Πέμπτη, 7 Ιουνίου 2018

Έλα σε μένα

 

Αποτέλεσμα εικόνας για Χένρι ΜίλερΧένρι Μίλερ συγγραφέας που έφυγε μια τέτοια μέρα σαν κι αυτή το 1980. Γεννήθηκε στη Νέα Υόρκη. Το 1930 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι αρχίζει να εκδίδει τα πρώτα του βιβλία και μετά έρχεται στην Ελλάδα, όπου ζει περίπου έξι μήνες.
Φιλοξενήθηκε από τον Λώρενς Ντάρελ στην Κέρκυρα, επισκέφθηκε την Αθήνα, την Πελοπόννησο και αρκετά νησιά και συναναστράφηκε τον Γιώργο Σεφέρη, τον Νίκο Χατζηκυριάκο-Γκίκα και τον Γιώργο Κατσίμπαλη.
Από τον Κατσίμπαλη είναι εμπνευσμένος ο τίτλος του βιβλίου Ο Κολοσσός του Μαρουσιού, στο οποίο περιγράφει τις εντυπώσεις του από την σύγχρονη Ελλάδα, ένα βιβλίο-ύμνος για τη χώρα.
Όπως έλεγε για την χώρα μας: "Σε εκείνους που σκέπτονται πως η Ελλάδα σήμερα δεν έχει καμία σημασία ας μου επιτραπεί να πω ότι δεν θα μπορούσαν να κάνουν μεγαλύτερο λάθος. Η σημερινή, όπως και η παλιά Ελλάδα, έχει υψίστη σημασία για οποιονδήποτε ψάχνει να βρει τον εαυτό του..."
 

Διαβάζουμε μερικά απόσπάσματα από το βιβλίο που έγραψε για την χώρα μας:
"Δεν θα είχα πάει ποτέ στην Ελλάδα αν δεν υπήρχε εκείνο το κορίτσι, η Μπέτι Ράιαν, που έμενε στο ίδιο σπίτι μ' εμένα στο Παρίσι. Ένα βράδυ, πάνω από ένα ποτήρι κρασί, άρχισε να μιλάει για τις εμπειρίες της από τις περιηγήσεις της στον κόσμο. Την παρακολουθούσα πάντα με μεγάλη προσοχή, όχι μόνο γιατί οι εμπειρίες της ήταν παράξενες, αλλά γιατί όταν μιλούσε για τις περιπλανήσεις της ήταν σαν να τις ζωγράφιζε: όσα περιέγραφε έμεναν στο μυαλό μου σαν τελειωμένοι πίνακες ενός μεγάλου ζωγράφου. Γρήγορα πήγαμε στη βόρεια Αφρική, στην έρημο, ανάμεσα σε λαούς που δεν τους είχα ακούσει ποτέ πριν.
Και τότε ξαφνικά βρέθηκε εντελώς μόνη της, περπατώντας δίπλα σ' ένα ποτάμι, και το φως ήταν έντονο κι εγώ την ακολουθούσα όσο καλύτερα μπορουσα στον εκτυφλωτικό ήλιο, εκείνη όμως χάθηκε, κι εγώ βρέθηκα να περιπλανιέμαι σε μια ξένη χώρα, ακούγοντας μια γλώσσα που δεν είχα ακούσει ποτέ πριν. Αυτό το κορίτσι δεν είναι ακριβώς μια αφηγήτρια, αλλά ένα είδος καλλιτέχνιδας, αφού κανένας δεν μου έχει δώσει την ατμόσφαιρα ενός τόπου με τόση πληρότητα όσο αυτή για την Ελλάδα.
Πολύ αργότερα ανακάλυψα ότι ο τόπος όπου είχε περιπλανηθεί, κι εγώ μαζί της, ήταν κοντά στην Ολυμπία, όμως τότε για μένα ήταν απλώς η Ελλάδα, ένας κόσμος από φως τέτοιο που ποτέ δεν είχα ονειρευτεί και ποτέ δεν ήλπιζα να δω. Για μήνες πριν από αυτή τη συζήτηση λάμβανα γράμματα από την Ελλάδα από τον φίλο μου τον Λόρενς Ντάρελ, ο οποίος είχε κυριολεκτικά κάνει πατρίδα του την Κέρκυρα. Τα γράμματά του ήταν επίσης θαυμάσια, ωστόσο κάπως μη πραγματικά για μένα. Ο Ντάρελ είναι ποιητής και τα γράμματά του ήταν ποιητικά. Μου προκαλούσαν κάποια σύγχυση, επειδή το όνειρο και η πραγματικότητα, το ιστορικό και το μυθολογικό, μπλέκονταν τόσο καλλιτεχνικά. Αργότερα ανακάλυψα και μόνος μου ότι αυτή η σύγχυση είναι πραγματική και δεν οφείλεται εντελώς στην ποιητικότητα.
Στη Μασσαλία πήρα το καράβι για τον Πειραιά. Ο φίλος μου ο Ντάρελ θα με συναντούσε στην Αθήνα και θα με έπαιρνε μαζί του στην Κέρκυρα. Στο καράβι ήταν πολλοί Λεβαντίνοι. Τους ξεχώρισα αμέσως, προτιμώντας τους από τους Αμερικανούς, τους Γάλλους και τους Άγγλους. Επιθυμούσα πολύ να μιλήσω με Άραβες, Τούρκους, Σύριους και παρόμοιους. Ήμουν περίεργος να μάθω πώς έβλεπαν τον κόσμο. Το ταξίδι θα κρατούσε τέσσερις πέντε μέρες, κάτι που μου έδινε αρκετό χρόνο για να γνωριστώ με εκείνους για τους οποίους ήθελα να μάθω περισσότερα.
Εντελώς τυχαία, ο πρώτος φίλος που έκανα ήταν ένας έλληνας φοιτητής της ιατρικής που επέστρεφε από το Παρίσι. Μιλούσαμε γαλλικά. Το πρώτο βράδυ συζητούσαμε μέχρι τις τρεις ή τέσσερις τα ξημερώματα
Eκείνη η συζήτηση με δίδαξε αμέσως ότι οι Έλληνες είναι ένας ενθουσιώδης, φιλομαθής, παθιασμένος λαός. Το πάθος— ήταν κάτι που μου είχε λείψει πολύ στη Γαλλία. Όχι μόνο το πάθος, αλλά και η αντιφατικότητα, η σύγχυση, το χάος — όλες αυτές τις γνήσιες ανθρώπινες ιδιότητες τις ξανανακάλυψα και τις χάρηκα στο πρόσωπο του καινούργιου μου φίλου. Και τη γενναιοδωρία. Κόντευα να πιστέψω ότι είχε χαθεί από τη γη. Και να εμείς, έναςΈλληνας και ένας Αμερικανός, με κάτι, κοινό, και όμως δύο εντελώς διαφορετικά άτομα. Ήταν μια υπέροχη εισήγηση στον κόσμο που επρόκειτο να ανοίξει μπροστά στα μάτια μου. Είχα ήδη ερωτευτεί την Ελλάδα, και τους Έλληνες, πριν ακόμη αντικρίσω τη χώρα. Ένιωσα εκ των προτέρων ότι ήταν ένας φιλικός, φιλόξενος λαός, εύκολος να τον πλησιάσεις και να σχετιστείς μαζί του.
Την επομένη άρχισα συζήτηση με τους άλλους — έναν Τούρκο, έναν Σύριο, μερικούς φοιτητές από τον Λίβανο, έναν Αργεντινό ιταλικής καταγωγής. Ο Τούρκος μού προξένησε αντιπάθεια σχεδόν από την αρχή. Η μανία του με τη λογική με εξαγρίωνε. Κι επιπλέον ήταν και κακή λογική. Όπως και στους άλλους, με τους οποίους διαφωνούσα άγρια, βρήκα και σ' αυτόν ένα αμερικανικό πνεύμα στη χειρότερη έκφρασή του. Η πρόοδος ήταν μονομανία τους. Περισσότερες μηχανές, περισσότερη αποδοτικότητα, περισσότερα κεφάλαια, περισσότερες ανέσεις — αυτή ήταν όλη κι όλη η συζήτησή τους. Τους ρώτησα αν είχαν ακούσει για τα εκατομμύρια των ανέργων στην Αμερική. Αγνόησαν την ερώτηση. Τους ρώτησα αν καταλάβαιναν πόσο κενοί, ανήσυχοι και αξιοθρήνητοι ήταν οι Αμερικανοί με όλες αυτές τις μηχανικές πολυτέλειες και ανέσεις. Ο σαρκασμός μου δεν τους άγγιζε. Αυτό που ήθελαν ήταν επιτυχία — λεφτά, δύναμη, μια θέση στον ήλιο.
 

Κανένας δεν ήθελε να επιστρέψει στην πατρίδα του, για κάποιο λόγο, ήταν όλοι υποχρεωμένοι να γυρίσουν παρά τη θέλησή τους. Έλεγαν πως στη δική τους πατρίδα δεν υπήρχε ζωή. Πότε θα άρχιζε η ζωή; ήθελα να μάθω. Όταν θα είχαν όλα τα πράγματα που είχε η Αμερική, η Γερμανία ή η Γαλλία. Απ' όσο μπορούσα να καταλάβω, η ζωή συναπαρτιζόταν από πράγματα, κυρίως από μηχανήματα. Ζωή χωρίς λεφτά δεν υπήρχε: έπρεπε να έχουν ρούχα, ένα καλό σπίτι, ραδιόφωνο, αυτοκίνητο, ρακέτα του τένις και τα λοιπά. Τους είπα ότι δεν είχα τίποτε απ' όλα αυτά τα πράγματα και ότι ήμουν ευτυχής χωρίς αυτά, ότι είχα γυρίσει την πλάτη στην Αμερική ακριβώς επειδή αυτά τα πράγματα δεν είχαν καμιά σημασία για μένα. Είπαν ότι ήμουν ο πιο παράξενος Αμερικανός απ' όσους είχαν γνωρίσει.
Καθώς έπεφτε η νύχτα φάνηκαν αμυδρά τα νησιά της Ελλάδας, σε κάποια απόσταση, μάλλον αιωρούμενα πάνω από τα ύδατα παρά ακίνητα. Τα άστρα φάνηκαν με μια μεγαλόπρεπη λαμπρότητα και ο αέρας ήταν απαλός και δροσερός. Άρχισα αμέσως να νιώθω τι είναι η Ελλάδα, αυτό που υπήρξε, αυτό που θα είναi πάντα, ακόμα κι όταν θα έχει την ατυχία να κατακλυσθεί από αμερικανούς τουρίστες.
Όλα μού φαίνονταν σωστά. Δεν υπήρχε πια χρόνος, βρισκόμουν σ' ένα αργό καράβι έτοιμος να συναντήσω ότι θα 'ρχόταν και να το δεχτώ. Από τη θάλασσα, λες και τα είχε τακτοποιήσει για μένα ο ίδιος ο 'Ομηρος, ξεπηδούσαν τα νησιά, μοναχικά, εγκαταλειμμένα, μυστηριακά στο φως που έσβηνε. Δεν θα μπορούσα να ζητήσω τίποτε περισσότερο, ούτε ήθελα τίποτε περισσότερο. Είχα όλα όσα ποθούσε ένας άνθρωπος, και το ήξερα. Ήξερα επίσης πως ποτέ δεν θα τα είχα ξανά. Ένιωθα τον πόλεμο να έρχεται — κάθε μέρα και πιο κοντά. Για λίγο ακόμα θα είχαμε ειρήνη και οι άνθρωποι μπορούσαν ακόμη να συμπεριφέρονται σαν ανθρώπινα όντα.
Oι άνθρωποι φαίνονται να εκπλήσσονται και να γοητεύονται όταν μιλάω για την επίδραση που είχε πάνω μου αυτό το ταξίδι μου στην Ελλάδα. Λένε ότι με ζηλεύουν και ότι εύχονται να μπορέσουν μια μέρα να πάνε κι αυτοί εκεί. Γιατί δεν πάνε; Διότι κανένας δεν μπορεί να χαρεί την εμπειρία που ποθεί αν δεν είναι έτοιμος γι' αυτή. Οι άνθρωποι σπάνια εννοούν αυτό που λένε.
Όποιος λέει ότι φλέγεται να κάνει κάτι διαφορετικό από αυτό που κάνει ή να βρεθεί κάπου αλλού αποκεί που είναι ψεύδεται στον ίδιο του τον εαυτό του. Το να επιθυμείς δεν είναι μόνο το να εύχεσαι. Το να επιθυμείς είναι να γίνεις αυτό που ουσιαστικά είσαι. Μερικοί άνθρωποι, διαβάζοντας αυτό, θα καταλάβουν αναπόφευκτα ότι δεν τους μένει τίποτε άλλο από το να πραγματοποιήσουν τις επιθυμίες τους.
Μια γραμμή του Μέτερλινκ που αφορά την αλήθεια και τη δράση άλλαξε όλη την ιδέα που είχα για τη ζωή. Μου πήρε είκοσι πέντε χρόνια για να καταλάβω απολύτως το νόημα της φράσης του. Άλλοι άνθρωποι είναι πιο γρήγοροι στο συντονισμό οράματος και δράσης. Αλλά το θέμα είναι ότι τελικά αυτόν τον συντονισμό τον κατάφερα στην Ελλάδα. Ξεφούσκωσα, επανήλθα στις κανονικές ανθρώπινες αναλογίες, έτοιμος να δεχτώ τη μοίρα και προετοιμασμένος να δώσω όσα έλαβα.
Καθώς στεκόμουν στον τάφο του Αγαμέμνονα βίωσα μια αληθινή αναγέννηση. Δε με νοιάζει καθόλου τι σκέφτονται οι άνθρωποι ή τι λένε όταν διαβάζουν μια τέτοια δήλωση. Δεν έχω καμιά επιθυμία να προσηλυτίσω κανέναν στον δικό μου τρόπο σκέψης. Ξέρω τώρα πως όποια επιρροή μπορεί να έχω στον κόσμο θα είναι αποτέλεσμα του παραδείγματος ζωής που δίνω και όχι των γραπτών μου.
Προσφέρω αυτή την καταγραφή του ταξιδιού μου όχι ως μια συνεισφορά στην ανθρώπινη γνώση, γιατί οι γνώσεις μου είναι λίγες και δεν έχουν μεγάλη σημασία, αλλά ως μια συνεισφορά στην ανθρώπινη εμπειρία.
Στην Αθήνα γνώρισα τον υπέροχο Γιώργο Κατσίμπαλη και τον ονόμασα Κολοσσό. Γιατί υπάρχει κάτι το κολοσσιαίο σε οποιονδήποτε άνθρωπο όταν αυτός γίνεται αληθινά και ολοσχερώς ανθρώπινος. Ποτέ δεν γνώρισα πιο ανθρώπινο άτομο από τον Κατσίμπαλη. Περπατώντας μαζί του στους δρόμους του Μαρουσιού είχα την αίσθηση ότι περπατούσα στη γη μ' έναν εντελώς καινούργιο τρόπο. Η γη γινόταν πιο οικεία, πιο ζωντανή, πιο υποσχόμενη. Είναι αλήθεια πως εκείνος μιλούσε συχνά για το παρελθόν, όμως όχι σαν κάτι νεκρό και ξεχασμένο, αλλά μάλλον σαν κάτι που κρατάμε μέσα μας, κάτι που καρποφορεί στο παρόν και κάνει ελκυστικό το μέλλον.
Μιλούσε με τον ίδιο σεβασμό για τα μικρά και τα μεγάλα πράγματα· δεν ήταν ποτέ τόσο απασχολημένος ώστε να μην μπορεί να σταματήσει και να συλλογιστεί τα πράγματα που τον συγκινούσαν· είχε ατέλειωτο χρόνο στη διάθεσή του, κάτι που από μόνο του αποτελεί σημάδι μιας μεγάλης ψυχής. Πώς μπορώ ποτέ να ξεχάσω εκείνη την τελευταία εντύπωση που μου έκανε όταν αποχωριζόμασταν στο σταθμό των λεωφορείων στην καρδιά της Αθήνας;
Υπάρχουν άνθρωποι που είναι τόσο πλήρεις, τόσο πλούσιοι, που δίνονται τόσο απόλυτα, ώστε κάθε φορά που τους αφήνεις νιώθεις ότι δεν έχει σημασία αν χωρίζεστε για μια μέρα ή για πάντα. Έρχονται κοντά σου ξεχειλίζοντας και σε ξεχειλίζουν κι εσένα. Δε σου ζητάνε τίποτα εκτός από τη συμμετοχή σου στη δική τους υπεράφθονη χαρά της ζωής.
Η ελληνική γη ανοίγει μπροστά μου σαν το Βιβλίο της Αποκάλυψης. Ποτέ δεν ήξερα ότι η γη εμπεριέχει τόσα πολλά· περπατούσα με παρωπίδες, με διστακτικά, αβέβαια βήματα· ήμουν περήφανος και αλαζονικός, ευχαριστημένος που ζούσα τη λάθος, περιορισμένη ζωή της πόλης. Το φως της Ελλάδας μου άνοιξε τα μάτια, διαπέρασε τους πόρους μου, διεύρυνε ολόκληρη την ύπαρξή μου. Γύρισα πίσω στον κόσμο, έχοντας βρει το πραγματικό κέντρο και το πραγματικό νόημα της επανάστασης.
Καμιά πολεμική σύγκρουση ανάμεσα στα έθνη της γης δεν μπορεί να διαταράξει αυτή την ισορροπία. Μπορεί η ίδια η Ελλάδα να περιπλακεί κι αυτή στον πόλεμο, όπως περιπλεκόμαστε εμείς τώρα, αλλά αρνούμαι κατηγορηματικά να είμαι οτιδήποτε λιγότερο από πολίτης του κόσμου το οποίο σιωπηλά διακήρυξα ότι είμαι όταν στάθηκα στον τάφο του Αγαμέμνονα ή στην Επίδαυρο. Η Επίδαυρος είναι απλώς ένα συμβολικός τόπος: ο πραγματικός τόπος βρίσκεται στην καρδιά, στην καρδιά κάθε ανθρώπου, αρκεί να σταματήσει και να την ψάξει. Στην Επίδαυρο, στην ακινησία, στη μεγάλη ειρήνη που με κατέλαβε, άκουσα την καρδιά του κόσμου να χτυπά.. Από τότε και μετά η ζωή μου αφιερώθηκε στην αποκατάσταση της θεϊκότητας του ανθρώπου. Ειρήνη σε όλους τους ανθρώπους, εύχομαι, και μια πιο άφθονη ζωή! Μια ζωή γεμάτη φως και συναισθήματα..."


Αν κουραστείς απ’ τους ανθρώπους
κι ειν’ όλα γύρω γκρεμισμένα,
μην πας ταξίδι σ’ άλλους τόπους,
έλα σε μένα, έλα σε μένα.

Κι αν πέσει απάνω σου το βράδυ
με τ’ άστρα του τ’ απελπισμένα,
μη φοβηθείς απ’ το σκοτάδι,
έλα σε μένα, έλα σε μένα.

Έλα και γείρε το κεφάλι
στα χέρια μου τ’ αγαπημένα,
να ζήσεις τ’ όνειρο και πάλι,
έλα σε μένα, έλα σε μένα.

Κι αν δεις καράβια να σαλπάρουν
κι αν δεις να ξεκινάνε τρένα,
μην πεις μαζί τους να σε πάρουν,
έλα σε μένα, έλα σε μένα.

Έχω μια θάλασσα σμαράγδια
μ’ αγάπη κι ήλιο κεντημένα
για την καρδιά σου πού `ναι άδεια
έλα σε μένα έλα σε μένα.

Έλα και κάθισε δεξιά μου
σαν ξεχασμένος αδερφός,
να μοιραστείς τη μοναξιά μου
και να σου δώσω λίγο φως.

2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Τό τραγουδάκι κάτι απο ανθισμένη αμυγδαλιά θυμίζει .Μοιάζει περισσότερο για Σουγιούλ παρά για Χατζηδάκη. Τό ρεφραίν " έλα σέ μένα , έλα σε μένα " έχει πολύ πλάκα ! Φαντάζεσαι την Αθήνα ρετρό !

Ανώνυμος είπε...

Έλα σε μένα , έλα σε μένα ! Τρελλέ έχεις πλάκα τό ξέρεις ;