Κυριακή 10 Δεκεμβρίου 2017

«Σκαμ­παρ­δώ­νη, πώς λέ­με τα κά­στα­να στα αρχαία;


Skampardonis,Giorgos-OKastanasTisB'Dimotikou-Eikona-01
Γι­ῶρ­γος Σκαμ­παρ­δώ­νης*

Ὁ κα­στα­νὰς τῆς Β΄ Δη­μο­τι­κοῦ


01-DeltaΕΚΕΜΒΡΙΟΣ. ΚΑΤΕΒΑΙΝΩ τὴν Τσι­μι­σκή· γω­νί­α μὲ Ἀ­ρι­στο­τέ­λους, βλέ­πω τὸν κα­στα­νὰ ἀ­π’ τὸ πα­λιὸ Ἀ­να­γνω­στι­κό τῆς Β’ Δη­μο­τι­κοῦ, τὸν ζω­γρα­φι­σμέ­νο ἀ­π’ τὸν Γι­ῶρ­γο Μα­νου­σά­κη (κά­ποι­οι νο­μί­ζου­νε, λά­θος, ὅ­τι εἶ­ναι ζω­γρα­φιὰ τοῦ Γραμ­μα­τό­που­λου), νὰ κά­θε­ται στὴ γω­νί­α μὲ τὴ φου­φοὺ καὶ νὰ ψή­νει κά­στα­να. Στὲκο­μαι δι­στα­κτι­κὰ μπρο­στά του. Τὸν κοι­τά­ζω ἐ­πί­μο­να, ἐ­ξε­τα­στι­κὰ – κι ὅ­μως εἶ­ναι ἐ­κεῖ­νος, ὁ ἴ­διος, αὐ­το­προ­σώ­πως. Τοῦ ζη­τά­ω ἀ­μή­χα­νος ἕ­να σα­κου­λά­κι. Αὐ­τὸς πιά­νει ἐ­πι­δέ­ξια με­ρι­κὰ ψη­μέ­να κά­στα­να μὲ μιὰ μα­σιά, τὰ βά­ζει προ­σε­κτι­κὰ σὲ μιὰ μι­κρὴ χάρ­τι­νη σα­κού­λα καὶ μοῦ τὰ δί­νει – βγά­ζω καὶ τὸν πλη­ρώ­νω.
       Προ­χω­ρά­ω πα­ρα­ξε­νε­μέ­νος πα­ρα­κά­τω. Νι­ώ­θω τὴ χού­φτα μου ζε­στὴ ἀ­π’ τὰ κά­στα­να, σὰν κοι­λιὰ τρυ­γό­νας – παίρ­νω ἕ­να, τὸ ξε­φλου­δί­ζω ἀπ’ τὰ σκα­σμέ­να τσό­φλια κι ἐ­νῶ τὸ τρώ­ω ξε­φυ­σών­τας για­τί εἶ­ναι καυ­τό, βλέ­πω ἀ­πὸ μα­κριὰ νὰ ‘ρ­χε­ται κα­τα­πά­νω μου ὁ δι­ευ­θυν­τὴς τοῦ δη­μο­τι­κοῦ σχο­λεί­ου, ὁ κύ­ριος Πα­πα­στρα­τη­γό­που­λος, ποὺ μᾶς ἔ­κα­νε τό­τε γραμ­μα­τι­κή: αὐ­στη­ρός, μέ­σα στὸ γκρὶ κο­στού­μι του, ἄ­καμ­πτος, κρα­τών­τας ἕ­ναν ξύ­λι­νο χά­ρα­κα. Φτά­νει δί­πλα μου, στέ­κει ἀ­κί­νη­τος, βλο­συ­ρός, βλέ­πει τί κρα­τά­ω στὰ χέ­ρια, καὶ μὲ ρω­τά­ει, ἐ­νῶ χτυ­πά­ει ρυθ­μι­κά, ἀ­πει­λη­τι­κὰ τὸν χά­ρα­κα στὴ χού­φτα του:
       «Σκαμ­παρ­δώ­νη, πῶς λέ­με τὰ κά­στα­να στὰ ἀρ­χαῖ­α;»
       Ἄρ­χι­σαν νὰ τρέ­μουν τὰ πό­δια μου. Βου­βά­θη­κα. Ξε­ρο­κα­τά­πια.
       Μὲ κοι­τά­ζει ἐ­πι­τι­μη­τι­κὰ καὶ συ­νε­χί­ζει:
       «Διὸς κά­ρυ­α. Πε­νήν­τα δύ­ο χρό­νια πέ­ρα­σαν κι ἀ­κό­μα δὲν τὸ ’μα­θες;»
Σχετική εικόναΠη­γή διηγήματος: Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Νο­έμ­βριος (δι­η­γή­μα­τα, εκδ. Πα­τά­κη, 2014).

BiblioNet : Σκαμπαρδώνης, Γιώργος

Δεν υπάρχουν σχόλια: