Κυριακή, 19 Φεβρουαρίου 2017

Πατημασιές στο χιόνι

 
Δε μ’ακούς;
Έρχομαι μέσα από τους έρημους ασφαλτόδρομους.
Έλα, έλα, κοριτσάκι
μυρίζω φασουλάδα, πορτοκάλι και τραγανιστό τσουρέκι.
Έλα, έλα, αγοράκι
φόρεσε το σκούφο σου
βάλε τα μάλλινα γάντια σου
άνοιξε το στόμα σου, να ξεδιψάσεις με το χιόνι
γέμισε τις τσέπες σου σταφίδες, καρύδια
και ξεραμένα σύκα
τάισε με ψίχουλα τα πεινασμένα σπουργίτια.
Έρχομαι μέσα από τις παγωμένες λίμνες και τα ποτάμια
τα γυμνά κλαδιά και το μολυβένιο ουρανό
άσ’ το μόνο του στη γωνιά του το πατίνι
κάνε το φίλο σου να δακρύσει με μια φέτα μανταρίνι.
Τι κάνει η γιαγιά σου; Πλέκει ακόμη πλάι στο περβάζι;
Για κοίτα πώς μελάνιασε η μύτη σου…. την πάγωσε τ’ αγιάζι…
Έλα, έλα, αγοράκι
έλα, έλα κοριτσάκι.
Δε μ’ ακούς;

Είμαι ο Χειμώνας.
«Ο χειμώνας», Μάρω Λοϊζου]

3 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

'' κάνε το φίλο σου να δακρύσει με μια φέτα μανταρίνι.''

Ανώνυμος είπε...

Κι όταν το χιόνι λυώσει και γίνει κελαρυστό ρυάκι ρίξε μέσα το τελευταίο φύλλο που απόμεινε καί πάνω του γράψε μιάν ευχή και κάνε μιά προσευχή ,νά έχει καλό ταξείδι να βρεθεί στόν αφρό τού κύματος ,να πάει να βρεί το πεπρωμένο ,ο χιονάνθρωπος έλυωσε και έγινε αγάπη να του πεί ,το σώμα παραδόθηκε στόν ήλιο .

Ανώνυμος είπε...

Ήταν ο πιό κρύος χειμώνας, κι όμως δέν έκανε κρύο....