Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

ΚΟΛΟΣΣΙΑΙΑ ΔΑΙΜΟΝΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΕΠΙΒΟΛΗΣ ΠΡΩΤΕΙΟΥ

 Αποτέλεσμα εικόνας για π,μανουσακησ 

ο εν λόγω π.Μανουσάκης
 

δεύτερο μέρος 
συνέχεια απο εδώ
Γεώργιου Ιωάννου Καραλή
Ο Αρχιεπίσκοπος Χρυσόστομος Παπαδόπουλος παρατηρεί, αναφόμενος στον Θεόδωρο Στουδίτη:
Μόνον εκ παρερμηνείας ηδύνατό τις να υπολάβη ότι τ᾽ ανωτέρω έχουσιν κυριολεκτικήν έννοιαν και ότι αντιπροσωπεύουσιν πραγματικήν κατάστασιν. Ο μελετών την βυζαντινήν επιστολογραφίαν θα εύρη παρομοίας υπερβολικάς εκφράσεις και παρόμοια κοσμητικά επίθετα. Αλλ᾽ επί πλέον ο μελετών αυτού του Θεοδώρου Στουδίτου τας επιστολάς θα εύρη και προς άλλους απευθυνομένας παρομοίας εκφράσεις. Λχ. τον αυτοκράτορα ονομάζει «χριστομίμητον», «θεώνυμον», «θεόσεπτον», προς τον λογοθέτη Παντολέοντα γράφων μεταχειρίζεται την φράσιν «σου το πνευματοκίνητον στόμα». Προς τον Ιωάννην Μονεμβασίας και ηγούμενον Μεθόδιον τους «θεοτιμήτους» γράφων λέγει ότι «ενεργούσιν θεβούλως», προς τον Εφέσου Θεόφιλον «η συ ιερά κορυφή πρωτοπάτωρ». Τον Πατριάρχην Νικηφόρον τιτλοφορεί «κεφαλή ημών» «κορυφή της καθ᾽ημάς Εκκλησίας», «αρχιποίμην» «θεία και κορυφοτάτη κάρα», «κορυφαιότατος αρχιερεύς», «μέγας ήλιος της ορθοδοξίας πνευματοκινήτως φθεγγόμενος». Τους Πατριάρχας της Ανατολής χαρακτηρίζει δια παρομοίων κοσμητικών επιθέτων «αγία αποστολική θειοτάτη κορυφή», «μεγάλη και θεία κεφαλή». Προς δε των Ιεροσολύμων έγραφε. «Τῶ τά πάντα ἁγιωτάτω Πατρί Πατέρων, φωστῆρι φωστήρων, κυρίω μου Δεσπότη, Πατριάρχη Ἱεροσολύμων, Θεόδωρος ἐλάχιστος Πρεσβύτερος καί ἡγούμενος Στουδίου ... Σύ πρῶτος Πατριαρχῶν κἂν πεντάζεις τω αριθμῶ.Οἷ γαρ ο Επίσκοπος τῶν ψυχῶν και τῶν όλων ἁρχιερεύς και εγεννήθη καί ἒδρασε και ἀνέστη καί ἔζησε, και ἀνελήφθη, εκεῖ δηλονότι το ὑπεραῖον ἁπάντων αξίωμα... Γενοῦ ἠμῖν εἶς τῶν δώδεκα Αποστόλων ὦ Μακαριώτατε.»
Ώστε ο Θεόδωρος Στουδίτης επικαλούμενος την κατά της εικονομαχίας συνδρομήν του πάπα Ρώμης μεταχειρίζεται κοσμητικά επίθετα οία και προς άλλους μετεχειρίσθη, δεν αναγνωρίζει δε πρωτείον αυτού εξουσίας επί της όλης Εκκλησίας. Ονομάζει τον ΚΠόλεως ως «θεία και κορυφαία τῶν κεφαλῶν ακρότης», ως Οικουμενικόν, τον Ιεροσολύμων «πρώτον Πατριαρχών» και τον Ρώμης ομοίως, αλλά θεωρεί τους πέντε Πατριάρχας «ομοταγείς ως του Αποστόλους», υπό κεφαλήν τον Ιησούν Χριστόν (Επιστολή β,66) Εις τους πέντε Πατριάρχας κατά τον Θεόδωρον τον Στουδίτη ανήκει η κρίσις των θείων δογμάτων (επιστολή β, 129) προς συγκρότησιν Οικουμενικής Συνόδου είναι απαραίτητος η παρουσία πάντων (επιστολή Α, 38, Β, 129) Εν τοιαύτη εννοία ονομάζει την Εκκλησλιαν «το πεντακόρυφον εκκλησιαστικόν σώμα» και την αγιοτάτην αυτής αρχήν «το πεντακόρυφον κράτος» (επιστολή Β, 62, 63, 129) ... 


Επομένως είναι εντελώς αβάσιμα τα εξ αυτών συμπεράσματα τῶν Λατίνων θεολόγων (και του π. Μανουσάκη, καθώς και του Μητροπολίτου Περγάμου) περί του ότι δήθεν ο Θεόδωρος ανεγνώριζε το πρωτείον εξουσίας του Πάπα τῆς Ρώμης”
Αυτά που αναφέρει ο π. Μανουσάκης τα έχουν πει και Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι, όπως φάνηκε από το κείμενο του Αρχιεπισκόπου Παπαδοπούλου. Εκείνο όμως που δεν τόλμησαν να κάνουν οι Ρωμαιοκαθολικοί θεολόγοι είναι να συνδέσουν την εκκλησιολογία του πρωτείου του πάπα με την τριαδολογία. Αυτό το επεχείρησε πρώτος ο Μητροπολίτης Περγάμου και μας το αναφέρει ο π. Μανουσάκης στο βιβλίο του Υπέρ της των πάντων ενώσεως.  


Ο Μητροπολίτης Περγάμου βλέπει πρωτείο και στην Αγία Τριάδα και αυτό είναι το πρωτείο του Πατρός!!! Σύμφωνα με την σκέψη του, ο Πατήρ είναι αυτός που δίνει την ενότητα στην Παναγία Τριάδα, και την ονομάζει Μοναρχία του Πατρός. Οι ακοινώνητες διακρίσεις, σύμφωνα με την ορολογία των Καππαδοκών, βρίσκονται σε προσωπική κοινωνία κατά τον Ζηζιούλα, και το πρόσωπο του Πατρός είναι αυτό που δίνει την ενότητα των τριών. Επομένως ο Πατήρ έχει ένα πρωτείο προσωπικό και είναι αυτό το πρωτείο που θα δώσει την ενότητα των ακοινωνήτων διακρίσεων (σύμφωνα με την ορολογία των Καππαδοκών και Ανατολικών Πατέρων) όταν αυτά θα βρεθούν σε προσωπική κοινωνία και σχέση!!!Η ουσία δεν έχει να κάνει τίποτε. Είναι μια αναγκαιότητα που έχει καταργηθεί. 

Παρακολουθείστε τί μας λέει ο π. Μανουσάκης στην σελίδα 64 : “ Ο Μητροπολίτης Ιωάννης (Ζηζιούλας) της Περγάμου αφιέρωσε πολλά άρθρα πάνω σ᾽ αυτό το θέμα (δύο έχουν δημοσιευθεί προσφάτως στο επίσημο περιοδικό της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος) στα οποία μας λέει ότι το πρωτείο είναι πάντοτε συνδεδεμένο με το πρόσωπο ... Η εξέχουσα προσφορά του Ζηζιούλα στο ζήτημα του πρωτείου είναι η άρνησή του να χωρίσει το πρωτείο από την αληθινή και σωστή θεολογία [δηλαδή αυτή του προσώπου] τοποθετώντας το πρωτείο της εκκλησιολογίας μέσα στο μυστήριο  της Αγίας Τριάδος που είναι ετερότητα σε κοινωνία. Γράφει λοιπόν ότι η δημιουργία του επισκοπικού αξιώματος είναι σε τελευταία ανάλυση δεμένη με την τριαδικότητα του Θεού στην οποίαν η κοινωνία των προσώπων γίνεται ενότης [Προσέξτε, στην Παναγία Τριάδα η ενότης γίνεται, δηλαδή επιτυγχάνεται, δεν υπάρχει σαν ουσία ή φύση] μόνο στο πρόσωπο του Πατρός. Καλό θα ήταν να αναφερθεί το γράμμα του Μαξίμου Βεργόπουλου, γιατί αυτό περιγράφει καλύτερα την διαλεκτική μεταξύ του ενός και των πολλών, μεταξύ πρωτείου και συνοδικότητος: 'Το γενικό πλαίσιο στο οποίο θα πρέπει να τοποθετηθεί η σχέση μεταξύ πρωτείου και συνοδικότητος είναι αυτό της Αγίας Τριάδος, δηλαδή η κοινωνία της ζωής των τριών προσώπων της Αγίας Τριάδος. Ειδικά η ύπαρξη του διακονήματος του πρωτείου είναι αντανάκλαση της Αγίας Τριάδος, γιατί όπως είδαμε ο Ζηζιούλας λέει ότι το πρόσωπο δια του οποίου η κοινωνία της Αγίας Τριάδος γίνεται ενότης είναι ο Πατήρ'.”
Με άλλα λόγια ο π. Μανουσάκης και ο Μητροπολίτης Περγάμου μας λένε ότι όποιος δεν δέχεται το πρωτείο του πάπα είναι όχι μόνο αιρετικός, αλλά και δεν δέχεται την ενότητα στην Παναγία Τριάδα!!! Είναι εξωφρενική μια τέτοια τοποθέτηση, δεν έχει ειπωθεί από κανένα θεολόγο ή Πατέρα σε Δύση και Ανατολή.


  Αιρετικοί και αρνητές της Αγίας Τριάδος λοιπόν είναι, κατά τον Μανουσάκη, όλοι αυτοί που δεν δέχονται την θεολογία του πρωτείου που εξασφαλίζει την ενότητα. Άνευ πρωτείου δεν υπάρχει ενότης ούτε φύσεως ούτε ουσίας ούτε ενεργειών. Αιρετικός και ο Παλαμάς που δεν δέχεται την θεολογία του πρωτείου και ονομάζει την Εκκλησία κοινωνία θεώσεως. Γιατί κατά τον π. Μανουσάκη “Δεν μπορεί να γίνει δεχτό, όπως πολύ συχνά λέγεται, ότι η ενότης των ορθοδόξων εκκλησιών επιτυγχάνεται από τον κοινό κανόνα της πίστεως και λατρείας καθώς και από την οικουμενική σύνοδο σαν θεσμό. Όλα τα προαναφερθέντα είναι παράγοντες απρόσωποι, ενώ στην ορθόδοξο θεολογία η αρχή ενότητος είναι πάντα ένα πρόσωπο” (σ. 64, βλ. κείμενο του Μητροπολίτου Ελπιδοφόρου). Κατά συνέπεια, σύμφωνα με αυτή την θεώρηση, η θέωση, η πίστη, το δόγμα είναι απρόσωποι παράγοντες, καθώς και η οικουμενική σύνοδος άνευ πρωτείου του πάπα!!! 
Αιρετικός λοιπόν ο Μάξιμος ο Ομολογητής και οι Ανατολικοί Πατέρες που μιλάνε για θέωση!!! Κατά συνέπεια, απρόσωπες και χωρίς την ενότητα  οι πανορθόδοξοι συνοδοι της εποχής του Γρηγορίου Παλαμά, οι ομολογίες των Πατέρων, και ο κάθε διδάσκαλος και άγιος της Εκκλησίας εκφέρει μόνο προσωπικές απόψεις που δεν οδηγούν στην ενότητα, αν δεν έχει την έγκριση του πρώτου, δηλαδή του πάπα της Ρώμης!!!


Ας δούμε όμως πως ορίζουν την ενότητα στην Τριάδα οι Πατέρες. Είδαμε ότι τα πρόσωπα ορίζονται από τους Καππαδόκες ως διακρίσεις ακοινώνητες και εξηγήσαμε ότι η κοινωνία δεν είναι των προσώπων, αλλά της ουσίας και των ενεργειών αυτής. Ο Θεός είναι ένας, όχι γιατί οι διακρίσεις, δηλαδή τα πρόσωπα, προηγούνται των ενώσεων, δηλαδή της φύσεως. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, ο Θεός δεν θα ήταν ένας μας τρεις, και θα πέφταμε στην τριθεΐα. Για τους Καππαδόκες τα πρόσωπα είναι διακρίσεις ακοινώνητες της μίας φύσεως και δεν προηγούνται ούτε έπονται αυτής. Τα πρόσωπα, από τη μια μεριά, έχουν μια Πηγή που είναι ο Πατήρ. Ο Υιός γεννιέται και το Πνεύμα εκπορεύεται, δηλαδή και τα δύο έχουν την αρχή στον Πατέρα (μοναρχία του Πατρός). Δεν σημαίνει όμως ότι αυτό αρκεί για να έχουμε ένα Θεό. Στην ελληνική μυθολογία ο Ζεύς είναι η αρχή των δώδεκα θεών και έχουμε μοναρχία του Διός. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι υπάρχει ένας Θεός αλλά δώδεκα. Και στον άνθρωπο παρατηρούμε ότι όλοι μας προερχόμαστε από τον Αδάμ που τον κατασκεύασε ο Θεός, αλλά δεν έχουμε τον ένα άνθρωπο, αλλά τους πολλούς. Αν παρατηρήσουμε και την τοπική εκκλησία, ο επίσκοπος είναι ο πρώτος, σύμφωνα με την θεολογία του Ζηζιούλα, αλλά δεν μου προκύπτει ότι το εκκλησιαστικό σώμα, παρ᾽ ότι έχει έναν πρώτο, είναι ο ένας άνθρωπος, αλλά οι πολλοί. Αυτό το ήξεραν οι Πατέρες, και μαζί με την μοναρχία του Πατρός προσέθεσαν  την Μοναρχία της θείας ουσίας. Δηλαδή ο Θεός είναι ένας, όχι μόνο γιατί οι δύο έχουν την αρχή στον Πατέρα, αλλά κυρίως γιατί και οι τρείς έχουν μία ουσία και μία ενέργεια. Γι᾽αυτό "εί γὰρ καὶ τριλαμπεῖ, μοναρχεῖ τὸ θεῖον".
Καιρός να σταματήσουμε να παρερμηνεύουμε και το σύμβολο της πίστεως της Νικαίας/Κωσταντινουπόλεως.


 Ο π. Μανουσάκης ισχυρίζεται ότι: “ όπως δείχνει και το σύμβολο της πίστεως που απαγγέλουμε σε κάθε ευχαριστιακή σύναξη , ο ένας Θεός που πιστεύουμε είναι το πρόσωπο του Πατρός: Πιστεύω εις έναν Θεόν Πατέρα Παντοκράτορα. Η ενότης του Θεού δεν ζώσεται από την ουσία που είναι απρόσωπος αλλά από το πρόσωπο του Πατρός” (σ. 62)
Δηλαδή, ο Υιός και το Πνεύμα δεν είναι ένας Θεός; Τί είναι, ημίθεοι, δεύτερος και τρίτος Θεός, κατώτεροι, κτίσματα; Ξεχνά όμως ο π. Μανουσάκης ότι η Οικουμενική σύνοδος της Νικαίας δεν μας μίλησε για τον Πατέρα, αλλά για το ομοούσιον. Ο ένας Θεός δεν είναι μόνο ο Πατήρ, αλλά και ο Υιός και το Πνεύμα, καθότι ομοούσια του Πατρός. Και το σύμβολο της πίστεως αρχίζει με το Πιστεύω εις ένα Θεόν. Ο Θεός είναι η ουσία. Επειδή όμως η ουσία δεν είναι απρόσωπος, μετά προσθέτει στην ουσία το ιδιάζον και λέει, Πιστεύω εις ένα Θεό Πατέρα. Και πάλι, Πιστεύω εις ένα Θεόν (δεν το επαναλαμβάνει, το συνδέει με το και) Υιόν, και πάλι, πιστεύω εις ένα Θεόν Πνεύμα Άγιον. Για όποιον θα είχε αμφιβολίες, ας διαβάσει το επόμενο κείμενο του Μεγάλου Βασιλείου, και ας σταματήσουμε να δεχόμαστε αρειανικές ομολογίες.
“Δια τοῦτο οὐσίαν μέν μίαν ἐπί τῆς θεότητος ὁμολογοῦμεν, ὣστε τόν τοῦ εἶναι λόγον μή διαφόρως ἀποδιδόναι, ὑπόστασις δέ ἰδιάζουσαν, ἳν᾽ ἀσυγχύτως ἡμῖν καί τετρανωμένη ἡ περί Πατρός καί Υἱοῦ καί Ἁγίου Πνεύματος, ἒννοια ἐνυπάρχη μή γάρ νοούντων ἡμῶν τούς ἀφορισμένους περί ἓκαστον χαρακτῆρας, οἶον πατρότητα καί υἱότητα καί ἁγιασμόν, ἀλλ᾽ ἐκ τῆς κοινῆς ἐννοίας τοῦ εἶναι ὁμολογούντων Θεόν, ἀμήχανον ὑγιῶς τόν λόγον τῆς πίστεως ἀποδίδοσθαι, χρή οὖν τῷ κοινῷ τό ίδιάζον προστιθέντας, οὓτω τήν πίστιν ὁμολογεῖν: κοινόν ἡ θεότης ἲδιον ἡ πατρότης, συνάπτοντος δέ λέγειν: πιστεύω εἰς ἕναν Θεόν Πατέρα καί πάλιν ἐν τῇ τοῦ Ὑιοῦ ὁμολογία τό παραπλήσιον ποιεῖν, τῷ κοινῷ συνάπτειν τό ἲδιον καί λέγειν: Πιστεύω εἰς ἓναν Θεόν Υἱόν, ὁμοίως καί ἐπί τοῦ Πνεύματος τοῦ Ἁγίου κατά τό ἀκόλουθον τῆς ἐκφωνήσεως τήν προφοράν σχηματίζοντας λέγειν: Πιστεύω εἰς τόν Θεόν Πνεῦμα τό ἃγιον. Ὤστε δ᾽ὃλου καί την ἑνότητα σώζεσθαι ἐν τῇ τῆς μιᾶς θεότητος ὁμολογία καί τό τῶν προσώπων ἰδιάζον ὁμολογεῖσθαι ἐν τῷ ἀφορισμῷ τῶν περί ἓκαστον νοουμένων ἰδιωμάτων (Μέγας Βασίλειος, Επιστολή 236,6. PG 32,884).
 

Τώρα ας εξετάσουμε πώς με την θεολογία του προσώπου φτάνουμε στο γνωστό filioque, δηλαδή στην αίρεση των Ρωμαιοκαθολικών που ισχυρίζονται ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού. Είδαμε ότι ο Αυγουστίνος ορίζει τα πρόσωπα σαν σχέση του εγώ με το εσύ. Αυτή τη σχέση την παίρνουν οι σχολαστικοί και την εφαρμόζουν στο δικό τους σύστημα. Δηλαδή με τη σχέση ουσίας προσπαθούν να ορίσουν τα πρόσωπα στην Παναγία Τριάδα. Ξέρουμε ότι στην Τριάδα τα πρόσωπα είναι τρία, ο Πατήρ, ο Υιός και το Πνεύμα. Σε τι σχέση ουσίας θα βρίσκονται μεταξύ τους, ώστε να μπορέσουμε να τα ορίσουμε; Ο Πατήρ γεννάει τον Υιό. Η γέννηση είναι αυτή που βάζει σε αντίθεση τον Πατέρα από τον Υιό, τον φέρνει σε σχέση, επομένως ορίζει και τον Πατέρα και τον Υιό. Ο Πατήρ όμως βρίσκεται στην κορυφή και δεξιά έχει τον Υιό που με την γέννηση βρίσκεται σε σχέση μαζί του. Στα αριστερά όμως βρίσκεται το Πνεύμα. Η γέννηση είπαμε είναι η σχέση Πατρός και Υιού. Ποιά όμως θα είναι η σχέση Πατρός και Πνεύματος;  Θα έλεγε κανείς η εκπόρευσις. Αλλά αν ήταν μόνο η εκπόρευσις, τότε η εκπόρευσις θα ήταν το ίδιο με την γέννηση και το Πνεύμα θα ταυτιζόταν με τον Υιό. Για να το καταλάβετε καλύτερα. Έχουμε τον Πατέρα στην κορυφή, δεξιά τον Υιό και αριστερά το Πνεύμα. Το δεξιό ορίζεται σαν αντίθεση, σχέση με το αριστερό. Είναι δεξιό γιατί δεν είναι αριστερό, σχέση αντίθεσης. Αν τώρα πούμε ότι το Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός μόνον, τότε θα είχαμε την αντίθεση μεταξύ Πατρός και Πνεύματος, μα αυτή η αντίθεση, είναι δεξιά ή αριστερά; Με άλλα λόγια, πώς ξεχωρίζεται από την αντίθεση σχέση μεταξύ Πατρός και Υιού, δεδομένου ότι το δεξιό με την κορυφή διαχωρίζεται από μια σχέση; Αν η εκπόρευσις ήταν μια σχέση μόνο του Πατρός και του Πνεύματος τότε θα έπρεπε να ήταν ταυτόσημη με την γέννηση. Άρα πώς θα ξεχωρίσουμε την σχέση του Πατρός προς δεξιά και προς αριστερά; Κατά συνέπεια, για να ξεχωρίσουμε το αριστερό από το δεξιό θα πρέπει να πούμε ότι το Άγιο Πνεύμα, που είναι αριστερά, εκπορεύεται από τον Πατέρα, αλλά αυτή η εκπόρευσις δεν είναι γέννησις, δεν τραβάει δεξιά, γιατί το δεξιό ξεχωρίζεται από το αριστερό, επειδή το Πνεύμα εκπορεύεται όχι μόνο από τον Πατέρα, αλλά και από τον Υιό. Με αυτούς τους λεπτούς μαθηματικούς - γεωμετρικούς στοχασμούς οι σχολαστικοί ξεχωρίζουν το δεξιό από το αριστερό της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος από τον Πατέρα και τον Υιό.
Να πώς εφαρμόζεται λοιπόν η θεολογία της προσωπικής σχέσεως στο Filioque. Να γιατί, αν δεχθούμε την θεολογία του προσώπου ως σχέσεως, θα πρέπει να καθορίσουμε και την σχέση μεταξύ Υιού και Πνεύματος και να δεχθούμε απαραιτήτως την εκπόρευση εκ Πατρός και Υιού. Μας το λέει ξεκάθαρα ο κύριος Μανουσάκης στο βιβλίο του Υπέρ της των πάντων ενώσεως (σ. 40-41): «Θα ήθελα να μιλήσω και δια το δόγμα που λέει ότι το Άγιον Πνεύμα εκπορεύεται εκ του Πατρός και του Υιού...Το μυστήριον της συζητήσεως αφορά την σχέση μεταξύ Υιού και Πνεύματος. Η Παράδοση και η Αποκάλυψη της Εκκλησίας ξεχώρισαν αρκετά καλά την σχέση μεταξύ Πατρός και Υιού από τη μια μεριά και την σχέση Πατρός και Πνεύματος από την άλλη. Στην πρώτη μιλάμε για γέννηση στην δεύτερη για εκπόρευση. Αυτά όμως τα ονόματα δεν μας λένε τίποτε παραπάνω από το γεγονός   ότι η Αγία τριάδα είναι μια κοινωνία προσώπων, μια κοινωνία που λέει ότι υπάρχει μια ενότητα καταλαβαίνοντας όμως και την ετερότητα και  μας διδάσκει ότι η Πηγή αυτών των κοινών σχέσεων είναι το πρόσωπο του Πατρός που το πιστεύω τον ταυτίζει με τον ένα μοναδικό Θεό (μοναρχία Πατρός). Η Καθολική θεολογία όμως ενδιαφερόμενη πιο πολύ για την καθαρότητα και την πληρότητα ως προς την ορθόδοξη, κατάλαβε πολύ νωρίς μια τρίτη σχέση, δηλαδή αυτήν του Υιού και του Πνεύματος που δεν είχε ποτέ μελετηθεί και έμενε χωρίς απάντηση. Ιστορικώς η απάντηση της καθολικής θεολογίας σε αυτήν την έλλειψη αποτελούνταν από τον διπλασιασμό της σχέσεως μεταξύ Πατρός και Πνεύματος, για να καθορίσει εκείνη την σχέση μεταξύ Υιού και Πνεύματος , δηλαδή την εκπόρευση (εκ του Υιού)... Από την άλλη μεριά η ορθόδοξη θεολογία συνειδητοποίησε τώρα τελευταία το πρόβλημα που οι καθολικοί θεολόγοι θέλησαν να επιλύσουν από τον Μεσαίωνα. Όμως, κι αυτό είναι μια ατυχής περίσταση στην ιστορία,  οι ορθόδοξοι θεολόγοι πριν συνειδητοποιήσουν ποιό ήταν το πρόβλημα, αντέδρασαν πολεμικά έναντι στην λύση που προτεινόταν».
Τα λεγόμενα του π. Μανουσάκη  διατύπωσαν  οι σχολαστικοί και οι Πατέρες μας από τον Μέγα Φώτιο μέχρι και τον Παλαμά, τα είχαν συνειδητοποιήσει καλύτερα από αυτόν, γι᾽ αυτό και τα ονόμασαν αιρέσεις. Αλλά βέβαια οι Πατέρες μας δεν όριζαν το πρόσωπο όπως το ορίζει ο Μητροπολίτης Περγάμου, γι᾽ αυτό και δεν ανακάλυψαν, όπως αυτός, προσφάτως, ότι οι καθολικοί, επειδή ενδιαφερόντουσαν για την καθαρότητα και πληρότητα των σχέσεων, τοποθέτησαν στο σύμβολο της πίστεως το filioque!!! Οι Πατέρες, επειδή δεν έκαναν φιλοσοφία και οντολογία, δεν πήραν την τέταρτη κατηγορία του Αριστοτέλους, δηλαδή την σχέση για να ξεχωρίσουν τα πρόσωπα της Παναγία Τριάδος καθώς και τα ανθρώπινα. Τα πρόσωπα οι Καππαδόκες τα όρισαν όπως είδαμε σαν διακρίσεις ακοινώνητες. Μια διάκριση δεν έχει ανάγκη μιας σχέσεως για να διαχωρισθεί. Δεν είναι ένα εγώ, μια ατομική αυτοσυνειδησία, που βρίσκεται σε σχέση με ένα εσύ, μια άλλη ατομική αυτοσυνειδησία, γιατί κάθε ατομική αυτοσυνειδησία έχει ανάγκη να κάνει  σύγκριση μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, επειδή κανένας  δεν γνωρίζει το πραγματικό του είναι. Επειδή η κάθε ατομική αυτοσυνειδησία στηρίζεται σε φαντασιώδεις εικόνες που μεταβάλλονται, και όχι στην πραγματικότητα, καμία απολύτως σχέση δεν είναι δυνατόν ποτέ να ορίσει το πρόσωπο. Δεν υπάρχει κανένα εγώ και κανένα εσύ που διαλέγονται και αγαπούν το ένα το άλλο, γιατί και το εγώ και το εσύ είναι εντελώς φαντασιακές συλλήψεις, δηλαδή αναγκαίες αυταπάτες - στην πτωτική κατάσταση που ζούμε -  που μεταβάλλονται, πολλές φορές χωρίς έλεος. 

Φανταστείτε για παράδειγμα  τον Γιώργο να ανακαλύπτει ότι δεν είναι Έλληνας, μα  Τούρκος. Η εικόνα που είχε σχηματίσει για τον εαυτό του χάνεται και βρίσκεται ο ίδιος σε μεγάλη κρίση με  τον άμεσο περιβάλλον του. Όταν πριν από χρόνια ζούσε στην Ελλάδα και δεν χρησιμοποιούσε το διαδίκτυο, νόμιζε ότι οικογένεια είναι η σχέση μιας γυναίκας μ᾽ έναν άντρα με άμεση συνέπεια την γέννηση παιδιών. Τώρα στην Ευρώπη και στο διαδίκτυο αυτή η εικόνα έχει μεταβληθεί. Βλέπει ότι η οικογένεια αποτελείται από τέσσερα άτομα, δύο φυσικούς γονείς που είναι χωρισμένοι, συνοδευόμενοι ο καθένας από άλλη γυναίκα ή άντρα.  Ή παρατηρεί ότι υπάρχουν γονείς του ιδίου φύλου, δύο γυναίκες ή δύο άντρες που έχουν υιοθετήσει παιδιά. Αυτό μπορεί να έχει άμεση επιρροή και στην σχέση του Γιώργου με την γυναίκα του, που θα μπορούσε να τους οδηγήσει και σε διαζύγιο, γιατί πλέον η εικόνα  που είχαν για την οικογένεια έχει ριζικά  μεταβληθεί.
  Πώς είναι δυνατόν μια ατομικότητα, που στηρίζεται σε τόσο εύθραυστη αυτοσυνειδησία και ετερότητα, να αποτελεί τον ορισμό του επιμέρους ανθρώπου, αφού στηρίζεται σε σχήματα του παρόντος αιώνος που διαρκώς μεταβάλλονται; Ή πώς είναι δυνατόν και ο ίδιος ο Θεός να μην είναι μια αναγκαία αυταπάτη, αν επιμένουμε να τον φανταζόμαστε σαν τρεις ατομικές αυτοσυνειδησίες; Δεν είναι δυνατόν ποτέ να καθορίζουν τρεις ατομικές αυτοσυνειδησίες την πραγματικότητα ενός τρισυποστάτου Θεού αληθινού και μοναδικού. Ούτε μπορούμε να φανταζόμαστε μαθηματικές, γεωμετρικές, τριγωνικές σχέσεις μεταξύ των τριών και να τις εφαρμόζουμε στην Αγία Τριάδα. Αυτά τα πράγματα οι Πατέρες τα ονόμασαν αιρέσεις

Η Προσπάθεια αλλοίωσης των Πατέρων απο τους προαναφερθέντες “μεταπατερικούς θεολόγους” οδηγεί αναπόφευκτα και στην προσπάθεια άμεσου ξεπερασμού της θεολογίας των. Σύμφωνα με τους δυτικούς και τους “μεταπατερικούς» οι Πατέρες χρησιμοποίησαν την φιλοσοφία της εποχής τους για να αναπτύξουν τις θεολογικές τοποθετήσεις τους. Γιατί λοιπόν σήμερα να μην χρησιμοποιήσουμε την μοντέρνα φιλοσοφία, όπως για παράδειγμα την φαινομενολογία, για να μπορέσουμε να τους ξεπεράσουμε και να φέρουμε πιο κοντά την ορθόδοξη και δυτική παράδοση; Αυτό επιχειρεί ο π. Μανουσάκης στο βιβλίο του: υπέρ της των πάντων ενώσεως. Στην σελίδα 14 αναφέρει: «Η φιλοσοφία έπαιξε και συνεχίζει να παίζει ένα ρόλο αναντικατάστατο στην άθρωση της πίστης, όπως ο πάπας Joseph Ratzinger, τωρινός emerito Benedetto XVI, αναφέρει με πολύ καθαρό τρόπο:
 «Για μένα σαν θεολόγο η φιλοσοφία δεν έχει κανένα δικό της αυτοσκοπό. Αντιθέτως ακόμη μια φορά εμφανίζεται σαν την καθαρότητα της πίστεως η οποία  δένεται με την ακρίβεια μιας φιλοσοφικής σκέψεως, γι᾽αυτό το φιλοσοφείν με σαφή τρόπο πραγματοποιεί ένα μέρος της θεολογικής εργασίας».

Η παράδοση να χρησιμοποιηθεί η φιλοσοφία σαν υπηρέτρεια της φιλοσοφίας από τους αρχαίους χρόνους, για την καλλιέργεια μιας οικουμενικής θεολογίας, δεν χάθηκε εντελώς από την μοντέρνα εποχή. Ο πρόδρομος αυτής που μπορούμε σήμερα να την ονομάσουμε “οικουμενική θεολογία», υπήρξε ο μέγας φιλόσοφος της αναγέννησης Νοκόλαος Κουζάνο. Η συμμετοχή του στις συνόδους Βασιλείας και Φερράρας, αν και αυτοί οι σύνοδοι απέτυχαν, του έδωσε την δυνατότητα να μας δώσει εξαίρετες θεολογικές διατυπώσεις. ... Το παρόν βιβλίο δίνει  στον αναγνώστη δύο παραδείγματα. Και τα δύο κεφάλαια του δευτέρου μέρους (εκείνα που αναφέρονται στο άκτιστο ή κτιστό φώς και στην θέληση ή χάρη) αντλούν από την μοντέρνα φιλοσοφία και ειδικά από την φαινομενολογία, την προσπάθεια επανατοποθέτησης ορισμένων θεολογικών ζητημάτων που έγιναν διαφορές μεταξύ Ανατολής και δύσης.»
Δεν θα επεκταθούμε σε αυτό το άρθρο στην ανάλυση των ονείρων του π. Μανουσάκη ο οποίος επιχειρεί να διορθώσει τον Παλαμά και τον Μάξιμο τον Ομολογητή και να φέρει πιο κοντά την Oρθόδοξη και Καθολική παράδοση!!! Δεν νομίζω ότι ο Μάξιμος ο Ομολογητής και ο Γρηγόριος Παλαμάς έχουν ανάγκη διορθώσεων και ειδικά από φιλοσόφους που χρησιμοποιούν την φαινομενολογία. Γιατί και οι δύο προαναφερθέντες Πατέρες ήταν θεόπνευστοι δηλαδή αλάθητοι ή α-σφαλείς και δεν έκαναν ούτε αριστοτελική φιλοσοφία, ούτε πλατωνική, ούτε βέβαια επιδέχονται της μοντέρνας φιλοσοφίας του σημερινού ανθρώπου. Όποιος απομακρύνεται από το κύρος και την α-σφάλεια των Πατέρων, κατά την δική μου άποψη, δεν εκφράζει την καθαρότητα της πίστεως . Ο Γρηγόριος Παλαμάς το λέει ξεκάθαρα:
 Τι γαρ ουν τουτέστιν αληθής ευσέβεια; το μη προς τους θεοφόρους Πατέρες αμφισβητείν Και γαρ των προειρημένων αγίων αι θεολογίαι όρος εισί θεοσεβείας αληθούς και χάραξ (Επιστολή στον Μοναχό Διονύσιο παράγραφος 7)

Δεν υπάρχουν σχόλια: