Παρασκευή, 9 Ιουνίου 2017

Η πείνα κάστρα πολεμά και κάστρα παραδίνει.



Στίχοι: Ζωή Παναγιωτοπούλου
Μουσική: Γιώργος Τρανταλίδης
Πρώτη εκτέλεση: Βασίλης Λέκκας



Κάστρα ψηλά και βουνά,
κρατάτε γερά
ο κόσμος μη χαθεί!
Τ' όνειρο ένας καπνός
κι εγώ ένα φως
ταγμένο να σβηστεί!

Μέρα χρυσή στα δάχτυλα γλιστράς,
μέρα σκληρή πάντα εσύ νικάς,
πάντα, πάντα ξεχνάς!

Κάστρα ψηλά και βουνά,
κρατάτε γερά
λυγίζει η ψυχή!
Τόσες κορφές, τόσο φως
σκιά και γκρεμός
η αγάπη σαν χαθεί!

Μέρα χρυσή στα δάχτυλα γλιστράς,
μέρα σκληρή πάντα εσύ νικάς,
πάντα, πάντα ξεχνάς!

Κάστρα ψηλά και βουνά,
κρατάτε γερά ο κόσμος μη χαθεί!_


 ΔΕΛΤΑ ΠΗΝΕΙΟΥ - ΔΕΛΤΑ ΕΒΡΟΥ  


Η ΔΟΜΗ ΕΝΟΣ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΟΥ ΚΑΣΤΡΟΥ
Πηγή:7ο Γυμνάσιο Λάρισας (7gym-laris.lar.sch.gr)

          Η λέξη είναι λατινική (castrum) και σημαίνει φρούριο, κυρίως μεσαιωνικό. Στις γλώσσες των Δυτικών χρησιμοποιείται κυρίως για τις οχυρές κατοικίες των φεουδαρχών του μεσαίωνα και της Αναγέννησης. Η τυπική μορφή αυτού του κάστρου παρουσιάζεται στην Ευρώπη από τον 7ο μέχρι το 12ο αι. μ.Χ. Τα κάστρα χτίζονταν κυρίως στο ύπαιθρο, πάνω σε υψώματα απομονωμένα, που δέσποζαν στις γύρω περιοχές ή σε θέσεις όπου υπήρχαν υπολείμματα ρωμαϊκών και προρωμαϊκών κάστρων. Το κάστρο των φεουδαρχών αποτελούνταν από τρία βασικά μέρη: το τείχος, τον κύριο πύργο και την κατοικία του φεουδάρχη.
         Κατά τη βυζαντινή περίοδο τα κάστρα προορίζονταν για καθαρά αμυντικούς σκοπούς. Μέσα σ` αυτά υπήρχαν οικήματα για τους άνδρες της φρουράς, δεξαμενές νερού, αποθήκες, κατοικίες για το στρατηγό και τους αξιωματικούς και μερικές φορές μικροί οικισμοί. Ο τύπος του κάστρου των Δυτικών μεταφέρθηκε στην Ελλάδα και στην Ανατολή από τους Σταυροφόρους. Οι Φράγκοι βαρόνοι έχτιζαν κάστρα, τα οποία χρησιμοποιούσαν ως κατοικίες και ως μέσο προστασίας της κυριαρχίας τους. Τα πιο γνωστά απ` αυτά στην Ελλάδα είναι το Χελμούτσι στην Κυλλήνη της Ηλείας, της Καρύταινας, του Πασσαβά, της Θήβας, της Ρόδου, της Κύπρου, του Πλαταμώνα στη Μακεδονία κ.ά. Για την ασφάλεια του κάστρου ιδιαίτερη σημασία είχαν οι ψηλοί πύργοι, που μερικές φορές έφταναν τα 30 μ., οι αλλεπάλληλες σειρές των τειχών, η οχυρή είσοδος, που περιστοιχιζόταν από δύο πύργους και έκλεινε με ισχυρότατα θυρόφυλλα, η ανασυρόμενη γέφυρα και η τάφρος γύρω από το τείχος, που πολλές φορές ήταν γεμάτη νερό, όπως στο κάστρο της Μεθώνης, που είναι ένα από τα μεγαλύτερα κάστρα της Ελλάδας.
       Εκτός από τους πύργους των κάστρων υπήρχαν και άλλοι μεμονωμένοι επανδρωμένοι πύργοι που ήταν κτισμένοι σε στρατηγικές τοποθεσίες. Οι πύργοι αυτοί χρησιμοποιούνταν για την επέκταση της στρατηγικής περιμέτρου των μεγάλων φρουρίων, βοηθούσαν τον αμυνόμενο να αποκτήσει πλεονεκτήματα ισχύος πυρός και εμπόδιζαν τον εχθρό στην αποτελεσματική χρησιμοποίηση των δικών του μέσων, επίσης εξανάγκαζαν τον εχθρό να εγκαταλείψει ευνοϊκές γι αυτόν οδούς προσπέλασης και τον εξανάγκαζαν να μετακινηθεί από λιγότερο ευνοϊκές θέσεις. Στα μεσαιωνικά κάστρα ο ακρόπυργος αποτελούσε το επίκεντρο της αμυντικής οργάνωσης και ήταν το τελευταίο καταφύγιο των υπερασπιστών όταν εισέβαλαν οι πολιορκητές. Τα υπερμεγέθη αυτά μεσαιωνικά κάστρα ήταν τα ισχυρότερα αμυντικά έργα όλων των εποχών και ο πολεμικός πύργος ήταν το σπουδαιότερο συστατικό αμυντικής τεχνικής μέχρι και της ανακάλυψης της μεταλλικής σφαίρας πυροβόλου τον 16ο αιώνα.

ΠΕΡΗΦΑΝΑ ΚΑΣΤΡΑ

     O όρος "κάστρο" είναι εξίσου περιπετειώδης με τη λειτουργία του. Στη Βορειοδυτική Ευρώπη σήμαινε την ιδιωτική οχυρωμένη κατοικία του φεουδάρχη, ενώ σε άλλες περιοχές το απλό φρούριο. Στον ύστερο Μεσαίωνα τα κάστρα άρχισαν να αποκτούν πιο συμπαγή μορφή με καλοχτισμένους τοίχους, τάφρους και πύργους, ανεξάρτητα από το αν ήταν ιδιωτική κατοικία ή όχι. Κι αυτό γιατί στην περίπτωση επίθεσης ο άρχοντας εξαργύρωνε την εξουσία του -και την επαχθή φορολογία- με την προστασία όλων των κατοίκων που κλείνονταν μέσα σ' αυτό. Από τα μέσα του 5ου μέχρι τα μέσα του 10ου αιώνα μ.Χ. οι οχυρώσεις ήταν πρόχειρα καταφύγια χωρίς αρχιτεκτονική μέριμνα, με φυσικά εμπόδια όπως γκρεμούς, βάλτους και αναχώματα, ξύλα ή πέτρες.

Οι γήλοφοι

     Τις ρίζες των κάστρων, τουλάχιστον στη Δυτική Ευρώπη, πρέπει να αναζητήσουμε στις πρώτες ρωμαϊκές οχυρώσεις. Μέχρι τον 11ο αιώνα κυριαρχούσαν οι τεχνητοί λοφίσκοι από χώμα, οι επονομαζόμενοι γήλοφοι. Το ξύλο, ειδικά όταν άρχισε να σπανίζει, έδωσε τη θέση του στην πέτρα, αρχής γενομένης από τα τείχη. Ακολούθησαν οι πύλες και οι πύργοι-προμαχώνες, όχι μόνο ως αμυντικές κατασκευές αλλά και ως κατοικίες των αρχόντων, κυρίως στη Γαλλία και στη Γερμανία. Μέχρι το 12ο αιώνα η αρχιτεκτονική των πύργων ήταν κυκλική. Ο Ριχάρδος Α' εισήγαγε τους πολυγωνικούς με το κάστρο του Γκιλάρντ στη Νορμανδία.

Πύργοι και άμυνα

      Από το 12ο αιώνα και μετά, τα κάστρα αναπτύχθηκαν ταχύτατα. Εκείνη την εποχή διαμορφώθηκε ο γνωστός τύπος κάστρου που περιλάμβανε το γήλοφο και την εσωτερική αυλή. Πάνω σ' αυτή τη δομή αναπτύχθηκαν τρία είδη κάστρων: άλλα με μεγάλο ακρόπυργο, άλλα με κανονική περιτείχιση χωρίς ακρόπυργο, τα οποία προστατεύονταν από πύργους κατασκευασμένους κατά μήκος των τειχών, όπως το κάστρο του Μπόντιαμ, κι εκείνα με μικρότερο ακρόπυργο περιβαλλόμενο από ομόκεντρα τείχη κατάλληλα για την αντιμετώπιση του εχθρού με διασταυρούμενα πυρά. Οι ακρόπυργοι είχαν ορόφους που τις περισσότερες φορές δε συνδέονταν μεταξύ τους με εσωτερικές σκάλες. Το στρογγυλό σχήμα υιοθετήθηκε γιατί αποδείχθηκε πιο λειτουργικό ως προς την άμυνα από το τετράγωνο. Ως γνωστόν, οι Άραβες έχτιζαν κυκλικούς πύργους, οχυρωματική κατασκευή που εφάρμοσαν και οι Ρωμαίοι.

Τάφροι και τέρατα

     Μετά την Τρίτη Σταυροφορία (1189-1192) τα κάστρα ανεγείρονταν στην κορυφή απόκρημνων λόφων. Ο ακρόπυργος τοποθετούνταν ακριβώς στο χείλος του γκρεμού. Η άμυνα επικεντρωνόταν πάντα στην ευάλωτη πλευρά, οπότε κατασκευάζονταν περισσότερες προωθημένες οχυρώσεις. Τα διαμερίσματα του άρχοντα χτίζονταν στην εσωτερική αυλή, με αποτέλεσμα ο ακρόπυργος να μη χρησιμοποιείται ως κατοικία. Όταν το κάστρο ήταν χτισμένο σε πεδιάδα έσκαβαν γύρω από τους προμαχώνες τάφρους τις οποίες γέμιζαν με νερό. Θρυλείται ότι μέσα σ' αυτό έριχναν τέρατα και κροκοδείλους. Αυτή η κατασκευή ήταν ικανή από μόνη της να απωθήσει τους εισβολείς, πόσο μάλλον να τους εμποδίσει να κατασκευάσουν σήραγγες κάτω από τα τείχη.

Τρωτό σημείο

      Η "αχίλλειος πτέρνα" του κάστρου ήταν η πύλη, για την προστασία της οποίας υψώνονταν αμυντικοί πυργίσκοι. Για τον αποκλεισμό της διάβασης προς αυτή επιστρατεύονταν θύρες, κινητά μηχανικά κιγκλιδώματα, καταπακτές και αμυντικά ξώστεγα, οι λεγόμενες "ζεματίστρες", τεχνική που αναπτύχθηκε μετά το 13ο αιώνα. Τα φορητά κιγκλιδώματα ή καταρράκτες κατασκευάζονταν από ξύλο βελανιδιάς με προσθήκες σιδήρου και τα μετακινούσαν κατακόρυφα με σκοπό να ελευθερώνουν ή να εμποδίζουν τη διάβαση. Από τους εξώστες οι αμυνόμενοι απωθούσαν με μεγαλύτερη ευκολία τις επιθέσεις από χαμηλά.

Κατάσταση πολιορκίας

       Στην εποχή του Μεσαίωνα το κάστρο ήταν ο πυρήνας της ζωής, με τον ακρόπυργο να αποτελεί την καρδιά του. Όταν ο εχθρός κυρίευε τις εξωτερικές οχυρώσεις εκεί αποσυρόταν όλη η φρουρά. Διόλου τυχαία, υπήρξε το πιο δυνατό και οχυρωμένο τμήμα για τον πρόσθετο λόγο ότι στέγαζε την κατοικία του άρχοντα. Σ' αυτό αποθηκεύονταν τα τρόφιμα και τα όπλα και ήταν η γραμμή της τελευταίας αντίστασης. Πάντοτε στο κέντρο του υπήρχε ένα πηγάδι για πόσιμο νερό και διέθετε προμήθειες για μια ενδεχόμενη μακροχρόνια πολιορκία. Παρόλο που τα τείχη του είχαν μεγαλύτερο πάχος, συνδέονταν με τα τείχη του περιβόλου διαμέσου ενός διαδρόμου ο οποίος επιμηκυνόταν μέχρι την εξωτερική αμυντική περίμετρο, για τη διαφυγή στην περίπτωση ανάγκης. Όσο περισσότερο αναπτύσσονταν οι επιθετικές και καταστροφικές πολιορκητικές μηχανές όπως οι καταπέλτες, οι κριοί και οι εκτοξευτήρες, οι ακρόπυργοι κατασκευάζονταν κατά μήκος του περιτειχίσματος. Ένας από τους στόχους αυτής της αλλαγής ήταν η ανάγκη να δημιουργηθεί ένας κενός χώρος στον οποίο συγκεντρώνονταν τα στρατεύματα για μια πιθανή αντεπίθεση.

Στιβαρό άστρο

       Από το 15ο και κυρίως το 16ο αιώνα τα πυροβόλα όπλα διαδόθηκαν ραγδαία, εξέλιξη που σηματοδότησε τόσο την αλλαγή στην τέχνη του πολέμου όσο και την παρακμή των κάστρων ως οχυρών. Το 1494 τα γαλλικά στρατεύματα προέλασαν στην Ιταλία ερειπώνοντας το ένα κάστρο μετά το άλλο. Έτσι τόσο η κατασκευή όσο και η συντήρηση ενός νέου κάστρου έφυγε από τα χέρια της κατακερματισμένης εξουσίας, των κατά τόπους ηγεμόνων, και πέρασε στα χέρια του βασιλιά. Πώς θα αντιμετώπιζαν την απειλή των πυροβόλων όπλων;
        Τα πλήγματα από τις μπομπάρδες, όπλα που έκαναν την εμφάνισή τους στα μέσα του 1300, γίνονταν όλο και πιο καταστρεπτικά και η αύξηση του πάχους των τειχών δεν εξυπηρετούσε σε τίποτα. Η αρχή που κυριάρχησε στην κατασκευή των νέων οχυρών προέβλεπε ένα ενιαίο και συμπαγές οικοδόμημα. Έτσι χτίστηκαν πιο χαμηλά κάστρα, χωρίς ψηλούς πύργους που γίνονταν εύκολοι στόχοι για τα κανόνια. Αυτά περιβάλλονταν από ακανόνιστα τείχη με πολλές γωνίες. Το πυροβολικό ακροβολιζόταν στους προμαχώνες, σε προεξέχοντα σημεία του τείχους, και προστάτευε το φρούριο. Σταδιακά έγινε δημοφιλές το αστεροειδές σχήμα, κυρίαρχο από το 16ο αιώνα.

Σαν παραμύθι

       Από το 16ο αιώνα και μετά, τα νέα πολεμικά μέσα, όλο και πιο φονικά, έβαλαν τέλος στο ρόλο του κάστρου ως οχυρού, οριστικοποιώντας τη διαίρεση μεταξύ πολιτικής και στρατιωτικής αρχιτεκτονικής. Μονάρχες και ευγενείς έχτιζαν κάστρα για λόγους γοήτρου και επίδειξης, όπως αυτά κατά μήκος του ποταμού Λίγηρα.
πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: