Δευτέρα 25 Σεπτεμβρίου 2017

Εισαγωγή στο βιβλίο : Η “μωρία” του Θεού και η “σοφία” του ανθρώπου. Διαδρομές μεταξύ θεολογίας και πνεύματος της εποχής


unnamed 

 Από μικρό παιδί έζησα μέσα στους κόλπους της ορθοδόξου εκκλησίας. Ο Πατέρας μου, ιερέας ορθόδοξος, ξεκίνησε από την Πελοπόννησο και βρέθηκε στον Βόλο, πόλη στη οποία γεννήθηκα. Η πρωτη μου ενορία, την θυμάμαι ακόμα, ο Άγιος Κωσταντινος. Κάθε μέρα η αείμνηστη μητέρα μου, μιλούσε για τον Χριστό και μου διάβαζε πατερικά χωρία. Μου μάθαινε να ζω και να προσεύχομαι. Η εμπειρία μαζί της ήταν κάτι το εξαιρετικό. Από τον Βόλο ο πατέρας μου έφυγε για την Θεσσαλονίκη και μετέπειτα για την Αθήνα, στον ιερό ναό του Αγίου Παντελεήμονος Ιλισσού, εκεί που ακόμη και σήμερα, μετά από πολλά χρόνια υπηρετεί, χωρίς να κουράζεται. Η πατερική διδασκαλία, η υμνολογία της εκκλησίας, οι διάφορες ορθόδοξες ενορίες που έζησα, τα φλογερά κυρήγματα του πατέρα μου που κάθε Κυριακή και γιορτή άκουγα, μαζί με τόσους άλλους πιστούς και ο κατηχητηκός λόγος της πρεσβυτέρας Θεώνης Καραλής, της μητέρας μου, υπήρξαν αποφασιστικοί παράγοντες της ζωής και εμπειρίας μου.

Αργότερα, όταν έγινα 20 χρονών, έφυγα για την Ιταλία, μια ετερόδοξη χώρα κι άρχισα να διακονώ τον ορθόδοξο ναό του αγίου Νικολάου στην Γένοβα, σαν ψάλτης και διδάσκαλος ελληνικών. Η γνωριμία με την γυναίκα μου, που ανήκει στην ρωμαιοκαθολική εκκλησία, με έφερε σε αντιπαράθεση μ᾽ένα κόσμο που αγνοούσα. Προσπάθησα να αυτοπροσιοριστώ. Τι με κάνει διαφορετικό από τους ρωμαιοκαθολικούς, τι είναι αυτό που εγώ μπορώ να δώσω σε ανθρώπους που αγωνίζονται να ζήσουν τον χριστιανισμό με συνέπεια κι᾽αποφασιστηκότητα, μα χωρίς να γνωρίζουν τους πατέρες της εκκλησίας; Στράφηκα στην μελέτη των δύο παραδόσεων και μελετούσα ορθόδοξους συγγραφείς που μιλούσαν περί ανατολής και δύσης και εξηγούσαν, με διανοητικό τρόπο, τις διαφορές μεταξύ των δύο παραδόσεων. Το μοντέλο ήταν μεν θεωρητικό, αλλά με βοηθούσε να προσανατολιστώ και να αυτοπροσδιοριστώ. Εγώ ερχόμουνα από την Ανατολή, από μια εκκλησία με πλούσια πατερική παρόδοση.

Κάποια μέρα στον ορθόδοξο ναό του Αγίου Νικολάου στην Γένοβα, εισέρχεται να προσευχηθεί ένας περίεργος άνθρωπος, ένας ξένος. Ήταν νέος κι᾽ωραίος στο παρουσιαστικό. Τον παίρνει κάπου το βλέμμα μου, την Μεγάλη Δευτέρα ενώ έψελνα να γονατίζει με βαθειές μετάνοιες και να προσεύχεται χωρίς να τον ενδιαφέρει τίποτε άλλο. Δεν κοιτούσε ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Μου έκανε εντύπωση. Όταν τελείωσε η ακολουθία τον πλησίασα. Ήταν έλληνας μου είπε, καταγωγή από την Θεσσαλονίκη και μπήκε στην ορθόδοξη εκκλησία γιατί ήθελε να περάσει εκείνο το πάσχα μαζί με τους ομόδοξους αδελφούς, στην ετερόδοξη χώρα. Τα μάτια του είχαν μια ασυνήθιστη ειλικρίνεια κι᾽όταν σε κοίταγε κατάματα έμοιαζε με μικρό κι αθώο παιδί. Ποιός ήταν τί ήθελε στην Ιταλία, γιατί μπήκε μέσα στον ναό; Τον ρώτησα: «Που μενεις,». Μου απήντησε: «δεν μένω πουθενά, δεν διαθέτω πολλά χρήματα για να πληρώσω ξενοδοχείο”. Το ντύσιμό του ήταν κομψό, δεν έμοιαζε με φτωχό και δεν ζητούσε τίποτε. Του ειπα: «αδελφέ να έρθεις στο σπίτι μου να μείνεις». Μου έγνεψε ναι και με ακολούθησε σωπηλά. Κάθε μέρα πηγαίναμε στις ακολουθίες και μετά νηστεία, συζητήσεις για την ορθοδοξία, για τους πατέρες… Μου εκμυστηρεύθηκε ότι: “πάω συχνά στο Άγιον Όρος και νομίζω ότι η αγιορείτικη παράδοση είναι σημαντική για όλους τους ανθρώπους που ζουν στον κόσμο, όχι μόνο για τους ορθόδοξους” . Η Ανναρίτα η κοπέλα μου και μετέπειτα γυναίκα μου άκουγε συχνά τις συζητήσεις και μετά πήγαινε στο σπίτι της. Δεν συζούσαμε γιατί τότε δεν είμαστε ακόμη παντρεμένοι. Της έκανε εντύπωση ο παράξενος αυτός προσκυνητής, νέος, ωραίος, καλοντυμένος και με έτοιμες απαντήσεις. Θυμάμαι μια φορά έκανα κριτική στην ορθόδοξη εκκλησία της διασποράς, γιατί δεν ήταν σε θέση να δώσει μεγάλη βοήθεια στους φτωχούς και ξένους. Με κοίταξε περίεργα, μου χαμογέλασε και μου είπε: «Γιώργο δεν καταλαβαίνω γιατί είσαι τόσο κριτικός. Εγώ ήρθα στην Γένοβα σαν ξένος, βρήκα οθόδοξο ναό, κάποιος με φιλοξένησε, ζω το πάσχα μαζί με μια κοινότητα. Για σένα αυτό δεν είναι τίποτε; μάθε ότι για μένα είναι το παν”. Γιορτάσαμε μαζί την ανάσταση και μετά έφτασε η στιγμή να αναχωρήσει. Με κοίταξε και μου είπε: «Ξέρω ότι σου αρέσει η θεολογία και την γνωρίζεις γι᾽αυτό θα σου κάνω ένα δώρο. Στην τσάντα μου έχω μόνο ένα βιβλίο, που μου το χάρισε ένας πνευματικός στο Άγιον Όρος. Θα σου το δώσω.» Άνοιξε την τσάντα του και μου χαρίζει ένα βιβλίο του Ιωάννου Δαμασκηνού: «Έκδοσις Ακριβής της ορθοδόξου πίστεως» Εκδόσεις Πουρνάρα, Θεσσαλονίκης. Έφυγε δεν τον ξαναείδα. Ποιός ήταν, πού πήγε ποτέ δεν έμαθα.

Ένας περιέργος προσκυνητής – στην ζωή μου θα συναντούσα ακόμη άλλους – ένα βιβλίο πατερικό. Το καταβρόχθησα κι᾽άρχισα να αγοράζω πολλά άλλα πατερικά. Προσπαθούσα να καταλάβω. Το ένα έγιναν πολλά και τα πολλά μ᾽έφεραν σε επικοινωνία μ᾽ένα πνεύμα διαφορετικό που θ᾽άλλαζε την ζωή μου, τις σκέψεις μου, τον αυτοπροσδιορισμό μου.

Μετά λίγο καιρό γνώρισα τον πατέρα Ιωάννη Ρωμανίδη, και τον μοναχό Μάξιμο Λαυριώτη που τώρα διαμένει στην Αγγλία. Το βιβλίο του Δαμασκηνού έγινε η αιτία να καταλάβω εκείνο που μου εξηγούσαν. Ο Μάξιμος μου έλεγε: «Γιώργο ο Μάξιμος ο Ομολογητής στην δεκάτη πέμτη επιστολή γράφει: εμόν ουδέν ερῶ παντελῶς, ὃ δέ παρά τῶν πατέρων εδιδάχθην.[1] Δηλαδή κάθε τι που γράφω το έχω πάρει από άλλους πατέρες και δεν είναι τρόπος του λέγειν μα η αλήθεια. Το ίδιο επαναλαμβάνει ο Δαμασκηνός[2] ο οποίος αντιγράφει τους Καππαδόκες στην Τριαδολογία και τον Μάξιμο τον ομολογητή στη χριστολογία, χρησιμοποιώντας μάλιστα τις ίδιες λέξεις».
Εμόν ουδέν. Μου έκανε εντύπωση. Ειδικά στην σημερινή εποχή, στην οποίαν σκέψεις στοχαστών προσπαθούν να περάσουν σαν ιδέες των πατέρων και που είχαν βέβαια ταλαιπωρήσει τη ζωή μου, μέχρι την επίσκεψη του παράξενου αυτού προσκυνητή.
Εμόν ουδέν, αν το έκαναν ο Μάξιμος και ο Δαμασκηνός, γιατί να μην το κάνω εγώ, τί στ᾽αλήθεια μπορεί να μ᾽εμποδίσει; Αυτός ήταν ο σκοπός που με ώθησε να γράψω αυτό το έργο. Και επαναλαμβάνω μετά από τόσους αιώνες, τις ίδιες ακριβώς λέξεις: «Εμόν ουδέν ». Ότι και και διαβάσει ο αναγνώστης, όσο περίεργο ή μοντέρνο κι᾽ αν φανεί δεν είναι δική μου σκέψη, μα μόνο αυτή των Θεωμένων διδασκάλων. Κι᾽όλο αυτό επειδή δυστυχώς η θεολογία των πατέρων έχει ξεχαστεί σ᾽Ανατολή και Δύση και αντικαθίσταται από σκέψεις ερμηνευτών που εκφράζουν θεωρίες μακρινές από την πραγματική τους εμπειρία. Αυτή είναι η αιτία που ορισμένες διατυπώσεις θα δημιουργήσουν προβλήματα στον σημερινό αναγνώστη, ο οποίος έχει μάθει την ορθοδοξία από φιλοσοφικά εγχειρίδια, τα οποία προσπαθούν να εξηγήσουν την οντολογία, μα όχι την θεολογία, ή ακόμη χειρότερα συγχέουν το οντολογικό πρόβλημα, που ανήκει στην φιλοσοφία με την εμπειρία των θεωμένων πατέρων. Επειδή λοιπόν διακυρήσσεται μια διαφορετική λογική, θα παρακαλούσα να μην βιαστεί ο αναγνώστης να πάρει αποφάσεις, ή να κλείσει το βιβλίο αν δεν φθάσει ως το τέλος. Τα τελευταία κεφάλαια απαντούν στις ερωτήσεις που θα γεννηθούν στα πρώτα. Πιστεύω ακράδαντα ότι για τον σημερινό άνθρωπο που παλεύει με την κρίση της κοινωνίας, η οποία πάμπολα προβλήματα έφερε στην Ευρώπη, η γόνιμη θεολογική προσφορά των Πατέρων, η καινή ανθρωπολογία που εγκαινιάζουν είναι ίσως η μοναδική απάντηση. Θα χρειαστεί μεγάλη προσοχή γιατί δεν είναι μια θέση διαφυγής από τον κόσμο, μα μια εμπειρία επαναπροσδιορισμού του ανθρώπου στον παρόντα αιώνα. Τα προβλήματα που οι πατέρες λύνουν δεν είναι φιλοσοφικά, μα αφορούν την πραγματική ύπαρξη του κάθε ανθρώπου, σ᾽όποιο πλάτος της οικουμένης και να βρίσκεται, όποιαδήποτε ομολογία πίστεως κι᾽αν έχει. Του κάθε ανθρώπου που προσπαθεί μάταια πολλές φορές να καταλάβει ποιός είναι ο πραγματικός του σκοπός, ή η αληθινή ελευθερία. Του κάθε ανθρώπου που επιθυμεί να νικήσει την φθορά και τον θάνατο.
Τελευταίο χρησιμοποίησα πολλά χωρία των Πατέρων στην κάθε μου διατύπωση και δεν θέλησα να μεταφέρω το αρχαίο κείμενο, αλλά μεταφράσεις που μπόρεσα να πραγματοποιήσω με την βοήθεια δύο ανθρώπων που θέλω και να ευχαριστήσω για την προσφορά τους αυτή. Το Μάξιμο τον Λαυριώτη και τον κυρίον Αντώνιον Ραντζολίν ο οποίος μετέφρασε στα Ιταλικά αυτό το βιβλίο. Πραγματοποιήσαμε μεταφράσεις που ο μέσος πιστός μπορεί να καταλάβει και σε πολλα σημεία αλλάξαμε τις μέχρι τώρα μεταφράσεις που υπάρχουν στα ελληνικά και στα ιταλικά, για την καλύτερη κατανόηση. Ο αναγνώστης θα βρει το αρχαίο κείμενο στις παραπομπές του βιβλίου και θα μπορέσει να κρίνει την πιστότητα των μεταφράσεων. Καλή ανάγνωση
 Γεώργιος Καραλής

[1] PG 91, 544D
[2] Dialectica, prologus: Ἐρῶ δὲ ἐμὸν μέν, ὡς ἔφην, οὐδέν (PG 94, 525A); Dialectica, II: Ἐρῶ τοιγαροῦν ἐμὸν μὲν οὐδέν (PG 94, 533A).

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

Ο Ραντζολιν που αναφερει ο ΓΙωργος Καραλης ειναι ο μεταφραστης του Ναυπακτου στα ιταλικα για το βιβλιο εκκλησια και εκκλησιαστικο φρονημα. Εγραψε αυτον τον τελειο προλογο πουβρισκεται στο αρθρο του Ναυπακτου Ιεροθεου #η εκκλησια ως αιωνια καλονη#. Ειναι συγκλονιστικο πως ενας ετεροδοξος βλεπει την ορθοδοξια. Διαβαστε το!