Ημερολόγιο ενός συγγραφέα, που σε αντίθεση με τις προηγούμενες εκδοτικές εμπειρίες σημείωσε τεράστια επιτυχία. Πέθανε το 1881 στην Πετρούπολη σε ηλικία 60 ετών.

Παραπομπές: 
1. Πρωτοπρεσβύτερος Παντελεήμων Κρούσκος, Θεολόγος, Εφημέριος Ι. Μητρ. Ναού Σωτήρος Χριστού Καλύμνου. π. Παντ. Κρούσκος, www.sophia-ntrekou.gr
2. Αρχιμ. Θεοδοσίου Μαρτζούχου, Πρωτοσύγκελλου Ι. Μ. Νικοπόλεως και Πρεβέζης
3. Καινή Διαθήκη - Holy Bible, http://kainidiathiki.agiooros.org

Δεν υπάρχουν σχόλια: