Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

«Πορτραίτα Ιστορίας 1940-1960» δύο σπουδαίων Ελλήνων φωτογράφων

Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης: Εικόνες μιας μακρινής Ελλάδας



Μαρίνα Αγγελάκη
 
Το Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης (ΜΦΘ) είχε την ιδέα, οργάνωσε και παραβάλλει το βλέμμα των δύο κορυφαίων Ελλήνων φωτογράφων του 20ού αιώνα, της Βούλας Παπαϊωάννου και του Δημήτρη Χαρισιάδη –αποτύπωσαν με τον φακό τους την ταραγμένη εποχή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, του Εμφυλίου και της ανασυγκρότησης στην Ελλάδα–, σε μια έκθεση που συνδιοργάνωσε με το Μουσείο Μπενάκη. 
Το Documento ήταν στα εγκαίνια της έκθεσης που έχει τον τίτλο «Πορτραίτα Ιστορίας: Βούλα Παπαϊωάννου – Δημήτρης Χαρισιάδης 1940-1960» την Πέμπτη 6 Απριλίου στο ΜΦΘ και συνομίλησε με τους συντελεστές της.
Η έκθεση υπογραμμίζει τη σημασία της φωτογραφίας ως «ντοκουμέντου», μας λέει ο διευθυντής του ΜΦΘ Ηρακλής Παπαϊωάννου και συμπληρώνει ότι μας δίνει την ευκαιρία ενός ανα-στοχασμού με το υλικό από μια κρίσιμη περίοδο της χώρας μας, τονίζοντας πως «στον βαθμό που και σήμερα διανύουμε μιαν άλλη δύσκολη κατάσταση, η καλύτερη οδός διαφυγής είναι να μην αρνηθείς να πάρεις ακόμη και τα σκληρά διδάγματα από μια προηγούμενη κρίση».
Τα «Πορτραίτα ιστορίας», που θα παρουσιάζονται στο Μουσείο Φωτογραφίας όλο το καλοκαίρι έως τις 10 Σεπτεμβρίου, περιλαμβάνουν έργα των δύο φωτογράφων που επιλέχθηκαν από τα Φωτογραφικά Αρχεία του Μουσείου Μπενάκη. Οι επιμελητές της έκθεσης, η ιστορικός τέχνης με ειδίκευση στη φωτογραφία Αλεξάνδρα Μόσχοβη και ο διδάκτωρ Τεχνών και Ανθρωπιστικών Επιστημών με ειδίκευση στη φωτογραφία Μανώλης Σκούφιας, στηρίχτηκαν στην πρωτότυπη ερευνητική εργασία των δύο μεγάλων αναδρομικών εκθέσεων του Μουσείου Μπενάκη και στις δύο έξοχες μονογραφίες που εκδόθηκαν κατόπιν: «Η φωτογράφος Βούλα Παπαϊωάννου, 1898-1990» (2006) και «Φωτογραφικόν Πρακτορείον Δ.Α. Χαρισιάδη» (2009). «Οι μονογραφίες αυτές αποτελούν θεμέλιο λίθο για κάθε ερευνητή της ελληνικής φωτογραφίας» λέει χαρακτηριστικά ο Μανώλης Σκούφιας.
Από τον Εμφύλιο στην ανασυγκρότηση
Η έκθεση στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης ξεκινά χρονικά με φωτογραφίες από το αλβανικό μέτωπο, την Κατοχή, τα Δεκεμβριανά και τον Εμφύλιο. Οι φωτογραφίες έχουν τοποθετηθεί θεματικά και όχι με αντιπαράθεση των δύο δημιουργών· έτσι ο θεατής, ακολουθώντας την αφήγηση της έκθεσης, αντιλαμβάνεται τη διαφορετικότητα του βλέμματος καθενός από τους δυο φωτογράφους ανάλογα με ό,τι τον ενδιέφερε να αναδείξει.
Η κήρυξη του πολέμου την 28η Οκτωβρίου 1940 δίνει το κίνητρο στη Βούλα Παπαϊωάννου να στρέψει τον φακό της στον ίδιο τον άνθρωπο, «χρησιμοποιώντας τη δραματουργία του “ανθρώπινου ντοκουμέντου”, ένα είδος φωτογραφίας καταγραφής που εμφανίστηκε στην Αμερική τη δεκαετία του 1930», σύμφωνα με τους επιμελητές της παρούσας έκθεσης, ώστε, για παράδειγμα, να αποδώσει την τραγικότητα στο βλέμμα της μάνας που αποχωρίζεται τον γιο στην επιστράτευση, την καρτερικότητα αυτών που συνωστίζονται στα υπαίθρια συσσίτια, την απόγνωση των λιμοκτονούντων τον χειμώνα του 1941-42. Ενώ η Παπαϊωάννου παραμένει στην Αθήνα απαθανατίζοντας τις αλλαγές στη ζωή της πόλης, ο νεαρός φωτογράφος Δημήτρης Χαρισιάδης φεύγει για το αλβανικό μέτωπο και στρέφει τον φακό του σε στιγμιότυπα της ζωής των στρατιωτών, με το ενδιαφέρον του προσανατολισμένο περισσότερο στην αισθητική αρτιότητα της εικόνας παρά στο ντοκουμέντο, όπως παρατηρούν οι μελετητές του έργου τους.
Απτή στον κορμό της έκθεσης γίνεται η μεταπολεμική ανασυγκρότηση της χώρας. Μετά τον πόλεμο και οι δύο φωτογράφοι εργάστηκαν κατόπιν αναθέσεων από ξένους οργανισμούς αρωγής. Ιστορικά έχουμε μια ερμηνεία της ανασυγκρότησης, σύμφωνα με τον Μανώλη Σκούφια. Και σε αυτά τα κατά παραγγελία έργα εντοπίζεται στο βλέμμα του καθενός η διαφορετική προσέγγισή του στα γεγονότα. Ως φωτογράφος της UNRRA (United Nations Relief and Rehabilitation Administration), η Βούλα Παπαϊωάννου καταγράφει τις δράσεις του οργανισμού, από τις πρώτες αποστολές των προμηθειών, τη διακίνηση τροφίμων και ρουχισμού στις πόλεις και στην επαρχία έως την εκπαίδευση του πληθυσμού σε νέες τεχνολογίες. Ταυτόχρονα, εικονογραφεί τα καμένα χωριά, τις βομβαρδισμένες υποδομές, τις μαυροφορεμένες γυναίκες, τα ρακένδυτα παιδιά στα υπαίθρια σχολεία. Παράλληλα, κατ’ ανάθεση του υπουργείου Ανασυγκρότησης και διεθνών αποστολών, οι φωτογραφίες του τότε νεοσύστατου φωτογραφικού πρακτορείου Δ.Α. Χαρισιάδη σκιαγραφούν την εικόνα μιας χώρας που μοιάζει να αναγεννιέται μέσα από τις στάχτες της: βιομηχανικά κτίρια και κατασκευές δεσπόζουν στο τοπίο και χαρωποί εργάτες χειρίζονται μηχανήματα τελευταίας τεχνολογίας στα νέα εργοστάσια.
Η εργασία και των δύο τη συγκεκριμένη περίοδο που επέλεξαν να εστιάσουν το ενδιαφέρον τους οι επιμελητές της παρούσας έκθεσης στη Θεσσαλονίκη είναι από τα πιο εύστοχα δείγματα φωτογραφικού μοντερνισμού στην Ελλάδα. Οπως μας εξηγεί ο Μανώλης Σκούφιας: «Οι σχέσεις που αναπόφευκτα αναπτύσσονται με την παραβολή των φωτογραφιών αναδεικνύουν όχι μόνο τις διαφορετικές ερμηνείες της Ιστορίας, αλλά και τα μορφολογικά και οντολογικά στοιχεία που συνθέτουν τον μοντερνιστικό κανόνα στην ελληνική φωτογραφία στα μέσα του 20ού αιώνα».
Δυο σπάνια φωτογραφικά λευκώματα
Στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης τα κάδρα που έχουν στηθεί είναι περίπου 110. Εκτός αυτών, οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να δουν ολόκληρα τα δύο σπάνια κατοχικά λευκώματα (περίπου 82 εικόνες_ «Μαύρο λεύκωμα» της Βούλας Παπαϊωάννου και «Σούπα του παιδιού και ΙΚΑ Πειραιώς» του Δημήτρη Χαρισιάδη, που εκθέτονται σε δύο ξεχωριστούς εσωτερικούς χώρους εξαιτίας του ότι, σύμφωνα με τους διοργανωτές, είναι αρκετά σκληρές εικόνες που ίσως σοκάρουν το ευαίσθητο κοινό. Παράλληλα, προβάλλονται δύο ντοκιμαντέρ με τα πορτρέτα των φωτογράφων από την τηλεοπτική εκπομπή «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ. Επιπλέον, η έκθεση περιλαμβάνει ιστορικό υλικό από εκδόσεις των ίδιων των φωτογράφων και κάποια contacts, τυπώματα εξ επαφής, τα οποία, όπως μας εξηγεί ο Μανώλης Σκούφιας, είναι πολύ ενδιαφέρον υλικό όχι μόνο για τον ερευνητή, αλλά και για τον θεατή, στα οποία αναδύεται ανάγλυφα ο τρόπος με τον οποίο ο φωτογράφος κάνει μια πρώτη εκτίμηση των αρνητικών πριν από την εμφάνιση του φιλμ: κροπάρει τις εικόνες του, κάνει κάποιες σημειώσεις ή αυτολογοκρίνεται για το τι θα κρατήσει και τι όχι.
Στο Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης τα κάδρα που έχουν στηθεί είναι περίπου 110. Εκτός αυτών, οι επισκέπτες θα έχουν την ευκαιρία να δουν ολόκληρα τα δύο σπάνια κατοχικά λευκώματα (περίπου 82 εικόνες_ «Μαύρο λεύκωμα» της Βούλας Παπαϊωάννου και «Σούπα του παιδιού και ΙΚΑ Πειραιώς» του Δημήτρη Χαρισιάδη, που εκθέτονται σε δύο ξεχωριστούς εσωτερικούς χώρους εξαιτίας του ότι, σύμφωνα με τους διοργανωτές, είναι αρκετά σκληρές εικόνες που ίσως σοκάρουν το ευαίσθητο κοινό. Παράλληλα, προβάλλονται δύο ντοκιμαντέρ με τα πορτρέτα των φωτογράφων από την τηλεοπτική εκπομπή «Παρασκήνιο» της ΕΡΤ. Επιπλέον, η έκθεση περιλαμβάνει ιστορικό υλικό από εκδόσεις των ίδιων των φωτογράφων και κάποια contacts, τυπώματα εξ επαφής, τα οποία, όπως μας εξηγεί ο Μανώλης Σκούφιας, είναι πολύ ενδιαφέρον υλικό όχι μόνο για τον ερευνητή, αλλά και για τον θεατή, στα οποία αναδύεται ανάγλυφα ο τρόπος με τον οποίο ο φωτογράφος κάνει μια πρώτη εκτίμηση των αρνητικών πριν από την εμφάνιση του φιλμ: κροπάρει τις εικόνες του, κάνει κάποιες σημειώσεις ή αυτολογοκρίνεται για το τι θα κρατήσει και τι όχι.
Η ιστορικός φωτογραφίας και υπεύθυνη σήμερα του τμήματος των Φωτογραφικών Αρχείων Αλίκη Τσίργιαλου δήλωσε στο Documento ότι θεωρεί πολύ σημαντική τη συνεργασία των δύο μουσείων, μια συνεργασία πολυετή που έχει ξεκινήσει από τα πρώτα χρόνια ίδρυσης του ΜΦΘ. Οσο δε αφορά την ιδέα της συγκεκριμένης έκθεσης, πιστεύει ότι «είναι πολύ σημαντική η παράλληλη ανάγνωση αυτών των εικόνων και τα συμπεράσματα που μπορεί να βγάλει κανείς βλέποντας τα έργα των δυο μεγάλων αυτών φωτογράφων σε διάλογο».
Στα εγκαίνια της έκθεσης συναντήσαμε επίσης τη Φανή Κωνσταντίνου, υπεύθυνη του τμήματος των Φωτογραφικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη από τη δεκαετία του ’80 μέχρι πρότινος, η οποία τα 28 χρόνια που εργάστηκε εκεί μελέτησε διεξοδικά το έργο της Βούλας Παπαϊωάννου και συνεργάστηκε μαζί της στενά. «Είχα την τύχη να γνωρίσω την ίδια και ήταν εξίσου συγκλονιστική όσο και το έργο της» μας περιγράφει. «Στις επισκέψεις μου στο σπίτι της με άκουγε με πολλή προσοχή πάντα και μου έλεγε μερικά πράγματα για τις φωτογραφίες της. Είχε τρεμάμενη φωνή, θυμάμαι. Ηταν όμως ολιγόλογη και ουσιαστική. Είχε εγκράτεια. Στις μορφές των έργων της βλέπω την ίδια. Η ηρεμία, η ευγένεια και η αξιοπρέπεια στα πρόσωπα που φωτογράφιζε είναι τα δικά της χαρακτηριστικά».
Από τη Φανή Κωνσταντίνου μάθαμε ότι η Βούλα Παπαϊωάννου κατέθεσε η ίδια τα αρχεία της στο Μουσείο Μπενάκη το 1976, όταν άρχισε να κλονίζεται η υγεία της, μιας και γνώριζε τον ιδρυτή του και τον εμπιστευόταν. Λίγο αργότερα με πρωτοβουλία του Αγγελου Δεληβορριά αγοράστηκε το αρχείο του Δημήτρη Χαρισιάδη. «Μια τολμηρή πρωτοβουλία για εκείνη την εποχή», μας διηγείται, «κανένα ίδρυμα δεν διέθετε χρήματα για την αγορά φωτογραφικού αρχείου». Τη δεκαετία του ’80, όταν άρχισε να στρέφεται το ενδιαφέρον στο έργο των παλαιών φωτογράφων και γενικότερα να αναπτύσσεται το ερευνητικό πεδίο για την ιστορία της ελληνικής φωτογραφίας, ξεκίνησε η προσέγγιση των αρχείων από τους μελετητές του τμήματος του Μουσείου Μπενάκη.

Πορτραίτα Ιστορίας: Βούλα Παπαϊωάννου – Δημήτρης Χαρισιάδης 1940-1960»
Μουσείο Φωτογραφίας Θεσσαλονίκης, Αποθήκη Α΄, 1ος όροφος, Λιμάνι
Εως 10 Σεπτεμβρίου

πηγή

Δεν υπάρχουν σχόλια: